15 Σεπτεμβρίου 2026

Μείωση 8,4% στις τιμές εκροών γεωργίας τον Ιούλιο 2026

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Μείωση 8,4% στις τιμές εκροών γεωργίας-κτηνοτροφίας τον Ιούλιο 2026 σε ετήσια βάση.
  • Αύξηση 4,7% στις τιμές εισροών γεωργίας-κτηνοτροφίας τον Ιούλιο 2026 σε ετήσια βάση.
  • Πτώση 9,9% στον δείκτη τιμών φυτικής παραγωγής, αύξηση 3,3% στη ζωική παραγωγή.
  • Μείωση 6,1% στις τιμές εκροών τον Ιούλιο 2026 σε σύγκριση με τον Ιούνιο 2026.
  • Αύξηση 5,9% στα αναλώσιμα μέσα και 1,3% στο πάγιο κεφάλαιο για τις εισροές.

Η ελληνική αγροτική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη δυναμική στις τιμές των προϊόντων και των μέσων παραγωγής, όπως αποτυπώνεται στα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τον Ιούλιο του 2026. Τα δεδομένα καταδεικνύουν μια συνεχιζόμενη πτωτική πορεία στις τιμές εκροών, δηλαδή στις τιμές πώλησης των αγροτικών προϊόντων, η οποία συνδυάζεται με μια αξιοσημείωτη αύξηση στο κόστος των εισροών, των απαραίτητων δηλαδή πόρων για την παραγωγή. Αυτή η διπλή τάση διαμορφώνει ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τους Έλληνες παραγωγούς, πιέζοντας τα περιθώρια κέρδους και την οικονομική τους βιωσιμότητα.

Συρρίκνωση των Τιμών Εκροών

Ειδικότερα, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εκροών στη Γεωργία – Κτηνοτροφία, εξαιρουμένων των επιδοτήσεων, για τον μήνα Ιούλιο του 2026, κατέγραψε μείωση της τάξεως του 8,4% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Ιουλίου του 2025. Αξίζει να σημειωθεί ότι η περσινή σύγκριση, μεταξύ Ιουλίου 2025 και Ιουλίου 2024, είχε επίσης δείξει πτώση, αν και ηπιότερη, της τάξεως του 1,4%. Η φετινή επιδείνωση υπογραμμίζει μια επιταχυνόμενη αρνητική τροχιά για την αξία της αγροτικής παραγωγής.

Η αποδόμηση της συνολικής μείωσης του 8,4% στον Γενικό Δείκτη Τιμών Εκροών αποκαλύπτει τις επιμέρους συνιστώσες της. Καταρχάς, παρατηρείται σημαντική πτώση κατά 9,9% στον δείκτη τιμών της φυτικής παραγωγής. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στη μεταβολή των τιμών στην κρίσιμη ομάδα των φρούτων, η οποία φαίνεται να ασκεί καθοριστική πίεση προς τα κάτω. Αντιθέτως, ο δείκτης τιμών της ζωικής παραγωγής παρουσίασε αύξηση 3,3%, λειτουργώντας ως μερικός αντισταθμιστικός παράγοντας στην συνολική πτώση.

Η βραχυπρόθεσμη τάση επιβεβαιώνει την πτωτική πορεία, καθώς ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εκροών για τον Ιούλιο του 2026, σε σύγκριση με τον δείκτη του Ιουνίου του 2026, σημείωσε μείωση 6,1%. Επιπλέον, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ο μέσος σταθμικός Δείκτης Εκροών για το δωδεκάμηνο Αυγούστου 2025 – Ιουλίου 2026, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη της περιόδου Αυγούστου 2024 – Ιουλίου 2025, παρουσίασε μείωση 1,3%, υποδεικνύοντας μια διαρκή υποχώρηση των τιμών των αγροτικών προϊόντων σε ετήσια βάση.

Ανοδική Πίεση από το Κόστος Εισροών

Στον αντίποδα αυτής της τάσης, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εισροών στη Γεωργία – Κτηνοτροφία για τον Ιούλιο του 2026, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Ιουλίου του 2025, παρουσίασε αύξηση 4,7%. Το γεγονός αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την περσινή εικόνα, όπου είχε καταγραφεί μείωση 1,5% στη σύγκριση Ιουλίου 2025 προς Ιούλιο 2024. Η φετινή αναστροφή της τάσης στον τομέα των εισροών εντείνει την οικονομική πίεση στους παραγωγούς.

Η αύξηση του Γενικού Δείκτη Τιμών Εισροών κατά 4,7% αναλύεται σε δύο κύριους παράγοντες. Ο πρώτος είναι η αύξηση κατά 5,9% του δείκτη τιμών των αναλώσιμων μέσων, όπως είναι τα λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα και οι ζωοτροφές, τα οποία αποτελούν βασικά λειτουργικά κόστη για κάθε εκμετάλλευση. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η αύξηση κατά 1,3% του δείκτη τιμών του σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, που αφορά επενδύσεις σε εξοπλισμό, μηχανήματα και εγκαταστάσεις, υποδηλώνοντας ένα αυξημένο κόστος για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη των αγροτικών επιχειρήσεων.

Συμπερασματικά, η ταυτόχρονη μείωση των τιμών πώλησης των αγροτικών προϊόντων και η αύξηση του κόστους παραγωγής συνθέτουν ένα εξαιρετικά δυσμενές σκηνικό για τον πρωτογενή τομέα της χώρας. Οι Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι καλούνται να διαχειριστούν μια «ψαλίδα» που διευρύνεται συνεχώς, με άμεσο αντίκτυπο στην κερδοφορία τους και, κατ' επέκταση, στην βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεών τους. Η εξέλιξη αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ανταγωνιστικότητα του κλάδου και την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές στήριξης.