Μυστικές ταυτότητες με κρατική σφραγίδα: Το νέο θεσμικό οπλοστάσιο κατά του εγκλήματος
Πρακτικές που μέχρι πρόσφατα έμοιαζαν βγαλμένες από σενάρια κατασκοπευτικών ταινιών αποκτούν πλέον σαφές νομικό αποτύπωμα στην ελληνική έννομη τάξη. Με πρόσφατη Κοινή Υπουργική Απόφαση που δημοσιεύθηκε σε ΦΕΚ, το Δημόσιο θεσπίζει ολοκληρωμένο και αυστηρά ρυθμισμένο πλαίσιο για τη δημιουργία και χρήση συγκαλυμμένων ταυτοτήτων από μυστικούς αστυνομικούς αλλά και ιδιώτες συνεργάτες των Αρχών, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Πρόκειται για μια θεσμική τομή που έρχεται να καλύψει ένα διαχρονικό κενό και να εκσυγχρονίσει τις ελληνικές υπηρεσίες, με κανόνες, εποπτεία και νομική θωράκιση.
Η ΚΥΑ 4871/30-10-2025, που συνυπογράφεται από τα αρμόδια υπουργεία και εξειδικεύει το άρθρο 254 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθορίζει με λεπτομέρεια πώς ένας ανακριτικός υπάλληλος ή συνεργαζόμενος ιδιώτης μπορεί, υπό εισαγγελική εποπτεία, να αποκτήσει μια πλήρως λειτουργική συγκαλυμμένη ταυτότητα. Η απόφαση προβλέπει τη συγκρότηση μιας ολοκληρωμένης «δεύτερης ζωής», με διαφορετικά στοιχεία ταυτοποίησης, οικονομική δραστηριότητα και κοινωνικό αποτύπωμα, αποκλειστικά για υπηρεσιακούς σκοπούς και με στόχο τη συλλογή κρίσιμων πληροφοριών.
Στον πυρήνα της ρύθμισης βρίσκεται η έννοια της πλήρους και πειστικής κάλυψης. Ο αρμόδιος προϊστάμενος της υπηρεσίας αποφασίζει το προφίλ της συγκαλυμμένης ταυτότητας, η οποία δεν θα παρουσιάζει αντιφάσεις ή «κενά» σε τυχόν ελέγχους. Η ΚΥΑ προβλέπει την έκδοση όλων των απαραίτητων εγγράφων, όπως δελτίων ταυτότητας, διαβατηρίων, ΑΦΜ και λοιπών διοικητικών στοιχείων. Εξαίρεση αποτελούν πιστοποιήσεις που απαιτούν πραγματική δεξιότητα, όπως διπλώματα οδήγησης ή άδειες χειρισμού, τα οποία μπορούν να χορηγηθούν μόνο εφόσον ο πράκτορας τα κατέχει ήδη στην πραγματική του ιδιότητα.
Κομβικό ρόλο παίζει και το οικονομικό σκέλος της συγκαλυμμένης δράσης. Οι εμπλεκόμενοι αποκτούν τη δυνατότητα να ανοίγουν τραπεζικούς λογαριασμούς, να συναλλάσσονται με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και να συμμετέχουν σε εμπορικές δραστηριότητες, ακόμη και σε εισαγωγές ή εξαγωγές, στο όνομα της κάλυψής τους. Το θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει ακόμη τη δημιουργία επιχειρηματικών «βιτρινών», τη μίσθωση κατοικιών ή επαγγελματικών χώρων και τη χρήση κάθε είδους μεταφορικού μέσου, εφόσον αυτό εξυπηρετεί τον επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει και για τα τεχνολογικά μέσα, με δυνατότητα χρήσης τηλεφωνίας, διαδικτύου, δορυφορικών συνδέσεων και σύγχρονων επικοινωνιακών υποδομών, ώστε να μην προκύπτει κανένας περιορισμός που θα μπορούσε να αποκαλύψει την πραγματική ταυτότητα του πράκτορα. Η χρηματοδότηση όλων αυτών γίνεται μέσω ειδικού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος, με διαδικασίες που διασφαλίζουν τη μυστικότητα, ενώ μετά το τέλος της επιχείρησης τα αδιάθετα ποσά επιστρέφονται στο Δημόσιο και κάθε περιουσιακό στοιχείο που αποκτήθηκε δεσμεύεται ή δημεύεται, εφόσον υπάρξει καταδικαστική απόφαση.
Με την ολοκλήρωση της αποστολής, το κράτος προβλέπει και το τελικό στάδιο: την πλήρη εξαφάνιση της ψεύτικης ζωής. Όλα τα έγγραφα και τα στοιχεία της συγκαλυμμένης ταυτότητας τηρούνται σε ειδικό αρχείο και καταστρέφονται υποχρεωτικά μόλις η υπόθεση κλείσει οριστικά. Η κατασκευασμένη ταυτότητα παύει να υπάρχει και ο πράκτορας επιστρέφει στην πραγματική του υπόσταση, αφήνοντας πίσω μια «δεύτερη ζωή» που, θεσμικά πλέον, δεν υπήρξε ποτέ.
Πιο Δημοφιλή