3 Αυγούστου 2026

Φωτιές, νεκροί και ευχές Μητσοτάκη: Το επιτελικό κράτος καίγεται ξανά

Την ώρα που η χώρα μετρούσε νέα πύρινα μέτωπα, καμένες περιουσίες και ανθρώπινες απώλειες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να εμφανιστεί ξανά μέσα από το καθιερωμένο κυριακάτικο κείμενό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με έναν λόγο που έμοιαζε περισσότερο με επικοινωνιακή άσκηση αποφόρτισης παρά με ανάληψη πολιτικής ευθύνης.

Το μήνυμα του πρωθυπουργού έκλεινε με συστάσεις για προσοχή στις φωτιές και με την ευχή για «ήρεμο υπόλοιπο καλοκαιριού». Η διατύπωση αυτή, σε μια στιγμή που η Αττική και άλλες περιοχές της χώρας δοκιμάζονταν ξανά από τις φλόγες, προκάλεσε οργή. Για πολλούς πολίτες και πυροσβέστες, η κυβερνητική εικόνα χαλαρότητας έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα των ανθρώπων που βρίσκονται στα μέτωπα, χάνουν σπίτια, περιουσίες και συναδέλφους.

Η τραγωδία με τη σύγκρουση των δύο ελικοπτέρων, οι νεκροί χειριστές, οι τρεις πυροσβέστες που χάθηκαν μέσα στην αντιπυρική περίοδο και τα διαδοχικά μέτωπα που άφησαν πίσω τους στάχτη, συνθέτουν ένα βαρύ σκηνικό. Σε αυτό το σκηνικό, η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για επενδύσεις στην Πολιτική Προστασία, για νέα μέσα, νέες τεχνολογίες και καλύτερη οργάνωση του μηχανισμού.

Η πραγματικότητα στο πεδίο, όμως, είναι πολύ πιο σκληρή. Οι καταγγελίες των πυροσβεστών για υποστελέχωση, παλαιωμένο στόλο, εξαντλητικά ωράρια και ανεπαρκή μέσα δεν είναι σημερινές. Επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο, κάθε αντιπυρική περίοδο, κάθε φορά που οι φλόγες ξεπερνούν τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις και αποκαλύπτουν τα ίδια διαχρονικά κενά.

Ο πρωθυπουργός απέδωσε ξανά μεγάλο μέρος της δυσκολίας στους ισχυρούς ανέμους και στις ακραίες συνθήκες. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι καιρικές συνθήκες μπορούν να μετατρέψουν μια πυρκαγιά σε ανεξέλεγκτο μέτωπο. Το πολιτικό ερώτημα, όμως, παραμένει: πόσα χρόνια μπορεί μια κυβέρνηση να επικαλείται τον άνεμο, το κλίμα και τη δυσκολία του πεδίου, χωρίς να λογοδοτεί για την πρόληψη, την ετοιμότητα, τη στελέχωση και τον σχεδιασμό;

Οι φωτιές, οι νεκροί και η κυβερνητική αφήγηση

Από το 2019 και μετά, η Ελλάδα έχει βιώσει αλλεπάλληλες φυσικές καταστροφές με βαρύ ανθρώπινο και περιβαλλοντικό κόστος. Πυρκαγιές στην Εύβοια, στην Αττική, στη Ρόδο, στον Έβρο και σε άλλες περιοχές, πλημμύρες στη Θεσσαλία, απώλειες ανθρώπων, κατεστραμμένα σπίτια, καμένες εκτάσεις, εγκαταλελειμμένοι παραγωγοί και τοπικές κοινωνίες που ακόμη περιμένουν πραγματική αποκατάσταση.

Ο απολογισμός που καταγράφεται για φωτιές και πλημμύρες της τελευταίας περιόδου είναι βαρύς. Η κακοκαιρία «Ιανός» άφησε πίσω της νεκρούς και μεγάλες ζημιές στη Θεσσαλία. Οι πυρκαγιές του 2021 κατέκαψαν τεράστιες εκτάσεις, με την Εύβοια να γίνεται σύμβολο εγκατάλειψης. Το 2023 οι πυρκαγιές και η κακοκαιρία «Ντάνιελ» προκάλεσαν νέο κύκλο καταστροφών, ενώ η Αττική είδε και το 2024 χιλιάδες στρέμματα να παραδίδονται στις φλόγες.

Σήμερα, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει την Πολιτική Προστασία ως μηχανισμό που έχει ενισχυθεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Όμως η εικόνα των πυροσβεστών που επιχειρούν εξαντλημένοι, των εποχικών που ζητούν μόνιμη κάλυψη των κενών και των οχημάτων που παραμένουν γηρασμένα, δεν επιβεβαιώνει αυτό το αφήγημα.

Το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ» παρουσιάστηκε ως μεγάλη τομή στην Πολιτική Προστασία. Η κριτική, όμως, εστιάζει στο γεγονός ότι η κοινωνία δεν βλέπει την τομή εκεί που τη χρειάζεται: στην πρόληψη, στον γρήγορο εντοπισμό, στην πλήρη στελέχωση, στην εκπαίδευση, στα μέσα πρώτης γραμμής και στην ουσιαστική προστασία δασών, οικισμών και κρίσιμων υποδομών.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό. Είναι βαθιά πολιτικό. Όταν κάθε χρόνο τα ίδια κενά επανέρχονται, όταν οι ίδιοι κίνδυνοι επαναλαμβάνονται και όταν η κάθε καταστροφή αντιμετωπίζεται με ανακοινώσεις, ευχές και επίκληση της κλιματικής κρίσης, τότε η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται διαρκώς στους ανέμους.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει κάνει σημαία της την εικόνα του «επιτελικού κράτους». Όμως στις μεγάλες κρίσεις, από τις φωτιές μέχρι τις πλημμύρες, το επιτελικό κράτος εμφανίζεται συχνά μετά την καταστροφή, για να οργανώσει δηλώσεις, αυτοψίες και υποσχέσεις. Οι πολίτες, αντίθετα, ζουν την πρώτη ώρα της φωτιάς, την πρώτη ώρα της πλημμύρας, την πρώτη ώρα της εγκατάλειψης.

Οι πυροσβέστες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτού του κενού. Είναι εκείνοι που καλούνται να καλύψουν με αυτοθυσία τις αδυναμίες του μηχανισμού. Είναι εκείνοι που δουλεύουν με εξαντλητικές βάρδιες, πολλές φορές με ανεπαρκή μέσα, σε μέτωπα που απαιτούν άμεσο σχεδιασμό, ξεκούραστο προσωπικό και σύγχρονο εξοπλισμό.

Ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Συμβασιούχων Πυροσβεστών, Θάνος Ψαρόπουλος, έχει καταγγείλει δημόσια την υποστελέχωση και τον παλαιό στόλο οχημάτων, συνδέοντας τα προβλήματα αυτά με την ασφάλεια των ίδιων των πυροσβεστών. Οι αναφορές για οχήματα δεκαετιών και για οργανικά κενά χιλιάδων θέσεων δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως συνδικαλιστική υπερβολή.

Ακόμη πιο βαρύ είναι το ζήτημα της υπερεργασίας. Η περίπτωση του πυροσβέστη Ανδρέα Ανδρεάδη, ο οποίος έχασε τη ζωή του μετά από εξαντλητικό ωράριο και ελάχιστη ανάπαυση, έχει καταγραφεί ως τραγικό παράδειγμα μιας υπηρεσίας που λειτουργεί στα όρια. Όταν άνθρωποι της πρώτης γραμμής καλούνται να επιχειρούν χωρίς επαρκή ανάπαυση, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο διοικητικό. Είναι ζήτημα ανθρώπινης ζωής.

Οι πυροσβέστες στην πρώτη γραμμή και το κράτος πίσω από τις ευχές

Οι εποχικοί πυροσβέστες έχουν επανειλημμένα καταγγείλει ότι η κυβέρνηση τους χρησιμοποιεί όταν οι φωτιές απειλούν τη χώρα και τους στέλνει ξανά στην ανεργία όταν σβήνουν τα μέτωπα. Η εικόνα των φωτογραφιών με τον πρωθυπουργό να τους ευχαριστεί μετά τις φωτιές και η μετέπειτα καταγγελία τους ότι κοροϊδεύτηκαν, συμπυκνώνει την αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής.

Η Πολιτική Προστασία δεν μπορεί να στηρίζεται σε εποχική ευγνωμοσύνη και μετά σε διοικητική αδιαφορία. Αν η Ελλάδα είναι χώρα υψηλού κινδύνου για πυρκαγιές, τότε χρειάζεται μόνιμο, επαρκές και καλά εκπαιδευμένο προσωπικό. Χρειάζεται πρόληψη όλο τον χρόνο, όχι κινητοποίηση πανικού όταν οι φλόγες έχουν ήδη φτάσει στους οικισμούς.

Οι καταγγελίες των Ρουμάνων πυροσβεστών που είχαν συνδράμει στην Εύβοια το 2021 παραμένουν βαριά σκιά. Σύμφωνα με όσα είχαν μεταφερθεί τότε, η φωτιά θα μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί νωρίτερα, ενώ η εικόνα της πρόληψης εμφανιζόταν σχεδόν ανύπαρκτη. Η σύγκριση με τον εξοπλισμό, την οργάνωση και την επιχειρησιακή πειθαρχία ξένων αποστολών εξέθεσε ακόμη περισσότερο το ελληνικό σύστημα.

Η χώρα δεν στερείται ανθρώπων που θέλουν να δώσουν μάχη. Στερείται ενός κράτους που να τους σέβεται έμπρακτα. Το 2023, μετά τη μεγάλη φωτιά στη Ρόδο, εικόνες πυροσβεστών που επέστρεφαν εξουθενωμένοι και κοιμούνταν στο πάτωμα πλοίου προκάλεσαν οργή. Η επίσημη εξήγηση ότι δεν υπήρχαν καμπίνες λόγω αυξημένης τουριστικής κίνησης απλώς επιβεβαίωσε την απαξίωση.

Όταν άνθρωποι που έχουν περάσει μέρες μέσα στον καπνό, στη ζέστη και στην εξάντληση επιστρέφουν σαν επιβάτες δεύτερης κατηγορίας, το πρόβλημα δεν είναι οργανωτική αστοχία. Είναι θεσμική προσβολή. Μια πολιτεία που χειροκροτεί τους πυροσβέστες στις κάμερες και τους αφήνει στα πατώματα των πλοίων δεν μπορεί να μιλά σοβαρά για σεβασμό στην πρώτη γραμμή.

Η ιστορία των νεκρών χειριστών του Canadair στην Κάρυστο, τον Ιούλιο του 2023, παραμένει ακόμη μία μαύρη υπενθύμιση. Ο σμηναγός Χρήστος Μουλάς και ο ανθυποσμηναγός Περικλής Στεφανίδης έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αεροπυρόσβεσης στον Πλατανιστό Ευβοίας, όταν το αεροσκάφος τους συνετρίβη σε δύσβατη περιοχή μετά από ρίψη νερού.

Τότε, οι Ένοπλες Δυνάμεις κήρυξαν πένθος και ο πρωθυπουργός ανέβαλε επίσκεψή του στην Κύπρο. Σήμερα, η επανάληψη τραγωδιών στον αέρα, μέσα σε συνθήκες νέας μεγάλης πυρκαγιάς, κάνει ακόμη πιο βαριά τη συζήτηση για την πολιτική ευθύνη, την ασφάλεια των επιχειρήσεων και την κατάσταση των εναέριων μέσων.

Η κυβέρνηση συχνά αντιμετωπίζει τις φυσικές καταστροφές ως γεγονότα που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινο σχέδιο. Αυτή η προσέγγιση είναι βολική, γιατί μειώνει την πολιτική ευθύνη. Όμως οι φωτιές και οι πλημμύρες δεν κρίνονται μόνο τη στιγμή της κρίσης. Κρίνονται μήνες και χρόνια πριν, στην πρόληψη, στους καθαρισμούς, στα αντιπλημμυρικά, στη συντήρηση του στόλου, στις προσλήψεις, στην εκπαίδευση, στους χάρτες κινδύνου και στην τοπική ετοιμότητα.

Η επίκληση της κλιματικής κρίσης δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμο πολιτικό καταφύγιο. Η κλιματική κρίση αυξάνει τον κίνδυνο, άρα απαιτεί ισχυρότερο κράτος, όχι περισσότερες δικαιολογίες. Αν οι συνθήκες γίνονται πιο δύσκολες, τότε η πρόληψη πρέπει να γίνεται πιο σοβαρή, η στελέχωση πιο πλήρης και ο σχεδιασμός πιο αυστηρός.

Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλο κύκλο από καλοκαιρινές καταστροφές, κυβερνητικές αναρτήσεις, εκ των υστέρων περιοδείες και υποσχέσεις αποκατάστασης. Οι πολίτες δεν ζητούν λογοτεχνικά κείμενα στα κοινωνικά δίκτυα. Ζητούν να μην καίγονται κάθε χρόνο οι ίδιες περιοχές, να μην καταστρέφονται περιουσίες, να μην εγκαταλείπονται οι πυροσβέστες και να μην εμφανίζεται κάθε κρίση ως αναπόφευκτη μοίρα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να απαντήσει όχι με ευχές για ήρεμο καλοκαίρι, αλλά με πράξεις. Να εξηγήσει γιατί οι πυροσβέστες μιλούν για τεράστια κενά, γιατί ο στόλος παραμένει γερασμένος, γιατί οι εποχικοί ζουν στην αβεβαιότητα, γιατί η πρόληψη αποτυγχάνει και γιατί οι ίδιες τραγωδίες επαναλαμβάνονται με διαφορετικά ονόματα περιοχών.

Η πολιτική ευθύνη δεν σβήνει με επικοινωνιακές αναρτήσεις. Δεν εξαφανίζεται πίσω από τα μποφόρ. Δεν αναβάλλεται για μετά τις διακοπές. Όταν η χώρα μετρά νεκρούς, καμένα δάση και διαλυμένες περιουσίες, ο πρωθυπουργός οφείλει να βρίσκεται μπροστά στην αλήθεια και όχι πίσω από προσεκτικά γραμμένα κείμενα.

Η οργή των πυροσβεστών και των πολιτών δεν είναι συγκυριακή. Είναι συσσωρευμένη. Έρχεται από την Εύβοια, τη Ρόδο, τη Θεσσαλία, την Αττική, τα Τέμπη, τις πλημμύρες και τις φωτιές. Έρχεται από κάθε φορά που το κράτος εμφανίζεται πανίσχυρο στην επικοινωνία και αδύναμο στην πράξη.

Η χώρα χρειάζεται μια Πολιτική Προστασία που θα σώζει ζωές πριν χρειαστεί να θρηνήσει. Χρειάζεται πυροσβέστες με μόνιμη σχέση εργασίας, σύγχρονα μέσα, αξιοπρεπείς συνθήκες και πραγματική στήριξη. Χρειάζεται κυβέρνηση που να αναλαμβάνει ευθύνη, όχι κυβέρνηση που κάθε φορά ανακαλύπτει ότι η φύση ήταν πιο δυνατή από τον σχεδιασμό της.

Γιατί όταν οι φλόγες σαρώνουν την Αττική, όταν οι χειριστές και οι πυροσβέστες χάνονται στο καθήκον και όταν οι πολίτες βλέπουν την περιουσία τους να γίνεται στάχτη, η χώρα δεν χρειάζεται άλλο ένα κυριακάτικο κείμενο. Χρειάζεται αλήθεια, λογοδοσία και ένα κράτος που να μη θυμάται την πρώτη γραμμή μόνο όταν χρειάζεται φωτογραφίες.