Νέοι και συνταξιούχοι εκτός ατζέντας: Η πολιτική συζήτηση μένει στα σύμβολα
Σύνοψη Άρθρου
Μέσα στον νέο κομματικό αναβρασμό, η κοινωνική ατζέντα παραμένει στο περιθώριο.
Νέοι, συνταξιούχοι, μισθωτοί και αγρότες απουσιάζουν από τις κεντρικές πολιτικές δεσμεύσεις.
Τα βασικά ζητήματα αφορούν φορολογία, συντάξεις, ΕΚΑΣ, όρια ηλικίας, στέγη και απουσία ουσιαστικής προστασίας.
Μέσα στον έντονο κομματικό αναβρασμό των τελευταίων ημερών, με νέα πολιτικά σχήματα, επανεμφανίσεις προσώπων και καινούργιες αντιπαραθέσεις, προκαλεί εντύπωση η σχεδόν πλήρης απουσία της κοινωνικής ατζέντας. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αορατότητα δύο κρίσιμων κοινωνικών ομάδων: των νέων και των συνταξιούχων.
Τα νέα κόμματα, αλλά και τα παλαιά πολιτικά πάθη που ανακυκλώνονται με νέα ονόματα και διαφορετικά επικοινωνιακά περιτυλίγματα, δείχνουν να προσπερνούν τα βασικά οικονομικά αιτήματα και τα πιο επείγοντα κοινωνικά προβλήματα.
Η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε σύμβολα, χρώματα, εντυπώσεις και σύντομα μηνύματα στα κοινωνικά δίκτυα. Απουσιάζουν όμως οι δεσμεύσεις με πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα. Οι αγωνίες των πολιτών, ιδίως των πιο ευάλωτων, δεν φαίνεται να βρίσκουν χώρο στο νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται με ταχύτητα και ρευστότητα.
Μισθωτοί και συνταξιούχοι χωρίς ουσιαστική ελάφρυνση
Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι παραμένουν χωρίς ουσιαστικό όφελος και χωρίς πραγματική φορολογική ελάφρυνση εδώ και 17 χρόνια. Το αφορολόγητο όριο παραμένει αναλλοίωτο, ενώ η φορολογική κλίμακα δεν έχει τιμαριθμοποιηθεί, παρά τη διαρκή αύξηση του κόστους ζωής και τη διάβρωση του εισοδήματος από την ακρίβεια.
Την ίδια ώρα, τα νέα πολιτικά σχήματα αποφεύγουν να τοποθετηθούν με σαφήνεια απέναντι στις μεγάλες περικοπές του νόμου Κατρούγκαλου, του ν. 4387/2016. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, συνεχίζει να σιωπά, παρότι ανήλθε στην εξουσία έχοντας στηρίξει πολιτικά την ανάγκη κατάργησης του συγκεκριμένου πλαισίου.
Οι ασφαλισμένοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο πλήρους φτωχοποίησης. Δεν προβλέπεται κατώτατο όριο αποδοχών στις συντάξεις. Από την κατάργηση του σχετικού «κατωφλίου» το 2015, με την υπουργική απόφαση Χαϊκάλη, δεν υπάρχει σταθερός μηχανισμός αποτροπής της φτώχειας στους ηλικιωμένους.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η κατάργηση του ΕΚΑΣ την περίοδο 2016-2018. Το επίδομα λάμβαναν σχεδόν 360.000 χαμηλοσυνταξιούχοι με εισοδηματικά κριτήρια. Έκτοτε δεν έχει θεσπιστεί μόνιμος και νομοθετημένος μηχανισμός ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων. Από τα κόμματα, μόνο το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να δεσμεύεται για την επαναφορά του.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί με τα υψηλότερα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης στην Ευρώπη. Μετά την επικείμενη αναπροσαρμογή βάσει του προσδόκιμου ζωής, τα όρια ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 67 έτη για όσους δεν έχουν συμπληρώσει 40 χρόνια ασφάλισης.
Παράλληλα, οι ασφαλισμένοι καταβάλλουν εισφορές υγείας από κάθε πηγή εισοδήματος: κύρια σύνταξη, επικουρική, σύνταξη χηρείας και εργασία συνταξιούχου. Το ποσοστό εισφοράς αυξήθηκε στο 6%, ενώ έως το 2015 ήταν 4% και αφορούσε μόνο τις κύριες συντάξεις.
Ιδιαίτερα βαρύ είναι το καθεστώς για τους συνταξιούχους με μεικτές κύριες συντάξεις άνω των 1.468 ευρώ και επικουρικές άνω των 300 ευρώ. Εκτός από τη φορολογική κλίμακα, επιβαρύνονται και με την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων. Σε συνδυασμό με την εισφορά υγείας, η συνολική επιβάρυνση μπορεί να ξεπερνά το 50% από το πρώτο ευρώ.
Παραμένει επίσης ανοιχτό το ζήτημα της μη εφαρμογής των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα αναδρομικά της περιόδου Ιούνιος 2015 - Μάιος 2016, καθώς και για τα Δώρα. Δεν έχουν ακόμη διορθωθεί ούτε τα ποσοστά των επικουρικών συντάξεων.
Οι συντάξεις χηρείας υποβαθμίζονται σε ποσοστό 35% επί των αποδοχών του άμεσα ασφαλισμένου που απεβίωσε. Επιπλέον, ο νόμος προβλέπει την αποκοπή της εθνικής σύνταξης όταν υπάρχει συνταξιοδότηση εξ ιδίου δικαιώματος, δηλαδή μη καταβολή διπλής εθνικής σύνταξης. Αν η πρόβλεψη εφαρμοστεί, με βάση και την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η σύνταξη χηρείας κινδυνεύει να μετατραπεί σε απλό επίδομα.
Την ίδια ώρα, δεν παρέχεται στις χήρες και στους χήρους η δυνατότητα επιλογής για το ποια σύνταξη θα περικοπεί, η σύνταξη λόγω θανάτου ή η σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος.
Αγρότες, ενεργός γήρανση και στεγαστικό αδιέξοδο των νέων
Σοβαρές στρεβλώσεις καταγράφονται και στις αγροτικές συντάξεις. Οι συντάξεις αγροτών, ιδίως για την περίοδο 2019-2020, είναι χαμηλότερες ακόμη και από τη σύνταξη ανασφάλιστου ηλικιωμένου, δηλαδή κάτω από τα 418 ευρώ μεικτά. Αυτό συμβαίνει παρότι οι αγρότες συνταξιοδοτούνται επίσης στο 67ο έτος και έχουν καταβάλει εισφορές για 30 ή και περισσότερα χρόνια.
Οι αγρότες εξακολουθούν να μην λαμβάνουν πλήρη εθνική σύνταξη, την ώρα που αυτή καταβάλλεται στους ασφαλισμένους του αστικού τομέα, ακόμη και σε ομογενείς ή μετανάστες που διαβιούν επί 30 χρόνια στην Ελλάδα.
Δεν προβλέπεται επίδομα γάμου ούτε, κυρίως, επίδομα τέκνων μέχρι το 24ο έτος, όπως ισχύει για τους εν ενεργεία εργαζόμενους. Σε μια χώρα που βρίσκεται αντιμέτωπη με βαθιά δημογραφική κρίση, η τεκνοποίηση μετά το 38ο έτος ηλικίας αντιμετωπίζεται στην πράξη χωρίς ουσιαστική ασφαλιστική και εισοδηματική προστασία.
Παράλληλα, το σύστημα διατηρεί ισχυρά αντικίνητρα για τη συνέχιση της εργασίας μετά τη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης. Από το 35ο έως το 40ό έτος, το ποσοστό αναπλήρωσης αυξάνεται κατά 2,55% για κάθε επιπλέον χρόνο παραμονής στην ασφάλιση. Μετά το 40ό έτος, όμως, η προσαύξηση περιορίζεται μόλις στο 0,5% ετησίως, αποθαρρύνοντας την ενεργό γήρανση.
Οι ετήσιες αυξήσεις στις συντάξεις παραμένουν χαμηλότερες από τον πραγματικό πληθωρισμό και δεν αναπληρώνουν την απώλεια διαθέσιμου εισοδήματος που προκαλεί η ακρίβεια. Το αποτέλεσμα παράγεται μέσα από τον μηχανισμό που αποδίδει το μισό του επίσημου πληθωρισμού και το μισό της οικονομικής μεγέθυνσης, δηλαδή της αύξησης του ΑΕΠ.
Στο άλλο άκρο της ηλικιακής κλίμακας, οι νέοι παραμένουν χωρίς ουσιαστική στεγαστική συνδρομή, την ώρα που η κρίση των ενοικίων έχει μετατραπεί σε μόνιμη κοινωνική ασφυξία. Τα ενοίκια αυξάνονται, οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και η απόκτηση κατοικίας μετατρέπεται σε σχεδόν απαγορευτικό στόχο για μεγάλο μέρος της νέας γενιάς.
Το κράτος εξακολουθεί να καθορίζει το ύψος των αμοιβών μέσω κυβερνητικών αποφάσεων για τον βασικό μισθό, χωρίς να διαμορφώνει αντίστοιχο πλαίσιο προστασίας απέναντι στο κόστος στέγασης, στη φορολογική πίεση και στην ακρίβεια που πλήττει κυρίως τους χαμηλόμισθους και τους νέους εργαζόμενους.
Το πολιτικό σκηνικό αναδιατάσσεται, νέα κόμματα εμφανίζονται και παλαιές αντιπαραθέσεις επιστρέφουν με νέα ονόματα. Όμως η κοινωνική πραγματικότητα παραμένει σκληρή. Χωρίς δεσμεύσεις για φορολογική δικαιοσύνη, συνταξιοδοτική προστασία, στεγαστική πολιτική και πραγματική στήριξη των νέων και των ηλικιωμένων, η πολιτική αλλαγή κινδυνεύει να μείνει στην επιφάνεια.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Καζακστάν: Δεκτό το ουράνιο του Ιράν
Ρωσικές απώλειες: 223.539 νεκροί στρατιώτες
Αδιέξοδο στη σύσκεψη για την κτηνοτροφία