7 Απριλίου 2026

Νέα παρέμβαση της ΕΚΕ για οξύ έμφραγμα και καρδιακή αποκατάσταση

Την ανάγκη για ένα άμεσο, ενιαίο και μακρόπνοο σχέδιο απέναντι στα καρδιαγγειακά νοσήματα ανέδειξε ο πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, καθηγητής Καρδιολογίας του ΕΚΠΑ, Κωνσταντίνος Τούτουζας, κατά τη διάρκεια ενημερωτικής εκδήλωσης, επισημαίνοντας ότι οι καρδιαγγειακές παθήσεις εξακολουθούν να αποτελούν τη βασική αιτία θανάτου. Όπως τόνισε, η χώρα χρειάζεται οργανωμένες παρεμβάσεις που θα καλύπτουν όλο το φάσμα, από την πρόληψη έως την έγκαιρη θεραπεία και τη φάση της αποκατάστασης.

Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε η ανάγκη να διασφαλιστεί η εφαρμογή της θρομβόλυσης σε ολόκληρη την επικράτεια, με ιδιαίτερη έμφαση στις νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές, όπου η πρόσβαση σε αιμοδυναμικά κέντρα δεν είναι άμεση. Ο πρόεδρος της ΕΚΕ υπογράμμισε ότι η ανισότητα στην πρόσβαση σε κρίσιμες θεραπείες παραμένει σοβαρό ζήτημα για το δημόσιο σύστημα υγείας.

Πρόταση για εθνικό σχέδιο κατά των καρδιαγγειακών νοσημάτων

Ο καθηγητής ανέδειξε παράλληλα το μεγάλο κενό που παρατηρείται μετά το οξύ επεισόδιο, καθώς πολλοί ασθενείς επιστρέφουν στην καθημερινότητά τους χωρίς την αναγκαία ιατρική και λειτουργική υποστήριξη. Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε ως αναγκαία προτεραιότητα τη δημιουργία οργανωμένων Κέντρων Αποκατάστασης Καρδιοπαθών, ώστε η φροντίδα να μην σταματά με την πρώτη νοσηλεία, αλλά να συνεχίζεται με συστηματικό τρόπο.

Κεντρικός άξονας της τοποθέτησής του ήταν η ανάγκη εκπόνησης ενός νέου εθνικού σχεδίου για την αντιμετώπιση των καρδιαγγειακών νοσημάτων, με ενίσχυση των διαθέσιμων πόρων από την Πολιτεία και συνεργασία με ευρωπαϊκούς φορείς. Σύμφωνα με την ΕΚΕ, απαιτείται μια σταθερή και μακροπρόθεσμη στρατηγική υγείας που θα αντιμετωπίζει το πρόβλημα με συστηματικό και όχι αποσπασματικό τρόπο.

Η θρομβόλυση ως κρίσιμο εργαλείο για το οξύ έμφραγμα

Σε επιστολή της προς τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία εισηγήθηκε τη θέσπιση ρύθμισης που θα διασφαλίζει την εφαρμογή της θρομβολυτικής θεραπείας σε όλους τους ασθενείς που προσέρχονται σε υγειονομικές μονάδες με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ανάσπαση του ST στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα και τις διεθνείς οδηγίες.

Όπως επισημαίνει η ΕΚΕ, η άμεση επαναιμάτωση του μυοκαρδίου αποτελεί τον θεμελιώδη πυλώνα της θεραπευτικής αντιμετώπισης του STEMI. Οι ασθενείς που φτάνουν σε υγειονομική δομή μέσα στις πρώτες 12 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων πρέπει να υποβάλλονται χωρίς καθυστέρηση σε θεραπεία επαναιμάτωσης, είτε με πρωτογενή αγγειοπλαστική είτε, όταν δεν είναι εφικτή η έγκαιρη πρόσβαση σε κατάλληλο κέντρο, με θρομβόλυση.

Η Εταιρεία υπογραμμίζει ότι η πρακτική αυτή στηρίζεται σε ισχυρά επιστημονικά δεδομένα και περιλαμβάνεται σταθερά στις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες των τελευταίων δεκαετιών, μεταξύ αυτών και στις πιο πρόσφατες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας για τη διαχείριση των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η θρομβόλυση μπορεί να αποτρέψει κατά μέσο όρο 30 πρώιμους θανάτους ανά 1.000 ασθενείς όταν χορηγείται εντός έξι ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων, ενώ το όφελος είναι ακόμη μεγαλύτερο σε ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως οι ηλικιωμένοι.

Τι ζητά η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία

Η ΕΚΕ εισηγείται ότι κάθε ασθενής με διάγνωση οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου με ανάσπαση του ST, ο οποίος φτάνει σε μονάδα υγείας χωρίς εφημερεύον αιμοδυναμικό τμήμα, πρέπει να μεταφέρεται σε νοσοκομείο με διαθέσιμο αιμοδυναμικό εργαστήριο, εφόσον αυτό μπορεί να γίνει σε λιγότερο από 120 λεπτά. Αν ο εκτιμώμενος χρόνος μεταφοράς υπερβαίνει το όριο αυτό, τότε θα πρέπει να εφαρμόζεται θρομβολυτική θεραπεία, με βάση τις ισχύουσες ενδείξεις και αντενδείξεις.

Μετά τη θρομβόλυση, ο ασθενής θα πρέπει να διακομίζεται το ταχύτερο δυνατό σε νοσοκομείο με Αιμοδυναμικό Τμήμα, ώστε να υποβληθεί σε στεφανιογραφία και, εφόσον απαιτείται, σε αγγειοπλαστική μέσα σε 24 ώρες από την ολοκλήρωση της αγωγής. Η Εταιρεία τονίζει ακόμη ότι η διάγνωση και η έναρξη της θεραπείας πρέπει κατά βάση να γίνονται από καρδιολόγους σε καρδιολογικές κλινικές. Όπου όμως δεν υπάρχει καρδιολόγος, όπως σε μικρά περιφερειακά νοσοκομεία ή κέντρα υγείας, η διαχείριση θα πρέπει να γίνεται από γενικούς ιατρούς ή παθολόγους σε συνεργασία με την εφημερεύουσα καρδιολογική υπηρεσία.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην προνοσοκομειακή εφαρμογή της θρομβόλυσης, όπου υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Η ΕΚΕ σημειώνει ότι εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό μπορεί να αξιολογήσει επιτόπου το ηλεκτροκαρδιογράφημα ή να το διαβιβάσει για απομακρυσμένη εκτίμηση, στοιχείο που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό για την επιβίωση του ασθενούς.

Το έλλειμμα στην αποκατάσταση και το οικονομικό βάρος

Σε δεύτερη επιστολή της, μέσω της Ομάδας Εργασίας Πρόληψης και Αποκατάστασης, η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία υπογραμμίζει ότι το οικονομικό βάρος των καρδιαγγειακών νοσημάτων για τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας ξεπερνά τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Παράλληλα, όσοι επιβιώνουν από ένα μη θανατηφόρο καρδιαγγειακό επεισόδιο συχνά απομακρύνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα από την εργασία τους και χρειάζονται μακρά υποστήριξη τόσο από το σύστημα υγείας όσο και από το οικογενειακό τους περιβάλλον.

Η καρδιακή αποκατάσταση, όπως επισημαίνεται, αποτελεί μια σύνθετη και ολοκληρωμένη παρέμβαση με διπλό στόχο: αφενός την αποθεραπεία μετά από ένα οξύ καρδιακό επεισόδιο και αφετέρου τη δευτερογενή πρόληψη για όσους ζουν με χρόνια καρδιαγγειακά νοσήματα. Η διαδικασία αυτή υλοποιείται σε εξειδικευμένα κέντρα, στελεχωμένα από καρδιολόγους με ειδική κατάρτιση και από άλλους επαγγελματίες υγείας με την απαραίτητη εκπαίδευση.

Στόχος της καρδιακής αποκατάστασης είναι η κλινική σταθεροποίηση των ασθενών, η καλύτερη ρύθμιση των παραγόντων κινδύνου, η σταδιακή αποκατάσταση της φυσικής δραστηριότητας, ο περιορισμός των σωματικών και ψυχολογικών συνεπειών της νόσου και η μείωση της πιθανότητας νέων καρδιαγγειακών επεισοδίων. Η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία επιμένει ότι χωρίς οργανωμένο δίκτυο αποκατάστασης, η φροντίδα των ασθενών παραμένει ελλιπής και το σύστημα χάνει μια κρίσιμη ευκαιρία για ουσιαστική πρόληψη και βελτίωση της ποιότητας ζωής.