Νέα τάξη πραγμάτων με Κίνα ονειρεύεται ο Καναδός πρωθυπουργός
Η ιδέα ότι ο Καναδάς μπορεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα βασίζεται σε ένα γνώριμο σφάλμα των μεσαίων δυνάμεων: τη σύγχυση ανάμεσα στο εμπόριο και τη στρατηγική ασφάλεια. Η εμπορική συναλλαγή με την Κίνα αποτελεί πραγματικότητα για πολλές χώρες. Η αναβάθμιση, όμως, αυτής της σχέσης σε «στρατηγική εταιρική σχέση», ιδιαίτερα σε πεδία που αγγίζουν την ασφάλεια, παραπέμπει σε ένα πρόσφατο και σαφές προηγούμενο που έχει αφήσει έντονα σημάδια στην καναδική εμπειρία.
Ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϋ δείχνει να επενδύει σε ένα όραμα πολυκεντρικής ισορροπίας, όπου η χώρα του θα μειώσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ και θα κινηθεί με μεγαλύτερη αυτονομία ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η Κίνα παρουσιάζεται ως πιθανός στρατηγικός συνομιλητής. Το ζήτημα δεν αφορά τις εμπορικές συμφωνίες, οι οποίες αποτελούν πάγια πρακτική στη διεθνή πολιτική. Αφορά την εκτίμηση ότι ένα αυταρχικό καθεστώς, με τεκμηριωμένο ιστορικό χρήσης οικονομικών και διπλωματικών εργαλείων ως μέσων πίεσης, μπορεί να προσφέρει σταθερότητα και προβλεψιμότητα σε στρατηγικό επίπεδο.
Η πρόσφατη επίσκεψη του Κάρνεϋ στο Πεκίνο παρουσιάστηκε ως προσπάθεια επανεκκίνησης των σχέσεων και προσαρμογής στις διεθνείς συνθήκες. Στο πρακτικό σκέλος, η ατζέντα ήταν σαφώς οικονομική: αποκλιμάκωση εντάσεων, συζήτηση για δασμούς σε κρίσιμους τομείς όπως τα ηλεκτρικά οχήματα και τα αγροτικά προϊόντα, καθώς και αναζήτηση μεγαλύτερης διαφοροποίησης των εξαγωγών. Η μετάβαση, όμως, από την οικονομική διευκόλυνση στην πολιτική αναβάθμιση της Κίνας εισάγει μια διάσταση κινδύνου με ευρύτερες συνέπειες.
Η εικόνα αυτή γίνεται πιο έντονη αν ληφθεί υπόψη το πρόσφατο παρελθόν των διμερών σχέσεων. Η υπόθεση της Μενγκ Ουανζού της Huawei, που συνελήφθη στον Καναδά το 2018 κατόπιν αιτήματος των ΗΠΑ στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης, αποτέλεσε σημείο καμπής. Η κινεζική αντίδραση υπήρξε σκληρή και πολυεπίπεδη, με άμεσο κόστος για τον Καναδά. Το 2021, όταν το αμερικανικό αίτημα αποσύρθηκε και η υπόθεση έκλεισε, το πολιτικό αποτύπωμα παρέμεινε. Η Οττάβα είχε ήδη βιώσει στην πράξη τον τρόπο με τον οποίο το Πεκίνο ασκεί πίεση όταν διακυβεύονται ζωτικά του συμφέροντα.
Από αυτό το επεισόδιο προκύπτουν σαφή συμπεράσματα. Η Κίνα αντιμετωπίζει τις διαφωνίες ως εργαλεία άσκησης καταναγκασμού και μεταφοράς κόστους. Παράλληλα, η δομή και η λειτουργία του καθεστώτος της παραμένουν προσανατολισμένες στην ισχύ και τον έλεγχο, με περιορισμένο χώρο για θεσμικές εγγυήσεις και σταθερούς κανόνες. Η αξιοπιστία, ως στοιχείο στρατηγικής συνεργασίας, συνδέεται με συνέπεια και προβλεψιμότητα, χαρακτηριστικά που απουσιάζουν από ένα σύστημα που προσαρμόζει τις δεσμεύσεις του ανάλογα με τις συγκυρίες.
Στο υπόβαθρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται και η αμερικανική πολιτική πίεση προς συμμάχους. Στον δημόσιο λόγο κυκλοφορεί η εκτίμηση ότι οι εμπορικές εντάσεις και οι δασμοί της περιόδου Τραμπ ώθησαν τον Καναδά να αναζητήσει εναλλακτικές διαδρομές. Η λογική της αναζήτησης αντισταθμισμάτων φαίνεται απλή σε θεωρητικό επίπεδο. Στην πράξη, όμως, μια τέτοια προσέγγιση ενέχει σοβαρούς κινδύνους για μια χώρα της οποίας η οικονομία και η ασφάλεια είναι βαθιά συνδεδεμένες με τις ΗΠΑ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον βασικό εμπορικό εταίρο του Καναδά, τον κεντρικό πυλώνα της αμυντικής του αρχιτεκτονικής και τον άξονα της γεωπολιτικής του σταθερότητας. Τα ανοίγματα προς την Κίνα μπορούν να προσφέρουν περιορισμένες οικονομικές ανάσες, οι οποίες παραμένουν ευάλωτες σε αιφνίδιες μεταβολές στάσης από το Πεκίνο. Την ίδια στιγμή, η Κίνα έχει στρατηγικό συμφέρον να ενθαρρύνει την απομάκρυνση συμμάχων της Ουάσιγκτον, αξιοποιώντας το αφήγημα της «στρατηγικής αυτονομίας» ως μέσο αποδυνάμωσης της δυτικής συνοχής.
Στο επίπεδο της στρατηγικής συνεργασίας, ιδίως όταν εμπλέκονται ζητήματα ασφάλειας, η αξιοπιστία αποκτά μετρήσιμες διαστάσεις. Συνδέεται με σαφείς κανόνες, διαφάνεια και σταθερότητα στις αποφάσεις. Η κινεζική προσέγγιση χαρακτηρίζεται από επιλεκτική εφαρμογή κανόνων, περιορισμένη διαφάνεια και ευελιξία που συχνά μεταφράζεται σε απρόβλεπτες μεταβολές πολιτικής. Σε αυτό το περιβάλλον, η Κίνα μπορεί να λειτουργήσει ως εμπορικός συνομιλητής υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, χωρίς να προσφέρει ασφαλές έδαφος για στρατηγική εμπιστοσύνη.
Η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στη συζήτηση απαιτεί διάκριση ανάμεσα στο επικοινωνιακό ύφος και στο στρατηγικό αποτέλεσμα. Η έμφαση πολλών μέσων στον θόρυβο και στις εντάσεις συχνά επισκιάζει τη βασική επιδίωξη της αμερικανικής πολιτικής: τον καθορισμό ορίων σε ένα διεθνές περιβάλλον ανταγωνισμού ισχύος. Το πρόβλημα προκύπτει όταν οι πιέσεις αυτές οδηγούν ορισμένους συμμάχους σε επιλογές που μεταφράζουν την επιθυμία για αυτονομία σε αυξημένο στρατηγικό ρίσκο.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Βόρεια Αμερική και η Δύση έχουν κοινό συμφέρον στη διατήρηση ενιαίου μετώπου απέναντι σε έναν ανταγωνιστή που επιδιώκει τη διάσπαση και τις ειδικές διευθετήσεις. Η Κίνα δρα με στόχο τη μετατόπιση της διεθνούς ισορροπίας προς όφελός της, αξιοποιώντας οικονομικά και πολιτικά εργαλεία επιρροής.
Σε αυτή τη βάση, το όραμα μιας «νέας τάξης» για τον Καναδά θυμίζει μια παλαιότερη αυταπάτη της διεθνούς πολιτικής: την προσδοκία στρατηγικής σύμπλευσης με έναν συστημικό ανταγωνιστή χωρίς ουσιαστικό κόστος. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες επιλογές συνοδεύονται συνήθως από συνέπειες που γίνονται αντιληπτές εκ των υστέρων.
Πιο Δημοφιλή
Η επιστήμη έχει πάρει μια στροφή προς το σκοτάδι
Τα παγκόσμια κέντρα εξουσίας μετατρέπουν τρόφιμα και νερό σε όπλα ελέγχου
Πιο Πρόσφατα
Νέα τάξη πραγμάτων με Κίνα ονειρεύεται ο Καναδός πρωθυπουργός