22 Ιουλίου 2026

Πολιτισμός Α.Ε.: Στο σφυρί μνημεία, μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι

Ένα ακόμη σχέδιο βαθιάς εμπορευματοποίησης της δημόσιας περιουσίας προωθεί η κυβέρνηση, αυτή τη φορά πάνω στον πιο ευαίσθητο πυρήνα της χώρας: την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Με νομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού συστήνεται Ανώνυμη Εταιρεία Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε., στην οποία σχεδιάζεται να παραχωρηθεί για 50 χρόνια, με δυνατότητα παράτασης για άλλα 50, η διαχείριση αρχαιολογικών χώρων, μουσείων, εισιτηρίων, αναψυκτηρίων και ψηφιακών προϊόντων.

Η επιλογή αυτή σηματοδοτεί για πρώτη φορά τη μεταφορά κρίσιμων αρμοδιοτήτων από δημόσιους φορείς σε εταιρικό σχήμα ιδιωτικού δικαίου. Η πολιτιστική κληρονομιά, αντί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως δημόσιο αγαθό που προστατεύεται από το κράτος, εισάγεται σε μοντέλο επιχειρηματικής εκμετάλλευσης, με έσοδα, επενδύσεις και εμπορικές χρήσεις να αποκτούν κεντρικό ρόλο.

Το κυβερνητικό σχέδιο είχε αρχίσει να διαμορφώνεται ήδη από τον Δεκέμβριο του 2025. Τότε, το υπουργείο Πολιτισμού ανέθεσε με σύμβαση ύψους 30.000 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ, σε νεαρή δικηγόρο τη νομική υποστήριξη για την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου σχετικά με την ψηφιακή αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η συγκεκριμένη ανάθεση συνδέεται άμεσα με το υπό κατάθεση νομοσχέδιο, καθώς η ψηφιακή εκμετάλλευση αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και πολιτιστικού υλικού αποτελεί βασικό πεδίο δραστηριότητας της νέας Ανώνυμης Εταιρείας.

Τον Φεβρουάριο του 2026 ακολούθησε νέα απευθείας ανάθεση, αυτή τη φορά στη συμβουλευτική εταιρεία OCTANE Α.Ε., ύψους 29.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Αντικείμενο της σύμβασης ήταν η εκπόνηση μελέτης βιωσιμότητας και επιχειρησιακού σχεδίου για τον υπό σύσταση οργανισμό.

Οι δύο συμβάσεις αποκαλύπτουν ότι η κυβέρνηση είχε προετοιμάσει εγκαίρως τη μετάβαση σε εταιρικό μοντέλο διαχείρισης, πριν ακόμη το σχέδιο παρουσιαστεί δημόσια και τεθεί υπό ουσιαστικό κοινοβουλευτικό ή κοινωνικό έλεγχο.

Εταιρεία με δημόσιο χρήμα και διαχείριση ενός αιώνα

Με την ίδρυσή της, η νέα εταιρεία προβλέπεται να λάβει έκτακτη επιχορήγηση ύψους 3 εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και επιπλέον 3 εκατομμύρια ευρώ σε μετοχικό κεφάλαιο από το Δημόσιο και τον Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων.

Ο ΟΔΑΠ αποτελεί μέχρι σήμερα τον θεσμικά αρμόδιο φορέα του υπουργείου Πολιτισμού για την ανάδειξη, την προβολή και την αξιοποίηση της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και για την υποστήριξη της λειτουργίας αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και μουσείων.

Με το νέο σχήμα, ένα σημαντικό μέρος αυτών των αρμοδιοτήτων μεταφέρεται στην Ανώνυμη Εταιρεία. Σύμφωνα με τις διατάξεις του νομοσχεδίου, το 60% των καθαρών εσόδων θα αποδίδεται στον ΟΔΑΠ, ενώ το υπόλοιπο 40% θα παραμένει στην εταιρεία για τη χρηματοδότηση της λειτουργίας, των επενδύσεων και των επιχειρηματικών της δράσεων.

Η κατανομή αυτή καθιστά σαφές ότι η πολιτιστική πολιτική μετασχηματίζεται σε πεδίο εταιρικής διαχείρισης. Τα έσοδα από τα εισιτήρια, τα πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, τις εκδηλώσεις και την ψηφιακή αξιοποίηση των μνημείων θα αποτελούν πλέον βασικό εργαλείο χρηματοδότησης ενός φορέα που θα λειτουργεί με τους κανόνες της αγοράς.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η χρονική διάρκεια της παραχώρησης. Η αρχική περίοδος των 50 ετών, με δυνατότητα επέκτασης για ακόμη μισό αιώνα, δημιουργεί ένα καθεστώς μακροχρόνιας δέσμευσης της δημόσιας πολιτιστικής περιουσίας, το οποίο μπορεί να επηρεάσει πολλές επόμενες γενιές.

Αντιδράσεις εργαζομένων και σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας

Η κυβερνητική απόφαση έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις από εργαζομένους στον πολιτισμό, επιστημονικούς φορείς και συλλογικότητες, οι οποίοι καταγγέλλουν ότι ανοίγει ο δρόμος για την πλήρη εμπορευματοποίηση αρχαιολογικών χώρων και μουσείων. Από σήμερα ξεκινούν στάσεις εργασίας, με αίτημα την απόσυρση του νομοσχεδίου και τη διατήρηση της διαχείρισης υπό αποκλειστικά δημόσιο έλεγχο.

Παράλληλα, εγείρονται σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας. Το Σύνταγμα αναθέτει στο κράτος την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς, υποχρέωση που δεν μπορεί να υποβαθμίζεται σε επιχειρηματική λειτουργία ούτε να εξαρτάται από οικονομικούς δείκτες και εταιρικές αποδόσεις.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει το νέο σχήμα ως εργαλείο εκσυγχρονισμού και καλύτερης αξιοποίησης. Η πραγματικότητα δείχνει τη σταδιακή απομάκρυνση της πολιτιστικής πολιτικής από τον δημόσιο χαρακτήρα της και τη μετατροπή μνημείων, μουσείων και αρχαιολογικών χώρων σε προϊόντα εμπορικής εκμετάλλευσης.

Οι μνήμες παραμένουν νωπές από την προβολή εμπορικών σημάτων πάνω από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, τις επιδείξεις μόδας, τις ιδιωτικές εκδηλώσεις και τις συζητήσεις για γάμους ή άλλες χρήσεις σε εμβληματικά μνημεία της χώρας.

Το νέο νομοσχέδιο δημιουργεί ακόμη περισσότερες δυνατότητες για τέτοιες πρακτικές, καθώς ο εταιρικός φορέας θα διαθέτει ισχυρό οικονομικό κίνητρο να διευρύνει τις εμπορικές δραστηριότητες και να αυξάνει τα έσοδά του.

Η πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας αποτελεί συλλογική περιουσία και ιστορική παρακαταθήκη. Δεν ανήκει σε κυβερνήσεις, διοικήσεις ή εταιρικά σχήματα και δεν μπορεί να παραδίδεται για έναν αιώνα σε έναν μηχανισμό ιδιωτικού δικαίου που θα λειτουργεί με όρους κερδοφορίας.

Η κυβέρνηση καλείται να αποσύρει τη ρύθμιση και να απαντήσει με σαφήνεια ποιοι θα ελέγχουν τη νέα εταιρεία, ποια συμφέροντα θα μπορούν να συνεργάζονται μαζί της και ποια όρια θα τεθούν στις εμπορικές χρήσεις μνημείων και αρχαιολογικών χώρων.

Η προστασία του πολιτισμού αποτελεί κρατική και συνταγματική υποχρέωση. Η μετατροπή της σε εταιρική δραστηριότητα συνιστά πολιτική επιλογή με βαριές και μακροχρόνιες συνέπειες για τη δημόσια περιουσία και την ιστορική ταυτότητα της χώρας.