8 Ιουνίου 2026

Νέο κόμμα Σαμαρά και φόβος στο Μαξίμου

Ο Αντώνης Σαμαράς έχει πλέον περάσει το σημείο της επιστροφής. Η δημόσια τοποθέτησή του την προηγούμενη Παρασκευή από την Κρήτη, όπου κατέστησε σαφές ότι έχει λάβει τις τελικές του αποφάσεις και ότι ο ίδιος θα επιλέξει τον χρόνο και τον τρόπο ανακοίνωσής τους, λειτούργησε ως ουσιαστική προαναγγελία νέου πολιτικού φορέα.

Στη Νέα Δημοκρατία, ακόμη και οι τελευταίοι δύσπιστοι αντιλαμβάνονται πλέον ότι στις επόμενες εκλογές ενδέχεται να βρεθούν απέναντι σε έναν πρώην πρωθυπουργό και πρώην πρόεδρο της παράταξης. Πρόκειται για εξέλιξη με ισχυρό ιστορικό φορτίο, καθώς παραπέμπει ευθέως στο 1993, όταν η ρήξη στο εσωτερικό της κεντροδεξιάς είχε οδηγήσει σε βαθιά πολιτική ανατροπή.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ανάμεσα σε όσους θεωρούσαν μέχρι πρόσφατα ότι ο κ. Σαμαράς τελικά δεν θα προχωρούσε στη συγκρότηση νέου κόμματος ήταν και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Η εκτίμηση αυτή φαίνεται ότι διαψεύδεται από την ίδια τη δυναμική των γεγονότων. Στην Πειραιώς αντιλαμβάνονται πλέον ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω και επεξεργάζονται την πολιτική και επικοινωνιακή γραμμή απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό.

Μέχρι στιγμής, η επίσημη αντίδραση της κυβέρνησης κινείται σε συγκρατημένους τόνους. Ενδεικτική ήταν η τοποθέτηση του Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος απέδωσε τις κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά σε «προσωπική ατζέντα» και «προσωπικές πικρίες». Ωστόσο, πίσω από τη θεσμική ψυχραιμία, κυβερνητικά στελέχη γνωρίζουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να διαθέτει πραγματική επιρροή σε τμήμα της παραδοσιακής βάσης της Νέας Δημοκρατίας.

Η επιρροή αυτή αφορά κυρίως ψηφοφόρους που έχουν αποστασιοποιηθεί από τη σημερινή κυβερνητική γραμμή, πολίτες που διαφωνούν με επιλογές του Μεγάρου Μαξίμου και εκλογικά ακροατήρια που στις ευρωεκλογές επέλεξαν την αποχή ή κινήθηκαν προς άλλα πολιτικά σχήματα. Οι πρώτες εκτιμήσεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο κάνουν λόγο για δυνητική φθορά της Ν.Δ. της τάξης της μίας έως δύο ποσοστιαίων μονάδων, μέγεθος που σε συνθήκες οριακής αυτοδυναμίας μπορεί να αποκτήσει κρίσιμη σημασία.

Το δίκτυο Σαμαρά και οι πρώτοι πυρήνες

Στο παρασκήνιο, ο Αντώνης Σαμαράς φέρεται να έχει ήδη συγκροτήσει πανελλαδικό δίκτυο κομματικών πυρήνων. Σε αρκετές περιοχές έχουν πραγματοποιηθεί οι πρώτες συζητήσεις για πρόσωπα που θα μπορούσαν να στελεχώσουν τα ψηφοδέλτια ενός νέου πολιτικού φορέα. Οι επαφές, σύμφωνα με πληροφορίες, γίνονται από το γραφείο που διατηρεί ο πρώην πρωθυπουργός στη Μουρούζη, στο Κολωνάκι, σε μικρή απόσταση από το Μέγαρο Μαξίμου.

Η Πελοπόννησος παραμένει το βασικό πολιτικό του προπύργιο, ενώ οργανωτικές εστίες φαίνεται να διαμορφώνονται στην Αττική, στην Κεντρική Ελλάδα και στη Θεσσαλία. Στη Βόρεια Ελλάδα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η στάση της λεγόμενης καραμανλικής βάσης, η οποία διατηρεί αποστάσεις από τον σημερινό μητσοτακικό πυρήνα εξουσίας και παρακολουθεί τις εξελίξεις με εμφανή επιφυλακτικότητα.

Στον οργανωτικό κορμό του νέου εγχειρήματος αναμένεται να βρεθούν παλαιά κομματικά στελέχη και πρώην βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Μεταξύ των ονομάτων που αναφέρονται είναι οι Μανώλης Αγγελάκας, Θανάσης Σκορδάς, Αργύρης Ντινόπουλος, Φεβρωνία Πατριανάκου και Θανάσης Νταβλούρος, ενώ ο Γιώργος Λουλουδάκης φέρεται να ανήκει στον στενό κύκλο συνεργατών του πρώην πρωθυπουργού.

Σε σχέση με ενδεχόμενες μετακινήσεις εν ενεργεία βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, οι σχετικές πληροφορίες συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι θα είναι περιορισμένες και πάντως δεν αναμένονται πριν από την επίσημη προκήρυξη των εκλογών. Ο Αντώνης Σαμαράς εμφανίζεται να μην επιθυμεί να κατηγορηθεί ότι επιχειρεί να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση ή να δημιουργήσει συνθήκες κοινοβουλευτικής ανατροπής.

Η φράση του στην Κρήτη ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αλέξης Τσίπρας αποτελούν «δύο όψεις του ίδιου νομίσματος» συμπυκνώνει τη βασική πολιτική γραμμή του νέου εγχειρήματος. Ο στόχος είναι να αποδομηθεί εκ των προτέρων το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», είτε στις πρώτες κάλπες είτε σε πιθανές επαναληπτικές εκλογές.

Παρά την αντίδραση του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο οποίος χαρακτήρισε τη σύγκριση πολιτικά αβάσιμη, ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να τη θεμελιώσει σε συγκεκριμένους άξονες. Στην εξωτερική πολιτική, καταγγέλλει τον κατευνασμό της κυβέρνησης απέναντι στην Άγκυρα και τον συνδέει με τη λογική που, κατά τη δική του ανάγνωση, οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ στη Συμφωνία των Πρεσπών.

Στην οικονομία, αποδίδει και στις δύο διακυβερνήσεις πολιτική υπερπλεονασμάτων και επιδοματικής διαχείρισης. Στο πεδίο της Δικαιοσύνης, αντιπαραβάλλει τη σκευωρία Novartis με την υπόθεση των υποκλοπών, ενώ επαναφέρει και τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Παράλληλα, ασκεί κριτική στη λεγόμενη «woke ατζέντα» και στη μεταναστευτική πολιτική.

Στο κέντρο της κριτικής του βρίσκεται η αντίληψη της εξουσίας. Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσιάζεται ως πολιτικός «Μεσσίας» που διέλυσε τον χώρο του και επιχειρεί τώρα να τον ανασυγκροτήσει. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης περιγράφεται ως «Ηγεμόνας» που διέγραψε δύο πρώην προέδρους και πρωθυπουργούς της ίδιας του της παράταξης, επιβεβαιώνοντας, κατά τον κ. Σαμαρά, μια συγκεντρωτική και αποκομμένη από την κομματική βάση αντίληψη διακυβέρνησης.

Η μάχη για την κεντροδεξιά και ο φόβος του Μαξίμου

Η στρατηγική του Αντώνη Σαμαρά έχει σαφή στόχευση. Ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι η Νέα Δημοκρατία έχει υποστεί ιδεολογική μετάλλαξη και ότι στον χώρο της κεντροδεξιάς υπάρχει μεγάλο κενό εκπροσώπησης. Μέσα από αυτό το αφήγημα επιχειρεί να εκφράσει την παραδοσιακή, πατριωτική και συντηρητική βάση της παράταξης, καθώς και απογοητευμένους ψηφοφόρους που κινούνται δεξιότερα της σημερινής κυβέρνησης ή έχουν περάσει στην αποχή.

Με αυτή τη γραμμή, επιδιώκει να ακυρώσει το βασικό εκλογικό όπλο του Μεγάρου Μαξίμου. Η Νέα Δημοκρατία θα επιχειρήσει να επαναφέρει το δίλημμα σταθερότητας απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα. Ο Αντώνης Σαμαράς θέλει να πείσει ότι οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές του νέου σκηνικού εκφράζουν παραλλαγές της ίδιας πολιτικής λογικής και ότι η πραγματική αντιπολίτευση στο σημερινό μοντέλο εξουσίας μπορεί να έρθει από τον χώρο της πατριωτικής κεντροδεξιάς.

Οι δημοσκοπήσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί μέχρι σήμερα αποδίδουν σε ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά ποσοστά από χαμηλά μονοψήφια έως αισθητά υψηλότερες επιδόσεις, ανάλογα με τη μέτρηση και τη διατύπωση του ερωτήματος. Στο Μέγαρο Μαξίμου το ερώτημα είναι συγκεκριμένο: μπορεί μια τέτοια μετακίνηση ψηφοφόρων, σε συνδυασμό με ψήφο διαμαρτυρίας ή χαμηλή συμμετοχή στις πρώτες κάλπες, να συμπιέσει τη Νέα Δημοκρατία κάτω από το όριο του 25%;

Το ζήτημα δεν είναι μόνο αριθμητικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Εάν το νέο κόμμα καταφέρει να παγιωθεί ως εκφραστής της παραδοσιακής δεξιάς δυσαρέσκειας, τότε το Μαξίμου θα βρεθεί αντιμέτωπο με διπλή πίεση: από τον Αλέξη Τσίπρα στο κέντρο της αντιπολίτευσης και από τον Αντώνη Σαμαρά στο δεξιό εσωτερικό της ίδιας της παράταξης.

Έμπειρα κοινοβουλευτικά στελέχη εκτιμούν ότι ο τελικός στόχος του πρώην πρωθυπουργού μπορεί να είναι ευρύτερος από την απλή εκλογική καταγραφή. Εφόσον προκύψουν δεύτερες εκλογές και η Νέα Δημοκρατία εμφανιστεί αποδυναμωμένη, ένα ισχυρό ποσοστό του κόμματος Σαμαρά θα μπορούσε να ανοίξει συζήτηση για αλλαγή ηγεσίας στη Ν.Δ. και αναδιάταξη των συσχετισμών στον χώρο της κεντροδεξιάς.

Η Πειραιώς βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση. Αν επιτεθεί μετωπικά στον Αντώνη Σαμαρά, κινδυνεύει να τον ηρωοποιήσει σε τμήμα της παραδοσιακής βάσης. Αν τον υποτιμήσει, μπορεί να αφήσει χώρο σε μια οργανωμένη πολιτική απορρόφηση της δεξιάς δυσαρέσκειας. Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη εκλογική μάχη δεν θα διεξαχθεί μόνο ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και την αντιπολίτευση. Θα διεξαχθεί και μέσα στην ίδια την ιστορική παράταξη της κεντροδεξιάς.