Νέο κύμα ανατιμήσεων στην Ελλάδα: Η ακρίβεια σαρώνει τα νοικοκυριά και ροκανίζει το εισόδημα

Ένα νέο κύμα ακρίβειας διαμορφώνει συνθήκες έντονης πίεσης για τα ελληνικά νοικοκυριά, την ώρα που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μεταφέρει ήδη τις πρώτες συνέπειές του στις διεθνείς αγορές και ενισχύει τις ανησυχίες για νέα ανατίμηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Το διαθέσιμο εισόδημα μισθωτών και συνταξιούχων δέχεται ισχυρό πλήγμα, καθώς σημαντικό τμήμα των αυξήσεων που καταγράφηκαν το τελευταίο διάστημα απορροφάται από το αυξημένο κόστος ζωής.

Μόλις μία εβδομάδα μετά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, οι τιμές των καυσίμων κινούνται ήδη ανοδικά, εντείνοντας την πίεση στην εσωτερική αγορά. Το ενδεχόμενο επανεμφάνισης μιας ενεργειακής κρίσης με πιο σταθερά και παρατεταμένα χαρακτηριστικά ενισχύει τον κίνδυνο νέας πληθωριστικής έξαρσης, με συνέπειες για την ανάπτυξη, την κατανάλωση και τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας.

Το μεγαλύτερο βάρος στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς προέρχεται από τις δαπάνες για τρόφιμα και στέγαση. Πρόκειται για δύο κατηγορίες εξόδων που απορροφούν πλέον πάνω από το μισό μηνιαίο εισόδημα χιλιάδων νοικοκυριών, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα εμφανίζει τη δυσμενέστερη εικόνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την επιβάρυνση που προκαλεί το στεγαστικό κόστος.

Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Η χώρα κατατάσσεται στην τελευταία θέση στην ΕΕ, καθώς το 28,9% του πληθυσμού δαπανά για τη στέγαση το 40% του εισοδήματός του ή και περισσότερο. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει με ακρίβεια τη συμπίεση που υφίστανται τα νοικοκυριά, με το κόστος κατοικίας να εξελίσσεται σε μόνιμη πηγή οικονομικής εξάντλησης.

Οι παρεμβάσεις που οδήγησαν σε μικρές αυξήσεις στα καθαρά εισοδήματα, μέσω της μείωσης της φορολογικής παρακράτησης από τις αρχές του έτους, έχουν ήδη αποδυναμωθεί στην πράξη από την ένταση των ανατιμήσεων. Στην ίδια κατεύθυνση, και η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού που προγραμματίζεται για την 1η Απριλίου αποτυπώνεται ως ανεπαρκής μπροστά στο συνολικό βάρος που παράγει η ακρίβεια στην καθημερινότητα των πολιτών.

Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία για τους μισθούς είναι αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τα δεδομένα του πληροφοριακού συστήματος «Εργάνη», ο μέσος μικτός μισθός το 2025 διαμορφώθηκε στα 1.363 ευρώ, έναντι 1.342 ευρώ το 2024. Η μεταβολή αντιστοιχεί σε αύξηση μόλις 1,56%, σε μια χρονιά κατά την οποία ο πληθωρισμός κινήθηκε στο 2,6%.

Ακόμη και στην περίπτωση που ληφθεί υπόψη η ελαφρώς υψηλότερη ενίσχυση στις καθαρές αποδοχές, η οποία για εργαζόμενο με δύο παιδιά εκτιμάται περίπου στο 1,78%, το αποτέλεσμα παραμένει αρνητικό ως προς την πραγματική οικονομική θέση του εργαζομένου. Η ονομαστική αύξηση δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, καθώς η αγοραστική δύναμη περιορίζεται και σε αρκετές περιπτώσεις παραμένει καθηλωμένη.

Η επιβάρυνση γίνεται ακόμη εντονότερη όταν εξετάζεται η διάρθρωση των αποδοχών στην αγορά εργασίας. Περίπου το 36,5% των εργαζομένων εξακολουθεί να λαμβάνει έως 1.000 ευρώ μικτά τον μήνα. Για αυτή την κατηγορία, η άνοδος των τιμών στα απολύτως βασικά είδη κατανάλωσης και διαβίωσης λειτουργεί ισοπεδωτικά, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται υποχρεωτικά σε τρόφιμα, ενοίκιο, ενέργεια και μεταφορές.

Η ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2025 αποτυπώνει με σαφήνεια την ασφυκτική κατάσταση. Έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν αρκεί για να καλύψει ολόκληρο τον μήνα και εξαντλείται, κατά μέσο όρο, μέσα σε μόλις 18 ημέρες. Η εικόνα αυτή καταγράφει την κλιμάκωση της οικονομικής πίεσης σε μεγάλη κλίμακα και επιβεβαιώνει ότι η ακρίβεια έχει εγκατασταθεί στον πυρήνα της καθημερινής ανασφάλειας.

Πάνω από τα μισά νοικοκυριά δηλώνουν ότι έχουν αναγκαστεί να περιορίσουν δαπάνες ακόμη και για βασικές ανάγκες. Την ίδια στιγμή, η απόκτηση κατοικίας παραμένει μακρινός στόχος για τη μεγάλη πλειονότητα, καθώς οι τιμές, τα ενοίκια και το συνολικό κόστος στέγασης διατηρούνται σε επίπεδα απαγορευτικά για ευρύτατα κοινωνικά στρώματα.

Η πίεση δεν εντοπίζεται πλέον μόνο στα χαμηλότερα εισοδήματα. Τα στοιχεία καταγράφουν σαφή μεταφορά του προβλήματος προς τα μεσαία στρώματα, τα οποία βλέπουν το οικονομικό τους περιθώριο να συρρικνώνεται σταθερά. Η διεύρυνση αυτής της πίεσης επηρεάζει συνολικά τη δυνατότητα κατανάλωσης, ενισχύει την αβεβαιότητα και επιβαρύνει την κοινωνική σταθερότητα.

Σύμφωνα με ανάλυση της Alpha Bank, κατά την περίοδο 2019-2024 το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 27,5%. Η αποτύπωση αυτή αλλάζει ουσιαστικά όταν εξεταστεί η πραγματική αξία του εισοδήματος υπό το βάρος του πληθωρισμού. Με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η πραγματική αύξηση δεν ξεπέρασε το 12,3%, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με το διαρκές κύμα ανατιμήσεων από το 2022 και μετά.

Η απόσταση ανάμεσα στην ονομαστική βελτίωση και στην πραγματική αγοραστική δυνατότητα των πολιτών φωτίζει με καθαρό τρόπο τη φθορά που έχει υποστεί το επίπεδο διαβίωσης τα τελευταία χρόνια. Σε αυτό το περιβάλλον, η νέα αναζωπύρωση της ακρίβειας προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη πίεση σε νοικοκυριά που έχουν ήδη εξαντλήσει τα περιθώρια αντοχής τους.