Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΝΤΙΓΟΝΟΣ

ΕΥΠΡΕΠΙΟΣ

17 Οκτωβρίου 2026

Νέο πλαφόν τόκων σε δάνεια και ρυθμίσεις

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Πλαφόν τόκων: όριο στο τριπλάσιο του κεφαλαίου για όλα τα δάνεια
  • Αγρότες: όριο στο διπλάσιο, ειδική πρόβλεψη για δάνεια προ του 1990
  • Υποχρεωτικός επανυπολογισμός απαιτήσεων από τράπεζες και servicers εντός 6 μηνών
  • Πλειστηριασμοί: μόνο για το αναπροσαρμοσμένο ποσό, προστασία οφειλέτη
  • Ρυθμίσεις: απάντηση εντός 3 μηνών, προκαταβολή έως 15%, πρόστιμα έως 500.000 ευρώ

Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει θέσει σε δημόσια διαβούλευση, έως τις 22 Οκτωβρίου, ένα φιλόδοξο σχέδιο νόμου που φιλοδοξεί να αναδιαμορφώσει ριζικά το τοπίο της διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους στη χώρα. Η πρωτοβουλία στοχεύει στον περιορισμό των υπερβολικών απαιτήσεων από τόκους, στην επιτάχυνση των διμερών ρυθμίσεων και στη θέσπιση αυστηρών ορίων στις απαιτήσεις τραπεζών, funds και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers). Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει η Γενική Γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση, η επιδίωξη του υπουργείου είναι «λιγότερη αβεβαιότητα για τον οφειλέτη, περισσότερη ευθύνη για τον πιστωτή και ένα σύστημα ρύθμισης του ιδιωτικού χρέους που λειτουργεί με κανόνες και παράγει πραγματικές λύσεις».

Στον πυρήνα της μεταρρύθμισης βρίσκεται η επιβολή ανώτατου ορίου τοκοφορίας για δάνεια κάθε φύσεως. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, η συνολική απαίτηση δεν θα μπορεί πλέον να υπερβαίνει το διπλάσιο ή, κατά περίπτωση, το τριπλάσιο του αρχικά ληφθέντος κεφαλαίου. Το όριο αυτό εφαρμόζεται αυτοδικαίως και καλύπτει το σύνολο των δανείων, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτικών, στεγαστικών και επιχειρηματικών, ανεξαρτήτως εάν η απαίτηση έχει μεταβιβαστεί, τιτλοποιηθεί ή περιέλθει σε servicers. Το μέτρο αναμένεται να ανακουφίσει άμεσα χιλιάδες δανειολήπτες με παλαιές οφειλές, ιδιαίτερα εκείνους που έχουν σωρευμένα χρέη από αγροτικά, επιχειρηματικά ή στεγαστικά δάνεια. Ακόμη και αν τα δάνεια βρίσκονται σε καθυστέρηση για χρόνια ή δεκαετίες, η απαίτηση δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου, ενώ για οφειλές αγροτών το όριο περιορίζεται στο διπλάσιο.

Έως 200.000 ευρώ λιγότερα από τόκους και «φρένο» στον πλειστηριασμό

Με τα νέα δεδομένα, από την έναρξη ισχύος του νόμου, η ανεξόφλητη απαίτηση δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης, ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων από περισσότερα δάνεια. Σε περίπτωση αλληλόχρεου λογαριασμού, το όριο υπολογίζεται επί του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση. Ειδικά για παλαιές οφειλές αγροτών, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το διπλάσιο του ποσού της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το 1990, εφόσον δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ανεύρεση του αρχικού κεφαλαίου, η συνολική οφειλή δεν δύναται να υπερβαίνει το 150% του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην τελευταία προ του 1990 ρύθμιση.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο οφειλέτης απαλλάσσεται από το ποσό που υπερβαίνει το όριο, το οποίο συνήθως αφορά τόκους υπερημερίας, κεφαλαιοποιημένους τόκους και λοιπές χρεώσεις. Σε δάνειο 100.000 ευρώ, για παράδειγμα, η οφειλή περιορίζεται στις 300.000 ευρώ. Εάν έχει φτάσει στις 500.000 ευρώ, τα 200.000 ευρώ δεν αποτελούν απαιτητό υπόλοιπο. Για αγρότες, η απαίτηση περιορίζεται στις 200.000 ευρώ. Εάν έχουν ήδη καταβληθεί 80.000 ευρώ, ο επανυπολογισμός λαμβάνει υπόψη τις καταβολές και το υπόλοιπο δεν υπερβαίνει τις 220.000 ευρώ ή, για αγρότες, τις 120.000 ευρώ. Για τις τράπεζες, τα funds και τις εταιρείες διαχείρισης, η αλλαγή σημαίνει υποχρέωση μαζικού επανυπολογισμού των υφιστάμενων απαιτήσεων εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου.

Ο οφειλέτης δεν χρειάζεται να προβεί σε καμία ενέργεια ή διαδικασία. Ανεξαρτήτως του αν το δάνειο εξακολουθεί να ανήκει στην τράπεζα από την οποία χορηγήθηκε, αν η τράπεζα έχει κλείσει ή τελεί υπό εκκαθάριση και η απαίτηση έχει μεταβιβαστεί σε διάδοχη τράπεζα, έχει τιτλοποιηθεί ή έχει περιέλθει σε εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, οι πιστωτές υποχρεούνται να προβαίνουν, χωρίς προηγούμενη αίτηση του οφειλέτη, στον επανυπολογισμό κάθε απαίτησης που εμπίπτει στο νέο καθεστώς και να αποτυπώνουν το προκύπτον υπόλοιπο στις λογιστικές και πληροφοριακές τους καταστάσεις. Οι καταβολές των οφειλετών, εγγυητών ή τρίτων λαμβάνονται υπόψη, αλλά δεν προβλέπεται επιστροφή ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί.

Η αλλαγή έχει άμεση επίπτωση και σε όσους βρίσκονται σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο πλειστηριασμός ή η κατάσχεση μπορεί να συνεχιστεί μόνο για το ποσό που προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό, δηλαδή δεν μπορεί να στηριχθεί σε διογκωμένη απαίτηση που υπερβαίνει το τριπλάσιο του αρχικού δανείου ή, κατά περίπτωση, το διπλάσιο. Για εκκρεμείς πλειστηριασμούς, ο δικαιούχος ή ο διαχειριστής της απαίτησης υποχρεούται να γνωστοποιήσει το αναπροσαρμοσμένο ποσό και να περιορίσει αναλόγως κάθε πράξη εκτέλεσης. Ακόμη και εάν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, περιορίζονται οι απώλειες του οφειλέτη, στον οποίο αποδίδεται το υπόλοιπο του τιμήματος εκποίησης που υπερκαλύπτει τις μειωμένες απαιτήσεις των πιστωτών.

Πίεση για ταχύτερες και βιώσιμες ρυθμίσεις

Παράλληλα, αλλάζουν οι κανόνες και στις διμερείς ρυθμίσεις δανείων από τους διαχειριστές απαιτήσεων (servicers). Το νομοσχέδιο εισάγει δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα: ο πιστωτής οφείλει να απαντήσει σε αίτημα ρύθμισης εντός τριών μηνών και η διαπραγμάτευση πρέπει να ολοκληρωθεί εντός έξι μηνών. Η καθυστέρηση συνεπάγεται αυτόματη καταγραφή παράβασης, ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος και αναστολή εκτοκισμού και κεφαλαιοποίησης τόκων έως την απάντηση. Όπως τονίζει η κ. Αλαμπάση, «οι νέοι κανόνες προβλέπουν συγκεκριμένο χρόνο για τη διμερή διαπραγμάτευση, πλαφόν 15% στην προκαταβολή και τεκμηριωμένες προτάσεις που προσαρμόζονται στην πραγματική οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Παράλληλα, προστατεύουν τον συνεπή οφειλέτη: όταν τηρεί τη ρύθμισή του, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με μέτρα. Και πριν από έναν πλειστηριασμό, ο πιστωτής θα πρέπει να έχει προηγουμένως καταθέσει πραγματική και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης».

Συγκεκριμένα, τρεις μήνες πριν από τον πλειστηριασμό, ο πιστωτής υποχρεούται να υποβάλει κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης. Η προκαταβολή για απευθείας διμερή ρύθμιση περιορίζεται στο 15% της οφειλής, από πρακτικές που, κατά την κυβέρνηση, μπορούσαν να φτάνουν έως και το 50%. Το μέτρο αναμένεται να διευκολύνει την ολοκλήρωση συμφωνιών, ιδίως για οφειλέτες με περιορισμένη ρευστότητα, με δυνατότητα χαμηλότερου ποσοστού όταν τεκμηριώνονται οικονομική δυσχέρεια, κοινωνικά κριτήρια ή προβλήματα υγείας. Επιπλέον, απαγορεύονται η καταγγελία της σύμβασης, τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και οι πλειστηριασμοί από τον διαχειριστή της απαίτησης, όσο ο δανειολήπτης τηρεί ενεργή τη ρύθμιση. Σε περίπτωση παραβίασης, οι πράξεις είναι άκυρες, στον οφειλέτη πιστώνεται ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις και η ρύθμιση παρατείνεται ισόχρονα, ενώ το πρόστιμο μπορεί να φτάσει έως τις 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη.

Όταν ο οφειλέτης υποβάλλει αίτηση με πλήρη φάκελο, ο πιστωτής οφείλει να απαντήσει εντός τριών μηνών, καταθέτοντας βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ή αιτιολογημένη απόρριψη. Ο οφειλέτης έχει έναν μήνα για να απαντήσει και η διαδικασία πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο εντός έξι μηνών, ακόμη και για οφειλές που βρίσκονται σε στάδιο αναγκαστικής εκτέλεσης. Η πρόταση των servicers πρέπει να αποτυπώνει τα εισοδηματικά και περιουσιακά δεδομένα στα οποία στηρίζεται και, όπου είναι εφικτό, να περιλαμβάνει δύο εναλλακτικές λύσεις. Αν ο πιστωτής υπερβεί την τρίμηνη προθεσμία, καταγράφεται αυτοδίκαια παράβαση, ενημερώνεται η Τράπεζα της Ελλάδος και αναστέλλονται ο εκτοκισμός και η κεφαλαιοποίηση τόκων έως την απάντηση.

Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης αποκτά δικαίωμα να ζητήσει, χωρίς επιβάρυνση, αναλυτική εικόνα της οφειλής του, η οποία θα περιλαμβάνει συμβάσεις και τροποποιήσεις, ιστορικό πληρωμών, υπολογισμό επιτοκίου, κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και κάθε άλλη χρέωση. Τα στοιχεία πρέπει να χορηγούνται εντός 45 ημερών. Σε αντίθετη περίπτωση, αναστέλλεται ο εκτοκισμός μέχρι να απαντηθεί πλήρως το αίτημά του. Για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, το σχέδιο νόμου προβλέπει ετήσια δημοσιοποίηση οικονομικών στοιχείων, χαρτοφυλακίων, αποτελεσμάτων διαχείρισης και χειρισμού παραπόνων, καθώς και υποβολή στρατηγικού σχεδίου με προβλέψεις ανακτήσεων και δείκτες απόδοσης. Τα μέτρα αυτά θα αρχίσουν να εφαρμόζονται στις αρχές του 2027, τρεις μήνες μετά την ψήφιση του νέου νόμου. Η τελική μορφή του πλαισίου, πάντως, θα καθοριστεί αφού ολοκληρωθεί η διαβούλευση και η νομοθετική επεξεργασία, πριν την ψήφισή του στη Βουλή.