Συμβαίνει Τώρα: Συνταγματική Αναθεώρηση: Οι προτάσεις της ΝΔ για ψήφο, αμνηστία και εκλογικό σύστημα

Συμβαίνει Τώρα: Δολοφονία Σταυρούλας Λεβεντάκη: Κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις έδειξε η νεκροψία

Συμβαίνει Τώρα: Βουλή: Ψηφίζεται η ρύθμιση για ενήμερους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη

Συμβαίνει Τώρα: Βορίζια: Νέες απολογίες για τη βόμβα που άνοιξε τον κύκλο αίματος

Συμβαίνει Τώρα: Ρευματοκλοπή-μαμούθ: Ζημία 9 εκατ. ευρώ στον ΔΕΔΔΗΕ

Συμβαίνει Τώρα: Στεγαστικό: Οι μεσίτες αποδομούν τα κυβερνητικά σενάρια για τα ενοίκια

Συμβαίνει Τώρα: Interview: Η ΝΔ κερδίζει μονάδες και η Καρυστιανού υποχωρεί

Συμβαίνει Τώρα: Νερό σε κίνδυνο: Διαρροές, παράνομες γεωτρήσεις και χαοτική διαχείριση

Συμβαίνει Τώρα: ΕΟΠΥΥ: Σαρωτικοί έλεγχοι από Ζαμάνη σε συνταγές, εξετάσεις και κλινικές

Συμβαίνει Τώρα: Ανεξάρτητοι βουλευτές: Το δεύτερο μεγαλύτερο κύμα της Μεταπολίτευσης

Συμβαίνει Τώρα: Βοτανικός: Συνεχίζει να καίει η φωτιά σε εργοστάσιο πλαστικών

Συμβαίνει Τώρα: Μυτιλήνη: Θρήνος για 36χρονη γιατρό που πέθανε μετά τον τοκετό

Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΙΑΝΝΗΣ

24 Ιουνίου 2026

Νερό σε κίνδυνο: Διαρροές, παράνομες γεωτρήσεις και χαοτική διαχείριση

Η νέα Εθνική Στρατηγική Υδάτων, που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έως τις 22 Ιουλίου, αποτυπώνει με αριθμούς μια πραγματικότητα που επί χρόνια συγκαλυπτόταν πίσω από αποσπασματικές εξαγγελίες: η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρή κρίση διαχείρισης νερού, με παλαιωμένα δίκτυα, τεράστιες απώλειες, ανεξέλεγκτες γεωτρήσεις, κατακερματισμένη διοίκηση και έντονα προβλήματα τιμολόγησης.

Η εικόνα είναι βαριά. Τα δίκτυα ύδρευσης χάνουν κατά μέσο όρο περίπου το 35% του νερού, ενώ σε ορισμένες περιοχές οι απώλειες προσεγγίζουν το μισό των ποσοτήτων που εισέρχονται στο σύστημα. Την ίδια στιγμή, περισσότερες από 13.000 γεωτρήσεις λειτουργούν χωρίς άδεια χρήσης νερού, αποκαλύπτοντας το βάθος του ελλείμματος εποπτείας. Περισσότεροι από 740 διαφορετικοί πάροχοι ύδρευσης, αποχέτευσης και άρδευσης εμπλέκονται στη διαχείριση, μαζί με έξι υπουργεία, δήμους, Περιφέρειες, Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και τη ΡΑΑΕΥ, σε ένα σύστημα που παράγει σύγχυση αντί για ενιαία πολιτική.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της στρατηγικής, το 36,1% των επιφανειακών υδάτων της χώρας βρίσκεται σε κίνδυνο ή πιθανόν σε κίνδυνο. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη στη Θεσσαλία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 63%, και στην Αττική, όπου ανέρχεται στο 40%. Ακολουθούν η Ανατολική Μακεδονία και η Ήπειρος, επιβεβαιώνοντας ότι η λειψυδρία και η υποβάθμιση των υδατικών πόρων έχουν πλέον διαστάσεις εθνικού προβλήματος.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η χώρα δεν πάσχει απλώς από έλλειψη νερού. Πάσχει από κακή διαχείριση, διοικητική αδράνεια και χρόνιες καθυστερήσεις σε υποδομές που θα έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί εδώ και χρόνια. Η κλιματική αλλαγή επιταχύνει την πίεση στα αποθέματα, όμως οι κυβερνητικές ευθύνες παραμένουν σαφείς: η Ελλάδα εισέρχεται σε περίοδο υδατικής ανασφάλειας με δίκτυα γερασμένα, ελέγχους ανεπαρκείς και συστήματα μέτρησης που συχνά απουσιάζουν.

Γεωργία, διαρροές και ανεξέλεγκτες γεωτρήσεις

Η γεωργία απορροφά περίπου το 85% των συνολικών απολήψεων νερού στην Ελλάδα, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, περίπου το 80% των υπόγειων υδάτων αντλείται για άρδευση. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μόνιμων υδατικών ελλειμμάτων σε πολλές λεκάνες απορροής, η υπερεκμετάλλευση υπόγειων υδροφορέων και η προχωρημένη υφαλμύρινση σε παράκτιες περιοχές.

Τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται στη Θεσσαλία, την Κεντρική Μακεδονία, την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, την Ανατολική Πελοπόννησο, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Πρόκειται για περιοχές όπου η αγροτική παραγωγή, ο τουρισμός, η οικιστική πίεση και η κλιματική επιβάρυνση συμπιέζουν τα διαθέσιμα αποθέματα, ενώ η Πολιτεία εξακολουθεί να κινείται με ρυθμούς βραδείς και συχνά αντιφατικούς.

Οι απώλειες στα δίκτυα ύδρευσης αποτελούν μία από τις πιο κραυγαλέες παθογένειες. Στην Κρήτη φτάνουν το 49%, στην Ανατολική Πελοπόννησο το 47%, στην Ανατολική Μακεδονία το 42% και στη Θεσσαλία το 33%. Σε αυτές τις περιοχές, τεράστιες ποσότητες νερού χάνονται πριν φτάσουν στις βρύσες των καταναλωτών, την ώρα που οι πολίτες καλούνται να αντιμετωπίσουν περιορισμούς, αυξημένα κόστη και προειδοποιήσεις για εξοικονόμηση.

Οι αιτίες είναι γνωστές και επαναλαμβάνονται επί χρόνια: παλαιωμένοι αγωγοί, ανεπαρκής συντήρηση, διαρροές που μένουν αδιάγνωστες, περιορισμένη χρήση τηλεμετρίας και χρόνια υστέρηση επενδύσεων. Στις φυσικές απώλειες προστίθενται ποσότητες που δεν καταγράφονται ή δεν χρεώνονται, λόγω παράνομων συνδέσεων, προβληματικών υδρομέτρων, αραιών καταμετρήσεων και αδυναμίας παρακολούθησης της πραγματικής κατανάλωσης.

Η εικόνα των υπόγειων υδροφορέων είναι εξίσου ανησυχητική. Οι εκτιμήσεις της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών κάνουν λόγο για περισσότερες από 13.000 παράνομες γεωτρήσεις. Ο αριθμός αυτός δεν δείχνει απλώς μεμονωμένες παραβάσεις. Δείχνει ένα σύστημα εποπτείας που δεν μπορεί να παρακολουθήσει τις υδροληψίες, να ελέγξει τις αντλήσεις και να επιβάλει τους περιβαλλοντικούς όρους.

Η ποιότητα των υδάτων επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Μόλις το 45% των επιφανειακών υδατικών συστημάτων βρίσκεται σε καλή οικολογική κατάσταση, ενώ το υπόλοιπο καταγράφεται σε μέτρια έως κακή κατάσταση και χρειάζεται πρόσθετα μέτρα αποκατάστασης. Στα υπόγεια ύδατα, περίπου το 82% εμφανίζεται σε καλή ποσοτική κατάσταση, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν ένα στα πέντε συστήματα αντιμετωπίζει υπεράντληση ή άλλα σοβαρά προβλήματα.

Η εντατική γεωργία, η υπερβολική χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, η διάχυτη ρύπανση από νιτρικά, οι ελλιπείς υποδομές επεξεργασίας λυμάτων, η υπερεκμετάλλευση και η κλιματική κρίση διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Η κυβέρνηση αναγνωρίζει πλέον το πρόβλημα μέσα από τη στρατηγική, όμως η αναγνώριση δεν αρκεί όταν η υδατική πίεση έχει ήδη φτάσει στα όρια πολλών περιοχών.

Χαοτική τιμολόγηση, οικονομικά αδιέξοδα και συγχωνεύσεις παρόχων

Σοβαρό ζήτημα ανακύπτει και από την οικονομική κατάσταση των φορέων διαχείρισης νερού. Στην ύδρευση και την αποχέτευση η μέση ανάκτηση χρηματοοικονομικού κόστους φτάνει μόλις το 80%. Αυτό σημαίνει ότι οι πάροχοι εισπράττουν λιγότερα από όσα απαιτούνται για να καλύψουν πλήρως τα λειτουργικά τους έξοδα. Οι αποκλίσεις ανά περιοχή είναι μεγάλες: στη Δυτική Μακεδονία η ανάκτηση κόστους περιορίζεται στο 58%, ενώ στην Ανατολική Πελοπόννησο φτάνει το 96%.

Στην άρδευση η κατάσταση είναι ακόμη πιο προβληματική, καθώς η μέση ανάκτηση κόστους ανέρχεται στο 74%. Στη Δυτική Μακεδονία καταγράφεται μόλις 17%, ενώ στην Ήπειρο φτάνει το 115%. Αυτές οι αποκλίσεις φανερώνουν ένα σύστημα χωρίς ενιαία λογική, χωρίς σταθερούς κανόνες και χωρίς πραγματική σύνδεση κόστους, κατανάλωσης και τιμολόγησης.

Η αδυναμία κάλυψης του πραγματικού κόστους δημιουργεί φαύλο κύκλο. Οι πάροχοι αδυνατούν να επενδύσουν σε νέα έργα, να εκσυγχρονίσουν δίκτυα ή να συντηρήσουν εγκαταστάσεις. Ταυτόχρονα συσσωρεύουν χρέη, κυρίως προς παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας, με αποτέλεσμα το κράτος να παρεμβαίνει περιοδικά για ρυθμίσεις ή κάλυψη οφειλών. Το κόστος, τελικά, επιστρέφει στους φορολογούμενους.

Το καθεστώς τιμολόγησης παραμένει αδιαφανές και άνισο. Σε πολλές περιοχές εφαρμόζονται διαφορετικά πάγια, διαφορετικές κατηγορίες χρεώσεων και διαφορετικές κλίμακες κατανάλωσης. Υπάρχουν περιπτώσεις έκδοσης λογαριασμών μία φορά τον χρόνο, παρά την πρόβλεψη για τουλάχιστον τρεις εκδόσεις ετησίως, καθώς και περιπτώσεις μη αποστολής λογαριασμών. Στο κείμενο της στρατηγικής καταγράφεται μάλιστα ότι το φαινόμενο φαίνεται να εντείνεται την περίοδο πριν από τις δημοτικές εκλογές.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η άρδευση, όπου οι παραγωγοί σε πολλές περιπτώσεις χρεώνονται ανά στρέμμα ή ανά καλλιέργεια και όχι βάσει πραγματικής κατανάλωσης. Η απουσία μέτρησης αφαιρεί κάθε σοβαρό κίνητρο εξοικονόμησης και ακυρώνει στην πράξη την ορθολογική διαχείριση. Όσο η κατανάλωση δεν μετριέται, η εξοικονόμηση μένει σύνθημα.

Το πρόβλημα διογκώνεται από τον κατακερματισμό. Σήμερα λειτουργούν πάνω από 290 πάροχοι ύδρευσης και αποχέτευσης και περισσότεροι από 450 φορείς άρδευσης. Συνολικά, πάνω από 740 οργανισμοί εμπλέκονται στη διαχείριση του νερού. Σε αυτούς προστίθενται οι ελλείψεις προσωπικού σε μικρούς δήμους και νησιωτικές περιοχές, όπου λείπουν μηχανικοί, υδρογεωλόγοι, οικονομικοί αναλυτές, τεχνικοί πεδίου και διοικητικό προσωπικό.

Τα αναγκαία έργα ξεπερνούν ήδη τα 5,5 δισ. ευρώ. Με βάση το Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο για το Πόσιμο Νερό του 2022, είχαν προσδιοριστεί 1.922 έργα ύδρευσης συνολικού προϋπολογισμού 5,4 δισ. ευρώ. Ο υπολογισμός θεωρείται πλέον παρωχημένος, καθώς η επικαιροποίηση του σχεδίου αναμένεται να αυξήσει το κόστος λόγω κλιματικής αλλαγής, νέας ευρωπαϊκής Οδηγίας για το πόσιμο νερό, αυξήσεων τιμών και τουριστικής πίεσης.

Οι παρεμβάσεις αφορούν έργα επάρκειας και ποιότητας πόσιμου νερού, αντικατάσταση δικτύων, περιορισμό διαρροών, αναβάθμιση εγκαταστάσεων, αυτοματισμούς, τηλεμετρία και εξοικονόμηση ενέργειας. Η στρατηγική προβλέπει επίσης καθολική υδρομέτρηση, εγκατάσταση έξυπνων υδρομέτρων στην ύδρευση και υποχρεωτική υδρομέτρηση στην άρδευση έως το τέλος του 2026, ώστε κάθε κυβικό μέτρο να καταγράφεται.

Παράλληλα ενισχύεται ο ρόλος της ΡΑΑΕΥ, η οποία θα αξιολογεί τους παρόχους, θα ελέγχει την οικονομική τους κατάσταση, θα παρακολουθεί την τιμολογιακή πολιτική, θα καθορίζει δείκτες απόδοσης και θα επιβάλλει μεγαλύτερη διαφάνεια. Η κατεύθυνση αυτή μπορεί να λειτουργήσει μόνο εφόσον συνοδευτεί από πραγματική στελέχωση, τεχνική επάρκεια και πολιτική βούληση για σύγκρουση με τοπικές παθογένειες.

Κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης είναι η αναδιοργάνωση των παρόχων. Το μοντέλο των εκατοντάδων μικρών φορέων κρίνεται πλέον μη βιώσιμο. Στη Θεσσαλία, ο Οργανισμός Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας αναλαμβάνει σταδιακά την ενσωμάτωση 55 ΤΟΕΒ, επιχειρώντας ενιαία διαχείριση του αρδευτικού νερού σε επίπεδο υδατικού διαμερίσματος.

Ταυτόχρονα προωθείται η επέκταση της ΕΥΔΑΠ στις Περιφερειακές Ενότητες Αττικής, Βοιωτίας, Φωκίδας και Εύβοιας, καθώς και της ΕΥΑΘ στις Περιφερειακές Ενότητες Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Στην Κρήτη εξετάζεται η αξιοποίηση του Οργανισμού Ανάπτυξης Κρήτης ως περιφερειακού πυλώνα διαχείρισης. Οι συγχωνεύσεις παρουσιάζονται ως απάντηση στον κατακερματισμό, όμως εγείρουν κρίσιμα ερωτήματα για τον δημόσιο χαρακτήρα του νερού, τη λογοδοσία, την τιμολόγηση και τον έλεγχο των μεγάλων παρόχων.

Στο πεδίο των ελέγχων προβλέπονται επικαιροποίηση μητρώων, πλήρης καταγραφή υδροληψιών, στελέχωση της ΕΑΓΜΕ και αυστηροποίηση των ελέγχων για παράνομες γεωτρήσεις. Σχεδιάζονται επίσης έργα αποθήκευσης νερού, ενίσχυση ταμιευτήρων, επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων, προστασία υπόγειων υδροφορέων και καλύτερη διαχείριση πλημμυρικών κινδύνων.

Η Εθνική Στρατηγική Υδάτων καταγράφει μια πραγματικότητα που δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η Ελλάδα χρειάζεται άμεσες επενδύσεις, διαφάνεια, δημόσια λογοδοσία και αυστηρή εποπτεία. Το νερό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο διοικητικής αταξίας, ούτε ως μελλοντικό πεδίο συγκέντρωσης ισχύος χωρίς κοινωνικό έλεγχο. Η κυβέρνηση οφείλει να αποδείξει ότι η μεταρρύθμιση υπηρετεί την προστασία του δημόσιου αγαθού και όχι απλώς τη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων σε μεγαλύτερα σχήματα.