12 Αυγούστου 2026

Ο Ερντογάν στήνει «Ισλαμικό ΝΑΤΟ» – Η Άγκυρα θέλει να ηγηθεί νέου στρατιωτικού άξονα

Η αμυντική συμφωνία που φέρεται να υπογράφηκε στη Μέκκα ανάμεσα σε Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν παρουσιάζεται ως η αφετηρία ενός πολύ ευρύτερου γεωπολιτικού σχεδιασμού της Άγκυρας, με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να ανοίγει πλέον δημόσια τη συζήτηση για διεύρυνση του σχήματος και προς άλλες χώρες της περιοχής.

Η εικόνα που επιχειρεί να διαμορφώσει η τουρκική ηγεσία είναι αυτή μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, στην οποία τα κράτη της Μέσης Ανατολής θα διαχειρίζονται κρίσεις και συγκρούσεις χωρίς δυτική καθοδήγηση. Οι επικριτές της Άγκυρας διαβάζουν πίσω από αυτή τη στρατηγική μια προσπάθεια οικοδόμησης ενός είδους «Ισλαμικού ΝΑΤΟ», με την Τουρκία να διεκδικεί κεντρικό πολιτικό και στρατιωτικό ρόλο.

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Asharq Al-Awsat, ο Τούρκος πρόεδρος φέρεται να έδωσε σαφές στίγμα για το πώς αντιλαμβάνεται το μέλλον της νέας συμφωνίας, επιδιώκοντας τη μετατροπή της από ένα περιορισμένο τριμερές σχήμα σε ευρύτερη περιφερειακή συμμαχία.

Ο Ερντογάν ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η Άγκυρα επιθυμεί η συμφωνία να διευρυνθεί και ότι, εφόσον υπάρξουν ευνοϊκές συνθήκες, θα μπορούσε στο μέλλον να καλύψει ακόμη περισσότερες χώρες της περιοχής υπό μία κοινή «ομπρέλα» ασφάλειας.

Ο Ερντογάν θέλει περιφερειακό μπλοκ χωρίς τη Δύση

Η στρατηγική αυτή αποκτά μεγαλύτερο βάρος εξαιτίας της ρητορικής που συνοδεύει το τουρκικό άνοιγμα. Ο Ερντογάν εμφανίζεται να προωθεί την άποψη ότι οι κρίσεις της Μέσης Ανατολής πρέπει να επιλύονται αποκλειστικά από τα ίδια τα κράτη της περιοχής, περιορίζοντας όσο γίνεται περισσότερο την επιρροή εξωτερικών δυνάμεων.

Η θέση αυτή συμπυκνώνεται στην αναφορά του ότι τα περιφερειακά προβλήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται από περιφερειακούς παράγοντες και ότι λύσεις που επιβάλλονται από το εξωτερικό καταλήγουν, κατά την άποψή του, σε αποσταθεροποίηση και καταστροφή.

Στην πράξη, η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει τη νέα αρχιτεκτονική ως εναλλακτική απέναντι στα παραδοσιακά δυτικά συστήματα ασφαλείας. Η Τουρκία θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη που μπορεί να διαμορφώσει συμμαχίες με αραβικές και μουσουλμανικές χώρες, προσφέροντας έναν ξεχωριστό πόλο ισχύος σε μια περιοχή που βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή.

Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η φιλοδοξία αυτή δεν συναντά ενιαία αποδοχή. Οι αραβικές πρωτεύουσες εμφανίζονται πολύ πιο επιφυλακτικές από όσο θα επιθυμούσε η Άγκυρα, καθώς ένα σχήμα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής δημιουργεί δεσμεύσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε εμπλοκή σε συγκρούσεις πέρα από τα άμεσα εθνικά συμφέροντα κάθε χώρας.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο επικεντρώνεται και η τουρκική διπλωματία, η οποία φαίνεται να έχει ήδη ξεκινήσει την προσπάθεια διεύρυνσης του σχήματος.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, κινήθηκε στην ίδια γραμμή με τον Ερντογάν, υποστηρίζοντας ότι σε επόμενο στάδιο θα μπορούσε να ενταχθεί και η Αίγυπτος στο νέο αμυντικό μπλοκ.

Η αναφορά αυτή αποκτά πρακτικό χαρακτήρα, καθώς ο Φιντάν έχει προγραμματίσει επίσκεψη στο Κάιρο, όπου αναμένεται να θέσει στο τραπέζι ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και συνεργασίας.

Η Άγκυρα επιχειρεί έτσι να προσεγγίσει ένα από τα μεγαλύτερα αραβικά κράτη, θεωρώντας ότι η συμμετοχή της Αιγύπτου θα προσέδιδε στρατιωτικό βάρος και πολιτική νομιμοποίηση σε ένα διευρυμένο σουνιτικό μπλοκ.

Το σαουδαραβικό μπλόκο στην Αίγυπτο και οι βαθιές ρωγμές

Ο τουρκικός σχεδιασμός, όμως, φαίνεται να συναντά σοβαρό εμπόδιο στο ίδιο το εσωτερικό της νέας συμμαχίας.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Middle East Eye, το οποίο επικαλείται τρεις σαουδαραβικές πηγές με γνώση των διαπραγματεύσεων, το Ριάντ φέρεται να αντιτάχθηκε στην άμεση ένταξη της Αιγύπτου στη συμφωνία.

Πρώην ανώτερος σύμβουλος της σαουδαραβικής μοναρχίας φέρεται επίσης να ανέφερε ότι η Σαουδική Αραβία δεν επιθυμούσε, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, τη συμμετοχή του Καΐρου.

Η στάση αυτή αποδίδεται στις αυξανόμενες εντάσεις ανάμεσα στη σαουδαραβική ηγεσία και την κυβέρνηση του Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι. Το Ριάντ έχει στηρίξει επί χρόνια οικονομικά την Αίγυπτο, ιδιαίτερα μετά το 2013, με το δημοσίευμα να ανεβάζει τη συνολική βοήθεια περίπου στα 25 δισεκατομμύρια δολάρια.

Παρά αυτή τη στήριξη, σαουδαραβικοί κύκλοι εμφανίζονται πλέον απογοητευμένοι από το Κάιρο και θεωρούν ότι η Αίγυπτος δεν προσφέρει τη στρατηγική και στρατιωτική ανταπόδοση που αναμενόταν σε κρίσιμα ζητήματα ασφαλείας.

Η διαφοροποίηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή αποκαλύπτει ότι το σχέδιο του Ερντογάν για ένα μεγάλο περιφερειακό μέτωπο δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην τουρκική βούληση. Οι σχέσεις μεταξύ των ίδιων των αραβικών κρατών είναι γεμάτες ανταγωνισμούς, διαφορετικά συμφέροντα και παλιές εκκρεμότητες.

Μέχρι στιγμής, η αιγυπτιακή πλευρά δεν έχει τοποθετηθεί δημόσια με σαφήνεια για το ενδεχόμενο συμμετοχής της στο νέο σχήμα. Η σιωπή αυτή ενισχύει την εικόνα μιας κυβέρνησης που εξετάζει προσεκτικά τα δεδομένα και δεν δείχνει διάθεση να υιοθετήσει άμεσα την τουρκική πρόταση.

Ανάλογη επιφυλακτικότητα καταγράφεται και στο Ριάντ, παρότι η Σαουδική Αραβία φέρεται να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της συμφωνίας.

Η προοπτική δημιουργίας ενός μπλοκ με αμοιβαίες στρατιωτικές υποχρεώσεις μπορεί να είναι ελκυστική ως εργαλείο αποτροπής, ταυτόχρονα όμως δημιουργεί κινδύνους. Κάθε κράτος γνωρίζει ότι μια τέτοια συμμαχία μπορεί να το υποχρεώσει να εμπλακεί σε κρίσεις που δεν έχει επιλέξει ή να ευθυγραμμιστεί με πολιτικές που εξυπηρετούν περισσότερο τον ισχυρότερο παίκτη του σχήματος.

Και εκεί βρίσκεται ο βασικός προβληματισμός γύρω από την τουρκική στρατηγική. Η Άγκυρα δεν επιδιώκει απλώς περισσότερη συνεργασία. Επιχειρεί να αποκτήσει κεντρικό ρόλο σε ένα νέο σύστημα ασφάλειας, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως δύναμη ικανή να συνδέσει τη Μέση Ανατολή, τον Κόλπο και τη Νότια Ασία.

Το σχέδιο του Ερντογάν είναι φιλόδοξο, αλλά δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε συμπαγή περιφερειακή πραγματικότητα. Η Τουρκία πιέζει για διεύρυνση, το Πακιστάν ενισχύει τον στρατιωτικό χαρακτήρα του σχήματος και η Σαουδική Αραβία κρατά το κλειδί για την πολιτική του νομιμοποίηση. Η Αίγυπτος, όμως, παραμένει εκτός, ενώ οι αραβικές επιφυλάξεις απέναντι στην τουρκική ηγεμονική φιλοδοξία δείχνουν ότι ο δρόμος προς ένα πραγματικό «Ισλαμικό ΝΑΤΟ» είναι πολύ πιο δύσκολος από όσο θα ήθελε να εμφανίζει η Άγκυρα.