Το ποσοστό 25% φαίνεται να στοιχειώνει την κυβέρνηση, επανεμφανιζόμενο με τρόπο εμμονικό σε διαφορετικά μέτωπα — από τις εκλογικές επιδιώξεις και τις πολιτικές ισορροπίες μέχρι τις οικονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιδιώκει εναγωνίως να ξεπεράσει το φράγμα του 25% στις επερχόμενες ευρωεκλογές, ώστε να διασφαλίσει το μπόνους των εδρών. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν ανεξάρτητοι αναλυτές και δημοσκοπικές πηγές με αξιοπιστία (και όχι οι «κατασκευασμένες» δημοσκοπήσεις που κυκλοφορούν με υπεραισιόδοξες προβλέψεις), το κυβερνών κόμμα φαίνεται να καθηλώνεται γύρω από το ίδιο αυτό ποσοστό. Το 25% γίνεται έτσι σύμβολο της πολιτικής αδυναμίας της Ν.Δ. να επανασυσπειρώσει τη βάση της, σε μια κοινωνία που έχει αρχίσει να δείχνει σημάδια απογοήτευσης και κόπωσης.
Παράλληλα, ένα κρίσιμο 25% του εκλογικού σώματος, που αυτοτοποθετείται δεξιότερα της Ν.Δ., παραμένει πολιτικά άστεγο. Το κυβερνών κόμμα, έχοντας εντάξει στο δυναμικό του πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ (όπως ο Γιώργος Φλωρίδης και ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης), φαίνεται να έχει αποξενώσει ένα τμήμα της παραδοσιακής του βάσης. Η στασιμότητα στον δεξιό χώρο, η απουσία εναλλακτικής πολιτικής έκφρασης και η αδυναμία δημιουργίας ενός δυναμικού φορέα που θα απορροφήσει αυτή την πολιτική ενέργεια, αφήνουν το 25% αυτό να περιφέρεται ανέκφραστο και αναξιοποίητο.
Ακόμα ένα 25% εμφανίζεται στις κυβερνητικές ανακοινώσεις για αύξηση του μέσου εισοδήματος των Ελλήνων σε σχέση με το 2015. Η άνοδος αυτή, ωστόσο, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την καθημερινή εμπειρία των πολιτών, που βλέπουν τις τιμές σε τρόφιμα, ενέργεια και βασικά αγαθά να εκτοξεύονται. Η διαφορά μεταξύ στατιστικής αύξησης και πραγματικής αγοραστικής δύναμης είναι χαώδης. Όπως αποδεικνύεται από τιμές ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό —όπου το ανθότυρο, ο χαλβάς και ο ελληνικός καφές πωλούνται έως και 90% φθηνότερα απ’ ό,τι στην Ελλάδα— το πρόβλημα δεν είναι μόνο διεθνές. Το ράλι τιμών υποκρύπτει εσωτερικές στρεβλώσεις και κυρίως, ένα ανεξέλεγκτο παιχνίδι συμφερόντων.
Σε μια ακόμη αναφορά στο «καταραμένο» 25%, οι κυβερνητικοί στόχοι για εγχώρια προστιθέμενη αξία στα εξοπλιστικά προγράμματα καθορίζονται σ’ αυτό το ελάχιστο ποσοστό. Την ώρα που η Τουρκία καλύπτει το 75% των αμυντικών της αναγκών με εγχώρια παραγωγή και συγκαταλέγεται στους 11 μεγαλύτερους εξαγωγείς όπλων στον κόσμο, η Ελλάδα μοιάζει στάσιμη και φοβική. Ο εγχώριος αμυντικός τομέας δεν αξιοποιείται επαρκώς, ούτε κινητοποιούνται δυναμικά οι σχετικές ενώσεις και παραγωγικές δυνάμεις όπως ο ΣΕΚΠΥ. Ο Μυτιληναίος αποτελεί μια εξαίρεση, με έργα στον Βόλο, ενώ άλλοι φορείς παραμένουν σε ρόλο θεατή. Η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και η απουσία πολιτικής βούλησης κρατούν την αμυντική βιομηχανία σε νάρκη.
Το 25%, σε κάθε του εκδοχή, σκιαγραφεί τα όρια και τις ανεπάρκειες της παρούσας κυβερνητικής στρατηγικής. Από τα Ελληνοτουρκικά μέχρι τις ευκαιρίες γεωστρατηγικής συνεργασίας με χώρες όπως το Ισραήλ —που διακρίνει τις δυνατότητες της Ελλάδας και επιθυμεί στενή συνεργασία όχι λόγω «συμπάθειας» αλλά λόγω συμφέροντος— η στάση του Μαξίμου μοιάζει άτολμη. Οι αναλύσεις περί «προβλεψιμότητας» και «ηρεμίας» δεν πείθουν πλέον. Όπως λέγεται στα διπλωματικά παρασκήνια, η κυβέρνηση δείχνει ακινητοποιημένη, με τον πρωθυπουργό να προβάλλει εικόνα «μακαριότητας», ασχολούμενος περισσότερο με το επικοινωνιακό προφίλ του στο TikTok παρά με τα καίρια εθνικά ζητήματα.
Το ερώτημα παραμένει: Αφού η χώρα έχει τις δυνατότητες, γιατί συνεχίζει να λειτουργεί με όρους φοβικής αδράνειας; Και πόσο ακόμα θα στοιχειώνει ο αριθμός 25 την πολιτική και στρατηγική πραγματικότητα της Ελλάδας;
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Θα πούμε το νερό νεράκι επί Κυριάκου Μητσοτάκη
Πιο Πρόσφατα
Ένα podcast εν όψη τής κλιμάκωσης η όχι των αγροτών.
Η καθεστωτική έπαρση και ο κύκλος της παρακμής
Πώς η Ευρώπη οδηγεί τον εαυτό της στην καταστροφή