Το πολιτικό ερώτημα που αρχίζει να βαραίνει όλο και περισσότερο πάνω από το Μέγαρο Μαξίμου δεν αφορά τόσο την αντιπολίτευση όσο τις εσωτερικές ρωγμές της ίδιας της Κεντροδεξιάς: ποιος μπορεί πραγματικά να δημιουργήσει πρόβλημα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και να απειλήσει την πολιτική του κυριαρχία;

Ο Αλέξης Τσίπρας δύσκολα εμφανίζεται σήμερα ως ο αντίπαλος που προκαλεί πραγματικό φόβο στο κυβερνητικό επιτελείο. Ο Νίκος Ανδρουλάκης επίσης δεν έχει κατορθώσει να διαμορφώσει δυναμική ανατροπής. Όσο για τα σενάρια που κατά καιρούς τροφοδότησαν την επικαιρότητα γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού, έχουν ήδη υποχωρήσει αισθητά από το πολιτικό προσκήνιο.

Έτσι, το βλέμμα στρέφεται ξανά προς τον Αντώνη Σαμαρά, τον πρώην πρωθυπουργό και πρώην πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας που βρέθηκε εκτός κόμματος ύστερα από μια σύγκρουση χωρίς επιστροφή με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η πιθανότητα δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα από τον Σαμαρά αποτελεί εδώ και μήνες αντικείμενο συζήτησης. Η πραγματική απειλή για το Μαξίμου, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στο τι μπορεί να αποσπάσει εκλογικά ένας τέτοιος σχηματισμός. Το κρίσιμο στοιχείο είναι εάν γύρω του θα δημιουργηθεί ένα ευρύτερο μέτωπο παραδοσιακών νεοδημοκρατικών δυνάμεων και, κυρίως, ποια στάση θα κρατήσει ο Κώστας Καραμανλής.

Η σύγκρουση δύο πολιτικών οικογενειών και η σκιά Καραμανλή

Η σημερινή κατάσταση στη Νέα Δημοκρατία αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό αν ιδωθεί μέσα από την ιστορία των οικογενειών Καραμανλή και Μητσοτάκη. Πενήντα χρόνια μετά την ίδρυση του κόμματος από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, η οικογένεια Μητσοτάκη έχει πλέον τον απόλυτο πολιτικό έλεγχο του κυβερνώντος κόμματος, την ώρα που κανένα μέλος της οικογένειας Καραμανλή δεν βρίσκεται στη σημερινή Βουλή.

Η εξέλιξη αυτή θα ήταν δύσκολο να προβλεφθεί στις προηγούμενες δεκαετίες. Η οικογένεια Μητσοτάκη, η οποία για μεγάλο διάστημα βρισκόταν σε σχέση αντιπαλότητας με τον ιστορικό καραμανλικό πυρήνα της παράταξης, έχει κατορθώσει να κυριαρχήσει πλήρως στον κομματικό μηχανισμό και στην κυβερνητική εξουσία.

Αυτό ακριβώς δίνει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος στη στάση που ενδέχεται να κρατήσει ο Κώστας Καραμανλής απέναντι σε μια νέα κίνηση Σαμαρά. Η δημόσια σύμπλευση δύο πρώην πρωθυπουργών απέναντι στην κυβέρνηση θα μπορούσε να αλλάξει τη φυσιογνωμία της εσωκομματικής αντιπαράθεσης και να μεταφέρει τη σύγκρουση από το προσωπικό επίπεδο σε μια μάχη για την ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας.

Ο Σαμαράς έχει ήδη ανοικτούς λογαριασμούς με την οικογένεια Μητσοτάκη. Η πολιτική ιστορία των τελευταίων δεκαετιών είναι γεμάτη συγκρούσεις, συμμαχίες και ανατροπές ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Το 1993 η αποχώρησή του από τη Νέα Δημοκρατία και η ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης συνέβαλαν καθοριστικά στην πτώση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Σαμαράς έδωσε υπουργικό ρόλο στον Κυριάκο Μητσοτάκη στην κυβέρνησή του, ενώ στη συνέχεια στήριξε, άμεσα ή έμμεσα, την πολιτική του άνοδο.

Η σχέση αυτή οδηγήθηκε τελικά σε πλήρη ρήξη. Ως πρωθυπουργός πλέον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπαψε να αποδέχεται τον πατερναλισμό που, κατά πολλούς, επιχειρούσε να ασκεί πάνω του ο πρώην αρχηγός του κόμματος. Η σύγκρουση κλιμακώθηκε μέχρι τη διαγραφή Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία, εξέλιξη που πέρασε κατά πολύ το επίπεδο μιας απλής απομάκρυνσης από την Κοινοβουλευτική Ομάδα.

Το μήνυμα θεωρήθηκε σαφές και προς το εσωτερικό της παράταξης. Η σημερινή ηγεσία δεν επρόκειτο να δεχθεί παράλληλα κέντρα επιρροής από πρώην πρωθυπουργούς, ακόμη κι αν αυτοί εξακολουθούν να έχουν ακροατήριο στην κομματική βάση.

Στην περίπτωση του Κώστα Καραμανλή, η σύγκρουση δεν έφτασε ποτέ στο ίδιο σημείο. Ο πρώην πρωθυπουργός αποχώρησε οικειοθελώς από τη Βουλή, παραμένοντας μέλος της Νέας Δημοκρατίας, όμως δεν έχει σταματήσει να διατυπώνει σοβαρές επιφυλάξεις για κρίσιμες κυβερνητικές επιλογές.

Ιδιαίτερα στα ελληνοτουρκικά, στις υποκλοπές και σε ζητήματα θεσμικής λειτουργίας, οι δημόσιες τοποθετήσεις του έχουν διατηρήσει σαφείς αποστάσεις από το Μαξίμου. Η συχνή παρουσία του δίπλα στον Σαμαρά ενισχύει διαρκώς τις εικασίες για το εάν αυτή η πολιτική συνύπαρξη μπορεί κάποια στιγμή να αποκτήσει οργανωμένο χαρακτήρα.

Το κόμμα Σαμαρά και το πραγματικό άγχος του Μαξίμου

Οι πιο ψύχραιμες εκτιμήσεις για έναν νέο φορέα υπό τον Αντώνη Σαμαρά παραμένουν επιφυλακτικές. Η ηλικία του, η δυσκολία εξεύρεσης ισχυρών στελεχών και ο κατακερματισμός του χώρου δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας περιορίζουν εκ των πραγμάτων το εκλογικό του περιθώριο.

Στον συγκεκριμένο χώρο ήδη δραστηριοποιούνται νεότεροι πολιτικοί σχηματισμοί, ενώ η πιθανότητα ένα νέο κόμμα να κινηθεί κοντά στο όριο εισόδου στη Βουλή θεωρείται από αρκετούς αναλυτές πιο ρεαλιστική από το ενδεχόμενο να εξελιχθεί σε μεγάλη αυτόνομη δύναμη.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ένα τέτοιο κόμμα θα ήταν πολιτικά αδιάφορο για τον Μητσοτάκη. Σε μια εκλογική αναμέτρηση όπου λίγες μονάδες μπορούν να κρίνουν την αυτοδυναμία, ακόμη και μια περιορισμένη διαρροή παραδοσιακών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να αποκτήσει στρατηγική σημασία.

Η πραγματική ανησυχία θα πολλαπλασιαζόταν εάν ο Κώστας Καραμανλής αποφάσιζε να τοποθετηθεί δημόσια και με σαφήνεια απέναντι στην κυβερνητική πορεία.

Μια τέτοια παρέμβαση δεν θα χρειαζόταν καν να περιλαμβάνει άμεση στήριξη στον Σαμαρά. Θα αρκούσε μια σκληρή κριτική για την κατάσταση της Νέας Δημοκρατίας, για τη φυσιογνωμία που έχει αποκτήσει το κόμμα, για τη διεύρυνσή του προς στελέχη προερχόμενα από το ΛΑΟΣ ή τον σημιτικό χώρο και για τις επιλογές της κυβέρνησης στα εθνικά, θεσμικά και κοινωνικά ζητήματα.

Μια δημόσια τοποθέτηση αυτού του είδους θα δημιουργούσε πολιτική νομιμοποίηση σε εκείνους τους παραδοσιακούς νεοδημοκράτες που ήδη δηλώνουν ότι δεν αναγνωρίζουν πλέον το κόμμα με τη σημερινή του μορφή.

Δεν είναι τυχαίο ότι στελέχη του περιβάλλοντος Μητσοτάκη επιχειρούν να υπογραμμίσουν δημοσίως τον παραταξιακό χαρακτήρα του Καραμανλή.

Η Ντόρα Μπακογιάννη έχει εκτιμήσει ότι ο πρώην πρωθυπουργός παραμένει βαθιά συνδεδεμένος με τη Νέα Δημοκρατία και δεν πρόκειται να κινηθεί εναντίον της. Από την πλευρά του, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έχει αναφερθεί στον Καραμανλή ως μία από τις εμβληματικές φυσιογνωμίες της παράταξης, επιλέγοντας εμφανώς γλώσσα σεβασμού και πολιτικής ενσωμάτωσης.

Το μήνυμα του Μαξίμου είναι σαφές: οι διαφωνίες μπορούν να υπάρχουν, η πλήρης ρήξη όμως θα άλλαζε τις ισορροπίες.

Ο ίδιος ο Καραμανλής, σύμφωνα με ανθρώπους που συνομιλούν μαζί του, δεν δείχνει διάθεση επιστροφής στην ενεργό πολιτική. Στα 70 του χρόνια, εμφανίζεται να θεωρεί ότι έχει ήδη πει όσα είχε να πει και ότι πλέον άλλοι πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Αυτός ο ρεαλισμός περιορίζει σημαντικά τις προσδοκίες εκείνων που θα ήθελαν να τον δουν να ηγείται μιας «καραμανλικής ρεβάνς» απέναντι στο σύστημα Μητσοτάκη.

Παραμένει, ωστόσο, ένα βαθύτερο ζήτημα πολιτικής κληρονομιάς. Ο Καραμανλής υπήρξε για χρόνια ο βασικός φορέας του ιστορικού καραμανλικού χαρακτήρα της Νέας Δημοκρατίας. Παρέδωσε την ηγεσία μετά την ήττα του 2009, απέφυγε να εμπλακεί στις μεταγενέστερες εσωκομματικές συγκρούσεις και αποδέχθηκε χωρίς δημόσιες παρεμβάσεις ακόμη και την ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Σήμερα όμως βρίσκεται απέναντι σε ένα κόμμα που έχει αλλάξει σημαντικά ως προς την πολιτική του σύνθεση, την ιδεολογική του ταυτότητα και την εσωτερική του λειτουργία. Για πολλούς παλαιούς νεοδημοκράτες, αυτή η μεταμόρφωση έχει απομακρύνει τη σημερινή Νέα Δημοκρατία από τον παραδοσιακό καραμανλικό πυρήνα της.

Αυτό ακριβώς είναι το πεδίο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια σοβαρή πολιτική σύγκρουση: εθνικά θέματα, υποκλοπές, θεσμοί, οικονομική πολιτική, κοινωνικές ανισότητες και η ιδεολογική μετάλλαξη της κυβερνώσας παράταξης.

Το εάν ο Καραμανλής θα επιλέξει να εμπλακεί ενεργά παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο. Οι έως τώρα ενδείξεις δείχνουν περισσότερο αποστασιοποίηση παρά προετοιμασία ευθείας σύγκρουσης.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό παράδοξο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο σοβαρότερος κίνδυνος για την πολιτική του κυριαρχία μπορεί να μην προέλθει από τον Τσίπρα, τον Ανδρουλάκη ή κάποιο νέο πρόσωπο της αντιπολίτευσης. Μπορεί να προέλθει από το ίδιο το ιστορικό σώμα της παράταξης που σήμερα ελέγχει απόλυτα. Αν ο Σαμαράς δημιουργήσει κόμμα και ο Καραμανλής αποφασίσει κάποια στιγμή να βγει δημόσια απέναντι, το πρόβλημα για το Μαξίμου δεν θα είναι μόνο εκλογικό. Θα γίνει υπαρξιακό για τη σημερινή φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας.