Ο Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της θητείας του ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών (2017-2021), διατήρησε μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η πολιτική του χαρακτηρίστηκε από την προώθηση στενών σχέσεων με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς και από την επιθυμία του να διατηρήσει στρατηγικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου οι εντάσεις ήταν υψηλές.
Διπλωματικές σχέσεις με Ελλάδα και Τουρκία
Σχέσεις με την Τουρκία:
Ο Τραμπ διατηρούσε στενή προσωπική σχέση με τον Ερντογάν, γεγονός που επηρέαζε τη στάση των ΗΠΑ απέναντι στις τουρκικές πολιτικές. Παρά τις εντάσεις λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400 από την Τουρκία, ο Τραμπ απέφυγε αυστηρές κυρώσεις για μεγάλο διάστημα, προσπαθώντας να διατηρήσει την Τουρκία εντός του ΝΑΤΟ και να εξισορροπήσει την επιρροή της Ρωσίας. Στήριξε την Τουρκία σε ζητήματα όπως οι στρατιωτικές της επιχειρήσεις στη Συρία, αν και προκάλεσε αντιδράσεις εντός των ΗΠΑ.
Σχέσεις με την Ελλάδα:
Επί της προεδρίας Τραμπ, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις ενισχύθηκαν, κυρίως λόγω της στρατηγικής σημασίας της Ελλάδας στην περιοχή. Η Ελλάδα προωθήθηκε ως εταίρος σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδίως μέσω της εμβάθυνσης της στρατιωτικής συνεργασίας και της επένδυσης στις υποδομές της (όπως η βάση στη Σούδα). Το Κογκρέσο, που συχνά λειτουργούσε αυτόνομα από τον Τραμπ, προώθησε τη στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα μέσω του νόμου East Med Act το 2019.
Ο ρόλος του Τραμπ στις Ελληνοτουρκικές εντάσεις
Το 2020, κατά τη διάρκεια της σοβαρής κλιμάκωσης στην Ανατολική Μεσόγειο (λόγω ερευνών για υδρογονάνθρακες και στρατιωτικών εντάσεων), ο Τραμπ προσπάθησε να λειτουργήσει ως μεσολαβητής. Ωστόσο, οι παρεμβάσεις του συχνά θεωρούνταν περισσότερο επιφανειακές και επικεντρωμένες στη διατήρηση της “εικόνας ισορροπίας” παρά στην επίλυση διαφορών.
Η πολιτική του Τραμπ επικρίθηκε επειδή έδειχνε προτίμηση στην προσωπική διπλωματία με ηγέτες όπως ο Ερντογάν, κάτι που ενίοτε υπονόμευε πιο μακροπρόθεσμες στρατηγικές συμμαχίες. Παρά την ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, η Ελλάδα συχνά ένιωθε ότι οι ΗΠΑ δεν αντιδρούσαν αρκετά δυναμικά στις προκλητικές κινήσεις της Τουρκίας. Εν τέλει, η στάση του Τραμπ απέναντι στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αναδεικνύει τις δυσκολίες των ΗΠΑ να ισορροπήσουν τα συμφέροντά τους σε μια τόσο περίπλοκη γεωπολιτική περιοχή. Όμως τα πράγματα από τότε έως και τώρα, έχουν αλλάξει…
Ειρήνη στο Αιγαίο; Όχι ακόμα
Δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιο βαθμό αυτές οι απόψεις αντικατοπτρίζουν τις θέσεις του Ερντογάν και των συμβούλων του. Μέχρι στιγμής, ούτε ο Ερντογάν ούτε οι εκπρόσωποί του έχουν εκφράσει ανησυχίες σχετικά με το τι αναμένουν από μια δεύτερη θητεία του Τραμπ στην προεδρία. Παρ’ όλα αυτά, η ομοφωνία που έχει αναδειχθεί από την ημέρα των εκλογών δίνει σαφείς ενδείξεις για το επικρατούν κλίμα στην Άγκυρα. Και δεδομένου του γνωστού ενδιαφέροντος της τουρκικής κυβέρνησης να διαμορφώνει τη συναίνεση μεταξύ των κορυφαίων διανοούμενων της χώρας, είναι πιθανό οι κυρίαρχες απόψεις στα μέσα ενημέρωσης να κινούνται εντός των ορίων που θεωρεί αποδεκτά ο Ερντογάν. Αυτό που φαίνεται να υποδηλώνει η συγκεκριμένη συναίνεση είναι το πόσο πολλοί Τούρκοι πιστεύουν ότι οι συνθήκες στην περιοχή τους θα επιδεινωθούν τους επόμενους μήνες.
Παρά αυτές τις ανησυχίες, η Τουρκία και η Ελλάδα συνεχίζουν να προωθούν τη δέσμευσή τους για τη βελτίωση των διμερών σχέσεών τους. Οι πρόσφατες συναντήσεις των Υπουργείων Εξωτερικών των δύο χωρών κατέληξαν σε θερμές εκφράσεις αμοιβαίου σεβασμού και κατανόησης. Το πού θα οδηγήσουν αυτές οι συνομιλίες στο μέλλον παραμένει ασαφές. Παρόλο που έχουν προγραμματιστεί συζητήσεις υψηλού επιπέδου για τον Δεκέμβριο και τη νέα χρονιά, εξακολουθεί να υπάρχει διαφωνία σχετικά με την πλήρη έκταση αυτών των συνομιλιών. Μιλώντας σε εγχώριο ακροατήριο, καμία πλευρά δεν φαίνεται διατεθειμένη να υποχωρήσει σημαντικά. Η Ελλάδα, όπως δήλωσε ένας εκπρόσωπος στην Αθήνα, επενδύει στη «συνέχιση του διαλόγου». «Ο διάλογος», τόνισε, «δεν σημαίνει υποχώρηση. Ο διάλογος σημαίνει διεκδίκηση». Στην Άγκυρα και την Αθήνα, οι επικριτές έχουν παρουσιάσει τις συνομιλίες ως προληπτικά βήματα που οδηγούν σε παραχώρηση εδαφών ή κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Αυτές οι εσωτερικές ανησυχίες δεν φαίνεται ακόμα να έχουν τραβήξει την προσοχή της ακόμη αναδυόμενης διοίκησης Τραμπ. Εάν οι συνομιλίες αποτύχουν, τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία μπορεί να βρεθούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες πιο απορροφημένες από τις υποθέσεις στην Ασία. Πιο πιθανό, ωστόσο, είναι το ενδεχόμενο καμία από τις δύο χώρες να μην εμπιστεύεται πλήρως την Ουάσινγκτον για να μεσολαβήσει στα ζητήματα που χωρίζουν τις δύο πρωτεύουσες.
Ποια χώρα θα λειτουργήσει ως εγγυητής της ειρήνης στη νοτιοανατολική Μεσόγειο;
Από τον τουρκικό Τύπο υπάρχει μία αντίληψη εν αναφορά της επερχόμενης προεδρίας Τραμπ ότι οι σχέσεις των δύο χωρών θα περάσουν σε μία επαμφοτερίζουσα κατάσταση. Για τους περισσότερους Τούρκους αναλυτές, δε, η πλάστιγγα γέρνει προς ένα αρνητικό ισοζύγιο. Ασφαλώς αυτό έχει να κάνει και με τη στάση που κρατά εδώ και αρκετά χρόνια πλέον η προεδρία Ερντογάν απέναντι στο Ισραήλ και στη Χαμάς.
Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι πάντοτε πιο σύνθετη. Ναι μεν ο Τραμπ διατηρεί στενή σχέση με τον Νετανιάχου από τη μία, αλλά από την άλλη δεν θα δεχθεί ένα αέναο μέτωπο στη Μέση Ανατολή, που θα τον αποπροσανατολίζει από τον βασικό του αντίπαλο, που δεν είναι άλλος από την Κίνα.
Αυτή η τελευταία στόχευση απέναντι στην Κίνα από τον Τραμπ δεν οφείλεται μόνο στην αντίληψη που εδράζεται για το αναπόφευκτο της σύγκρουσης δύο υπερδυνάμεων. Εδράζεται και στη διαυγή ματιά του Τραμπ για τον τορπιλισμό του καπιταλιστικού συστήματος όσο η Κίνα διαχειρίζεται τα φθηνά εργατικά χέρια.
Υπό αυτήν την έννοια, το εξαγώγιμο προϊόν της Αμερικής, που δεν είναι άλλο από ελεύθερη οικονομία, όσο βρίσκεται υπό την ομηρία της Κίνας, ήτοι την προσφορά της σε αμερικανικές επιχειρήσεις του χώρου της ως προορισμού φθηνών εργατικών χεριών, βρίσκεται σε κίνδυνο.
Και αυτό με τη σειρά του έχει ως αποτέλεσμα την αθρόα μετανάστευση στις ΗΠΑ φθηνού εργατικού δυναμικού λαθρομεταναστών, που θα λειτουργούν ανταγωνιστικά ως προς το γηγενές εργατικό δυναμικό. Αποτέλεσμα; Χάος και κρίση του καπιταλιστικού μοντέλου των ΗΠΑ.
Ποια είναι η λύση κατά τον Τραμπ; Δασμοί. Δασμοί και στρατιωτικός ανταγωνισμός με την Κίνα στον Ινδοειρηνικό. Πώς θα το επιτύχει αυτό; Όταν τα άλλα μέτωπα θα ησυχάσουν. Τι μας λέει αυτό για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;
Ότι επί της προεδρίας του θα χρειαστεί να περάσουν σε ύφεση. Ποια χώρα θα λειτουργήσει ως εγγυητής της ειρήνης στη νοτιοανατολική Μεσόγειο; Η Ελλάδα ασφαλώς, διότι χρόνια τώρα έχει αναβαθμιστεί σε στρατηγικό εταίρο εγγυώμενη μέσω της Αλεξανδρούπολης την ανάσχεση των φιλοδοξιών της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες, αλλά και από την άλλη μαζί με την Κύπρο προσφέροντας στο Ισραήλ μια «πλάτη».
Επιπρόσθετα, γεωπολιτικά μιλώντας, η θαλάσσια ζώνη ανάσχεσης των χερσαίων ευρασιατικών δυνάμεων διέρχεται μέσω Κύπρου και Ελλάδας. Και η Τουρκία αρκετά χρόνια τώρα έχει κάνει τα πάντα ώστε να πλησιάσει τις δυνάμεις που ανταγωνίζονται τον σχεδιασμό των ΗΠΑ, ιδίως με τις σχέσεις που έχει αναπτύξει με το Ιράν, την Κίνα και τη Χαμάς.
Φυσικά, για να αφήσει ήσυχη τη ΝΑ Μεσόγειο η Τουρκία θα λάβει κάποιο αντάλλαγμα, είτε σε επίπεδο εξοπλιστικών είτε σε επίπεδο Κουρδικού. Είναι στο χέρι της Ελλάδας όμως να λάβει και αυτή σημαντικά ανταλλάγματα για τον αναβαθμισμένο της ρόλο και να μη μένει ακίνητη σαν κομπάρσος της Ιστορίας.
Όποιος δεν ενεργεί και είναι δεδομένος καθίσταται στο τέλος κλοτσοσκούφι, όταν τα σχέδια των ισχυρών μεταλλάσσονται.
Πιο Δημοφιλή
Όταν οι γιατροί αντικαθίστανται από ένα πρωτόκολλο
«Follow the Silenced»: COVID-19 και ένας πολιτισμός ψεύδους
Πιο Πρόσφατα
Ακύρωση Νταβός, πορεία Βρυξέλλες
Νέα Αριστερά σε σταυροδρόμι
Χουντική αναφορά μέσα στη Βουλή