Οι 3 κοινωνικές «βόμβες» της κάλπης: Ποιοι μπορούν να τελειώσουν πολιτικά Μητσοτάκη και Τσίπρα
Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση διαμορφώνεται σε ένα πολιτικό περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο προηγούμενων δεκαετιών. Οι παραδοσιακοί κομματικοί δεσμοί έχουν χαλαρώσει, οι μετακινήσεις ψηφοφόρων γίνονται ευκολότερα και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αποφασίζουν πλέον με βασικό κριτήριο την καθημερινότητα, το εισόδημα και όσα εισέπραξαν πραγματικά από την κυβερνητική πολιτική.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, τρεις μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες αποκτούν ιδιαίτερη εκλογική βαρύτητα: οι νέοι, οι συνταξιούχοι και ο μεγάλος κόσμος των ελεύθερων επαγγελματιών και των αγροτών. Πρόκειται για ομάδες που έχουν δεχθεί διαφορετικού τύπου πιέσεις και μπορούν να μετακινηθούν πολιτικά πολύ ευκολότερα από όσο συνέβαινε στο παρελθόν.
Για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα. Η προεκλογική μάχη δεν θα δοθεί αποκλειστικά πάνω στους μακροοικονομικούς δείκτες, στην ανάπτυξη ή στις αναβαθμίσεις της οικονομίας. Θα δοθεί κυρίως πάνω στο ερώτημα τι απέμεινε τελικά στην τσέπη του πολίτη μετά από πληθωρισμό, φόρους, ενέργεια, ενοίκια και καθημερινές δαπάνες.
Νέοι και συνταξιούχοι: Δύο μεγάλα μέτωπα κοινωνικής δυσαρέσκειας
Οι νέοι ψηφοφόροι αποτελούν ίσως τη δυσκολότερη κοινωνική κατηγορία για τα κόμματα εξουσίας. Αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος στέγασης, ακριβή καθημερινότητα, δυσκολίες στην επαγγελματική αποκατάσταση και μισθούς που σε πολλές περιπτώσεις δεν επιτρέπουν οικονομική αυτονομία.
Η κυβέρνηση αναμένεται να δώσει ιδιαίτερο βάρος στους νέους μέσα από τις εξαγγελίες της ΔΕΘ και τις παρεμβάσεις για στέγη, φορολογία και απασχόληση. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η αξιοπιστία αυτών των πολιτικών. Μετά από χρόνια εξαγγελιών, ένα σημαντικό τμήμα της νέας γενιάς αντιμετωπίζει με δυσπιστία τα κυβερνητικά πακέτα και αξιολογεί περισσότερο το αποτέλεσμα παρά την ανακοίνωση.
Παράλληλα, η αποχή των νεότερων ηλικιών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τους εκλογικούς συσχετισμούς. Η χαμηλή συμμετοχή των νέων μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την τελική εικόνα της κάλπης, ιδιαίτερα όταν οι μεγαλύτερες ηλικίες εμφανίζουν παραδοσιακά υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής. Η πολιτική συζήτηση γύρω από τον χρόνο των εκλογών αποκτά γι' αυτό πρόσθετη σημασία, χωρίς να μπορεί να αποδοθεί ως δεδομένο σε οποιαδήποτε κυβέρνηση πρόθεση χειραγώγησης της αποχής.
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά τους συνταξιούχους. Πρόκειται για μια κοινωνική ομάδα που είδε μεν ονομαστικές αυξήσεις στις συντάξεις τα τελευταία χρόνια, όμως εξακολουθεί να υφίσταται την πίεση του πληθωρισμού, των αυξήσεων στα τρόφιμα, της ενέργειας και της στέγασης.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ). Τα έσοδα από την εισφορά παραμένουν εξαιρετικά υψηλά, ενώ η συζήτηση για ουσιαστική μείωσή της έχει ήδη ανοίξει. Για το 2026, το δημοσιονομικό κόστος της ετήσιας αύξησης των συντάξεων υπολογίστηκε περίπου στα 467 εκατ. ευρώ, την ώρα που τα ετήσια έσοδα από την ΕΑΣ κινούνται σε επίπεδα κοντά στα 790 εκατ. ευρώ.
Η σύγκριση είναι πολιτικά εκρηκτική. Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται αυξήσεις και μόνιμες παρεμβάσεις, όμως ένα σημαντικό τμήμα των συνταξιούχων βλέπει μέρος αυτής της αύξησης να εξανεμίζεται από κρατήσεις και ακρίβεια. Η ΕΑΣ μετατρέπεται έτσι σε ένα από τα σημεία στα οποία θα δοκιμαστεί η κυβερνητική πολιτική απέναντι στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες: Η μεγάλη εκλογική μάχη της μεσαίας τάξης
Η πλέον απρόβλεπτη και πιθανώς καθοριστική κατηγορία είναι ο κόσμος των ελεύθερων επαγγελματιών, αυτοαπασχολουμένων και αγροτών. Περίπου 1,3 εκατ. μη μισθωτοί εντάσσονται στο σύστημα ασφαλιστικών κατηγοριών, γεγονός που αποτυπώνει και το μέγεθος αυτής της κοινωνικής δεξαμενής.
Για τη Νέα Δημοκρατία πρόκειται για ιδιαίτερα δύσκολο ακροατήριο. Το τεκμαρτό σύστημα προσδιορισμού του εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών δημιούργησε βαθύ ρήγμα με ένα τμήμα της παραδοσιακής εκλογικής βάσης της. Το 2026 το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις φορολογικές δηλώσεις, όπως προκύπτει και από τις σχετικές οδηγίες της ΑΑΔΕ.
Στην επιβάρυνση προστίθενται το υψηλό ενεργειακό κόστος, οι ασφαλιστικές εισφορές, η φορολογία και η πίεση που δέχονται οι μικρές επιχειρήσεις από μεγαλύτερες εμπορικές αλυσίδες. Για μια μικρομεσαία επιχείρηση, ο λογαριασμός του ηλεκτρικού μπορεί να λειτουργεί πλέον σαν ένα πρόσθετο σταθερό λειτουργικό κόστος που αφαιρεί κάθε μήνα σημαντικό κομμάτι του τζίρου.
Η δυσαρέσκεια όμως δεν περιορίζεται στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να κουβαλά ισχυρό πολιτικό βάρος στις ίδιες κοινωνικές ομάδες από την περίοδο της δικής του διακυβέρνησης. Ο νόμος Κατρούγκαλου συνέδεσε τις ασφαλιστικές εισφορές των αυτοαπασχολουμένων με το δηλωθέν εισόδημα, προκαλώντας τότε έντονες αντιδράσεις, ενώ η φορολογική πολιτική της περιόδου των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων άφησε βαθύ αποτύπωμα στη μεσαία τάξη.
Η σημερινή προκαταβολή φόρου για τα φυσικά πρόσωπα με επιχειρηματική δραστηριότητα ανέρχεται στο 55% του φόρου που προκύπτει, στοιχείο που δείχνει ότι το φορολογικό πλαίσιο έχει μεταβληθεί σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους, χωρίς να έχει εξαφανιστεί η συνολική πίεση στους αυτοαπασχολούμενους.
Οι αγρότες προσθέτουν ακόμη έναν αστάθμητο παράγοντα. Κόστος παραγωγής, καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια, αποζημιώσεις, ευρωπαϊκές ενισχύσεις και οι αναταράξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μίγμα δυσαρέσκειας στην περιφέρεια.
Αυτός ο κόσμος δύσκολα θα ψηφίσει με όρους κομματικής πειθαρχίας. Θα ψηφίσει περισσότερο με βάση τον λογαριασμό που έχει μπροστά του. Και εκεί βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος για τους δύο πρώην και νυν πόλους εξουσίας: τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Αλέξης Τσίπρας έχουν κυβερνητικό παρελθόν απέναντι στο οποίο οι επαγγελματίες μπορούν να αντιπαραβάλουν πολύ συγκεκριμένες φορολογικές και ασφαλιστικές εμπειρίες.
Οι επόμενες εκλογές επομένως δεν θα κριθούν μόνο από το ποιος θα παρουσιάσει το μεγαλύτερο πακέτο στη ΔΕΘ ή το πιο καλοδουλεμένο πρόγραμμα. Θα κριθούν σε σημαντικό βαθμό από κοινωνικές ομάδες που έχουν πάψει να θεωρούν οποιοδήποτε κόμμα πολιτικό τους σπίτι.
Νέοι, συνταξιούχοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες αποτελούν σήμερα τις μεγάλες δεξαμενές αβεβαιότητας. Και ιδιαίτερα η τελευταία κατηγορία μπορεί να λειτουργήσει όπως κάποτε η περίφημη «μεσαία τάξη»: όχι επιλέγοντας απαραίτητα ποιος πρέπει να κυβερνήσει, αλλά αποφασίζοντας ποιον δεν θέλει να ξαναδεί στο Μέγαρο Μαξίμου.
Πιο Δημοφιλή
Από τις φιέστες της UNESCO στη δυσοσμία: Έτσι «τιμά» το κράτος την Κνωσό
Πιο Πρόσφατα
Σύγκρουση λεωφορείου με φορτηγάκι στην Ολλανδία - 20 τραυματίες