Συμβαίνει Τώρα: Γεραπετρίτης προς Άγκυρα: «Αν χρειαστεί, θα υπάρξουν φρεγάτες και F-16»

Συμβαίνει Τώρα: Άγριο επεισόδιο σε πανηγύρι στη Σητεία – Στο νοσοκομείο 17χρονος Κύπριος

Συμβαίνει Τώρα: Σφοδρή σύγκρουση στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας – Έχασε τη ζωή του 65χρονος

Συμβαίνει Τώρα: Ένοπλοι μπήκαν σε μίνι μάρκετ στο Αιγάλεω και απείλησαν 21χρονη

Συμβαίνει Τώρα: Συναγερμός για την ελληνική αεράμυνα: Στο τραπέζι επιστροφή των Patriot από Σαουδική Αραβία

Συμβαίνει Τώρα: Ηράκλειο: Δεύτερη καταγγελία σε βάρος 20χρονου για ενδοοικογενειακή βία

Συμβαίνει Τώρα: Βενζίνη πάνω από 2 ευρώ: Οι πολίτες κόβουν μετακινήσεις, το κράτος εισπράττει περισσότερο ΦΠΑ

Συμβαίνει Τώρα: Το ψηφιακό μάτι της Εφορίας: myDATA, AI Agents και αυτόματες διασταυρώσεις παντού

Συμβαίνει Τώρα: ΝΑΤΟ: Σύμμαχοι στα χαρτιά, μόνοι στην πράξη – Η Τουρκία ανεβάζει την ένταση στο Αιγαίο

Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΙΤΩΛΙΑ

ΕΥΤΥΧΙΟΣ

24 Αυγούστου 2026

ΝΑΤΟ: Σύμμαχοι στα χαρτιά, μόνοι στην πράξη – Η Τουρκία ανεβάζει την ένταση στο Αιγαίο

Σε έναν διαρκή ρόλο «Πόντιου Πιλάτου» επιμένει το ΝΑΤΟ απέναντι στις ελληνοτουρκικές εντάσεις, αποφεύγοντας να πάρει σαφή θέση ακόμη και όταν η Άγκυρα επαναφέρει αξιώσεις και αμφισβητήσεις απέναντι σε μια χώρα που αποτελεί, όπως και η ίδια η Τουρκία, πλήρες μέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Η Τουρκία εμφανίζεται το τελευταίο διάστημα περισσότερο διεκδικητική, θεωρώντας ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή έχουν αναβαθμίσει τη στρατηγική της αξία. Η ενισχυμένη θέση της μέσα στους δυτικούς σχεδιασμούς φαίνεται να τροφοδοτεί μια σκληρότερη στάση απέναντι στην Αθήνα, με την Άγκυρα να επαναφέρει ζητήματα κυριαρχίας, Αιγαίου και θαλάσσιων ζωνών.

Η Ελλάδα ενημερώνει συστηματικά τους συμμάχους για τις τουρκικές κινήσεις και παραβιάσεις, όμως η αντίδραση του ΝΑΤΟ παραμένει εγκλωβισμένη στη γνωστή πολιτική των «ίσων αποστάσεων». Η Συμμαχία αποφεύγει να μετατραπεί σε πεδίο επίλυσης των διμερών διαφορών Ελλάδας και Τουρκίας, επικαλούμενη μια πρακτική που έχει τις ρίζες της στην εποχή του πρώην γενικού γραμματέα της, Τζόζεφ Λουνς.

Οι λεγόμενες «Αποφάσεις Λουνς», όπως έχουν επικρατήσει να αναφέρονται, διαμορφώθηκαν ως κατευθυντήρια προσέγγιση ώστε το ΝΑΤΟ να μην εμπλέκεται στη νομική ή πολιτική κρίση διαφορών μεταξύ δύο κρατών-μελών. Στην πράξη, όμως, αυτή η ουδετερότητα δημιουργεί εδώ και δεκαετίες ένα σοβαρό πρόβλημα: ο επιτιθέμενος και ο αμυνόμενος μπορούν εύκολα να τοποθετηθούν στο ίδιο διπλωματικό επίπεδο, με τη Συμμαχία να περιορίζεται σε γενικόλογες εκκλήσεις για αποκλιμάκωση.

Η «ουδετερότητα» του ΝΑΤΟ και το μόνιμο ελληνικό πρόβλημα

Η ταυτόχρονη ένταξη Ελλάδας και Τουρκίας στο ΝΑΤΟ το 1952 αποτέλεσε κορυφαία στρατηγική επιλογή του δυτικού στρατοπέδου. Οι δύο χώρες συνδέθηκαν θεσμικά και στρατιωτικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δύση, ενισχύοντας τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας σε μια εξαιρετικά κρίσιμη γεωγραφική περιοχή.

Η συμμετοχή τους στο ΝΑΤΟ, ωστόσο, δεν απέτρεψε τη σταδιακή επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Κυπριακό, Αιγαίο, υφαλοκρηπίδα, χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος και σειρά άλλων τουρκικών αξιώσεων δημιούργησαν ένα μόνιμο πεδίο έντασης ανάμεσα σε δύο χώρες που θεωρητικά αποτελούν συμμάχους.

Οι υποστηρικτές της νατοϊκής αρχιτεκτονικής επισημαίνουν ότι η ύπαρξη του κοινού θεσμικού και στρατιωτικού πλαισίου συνέβαλε τουλάχιστον στην αποφυγή ενός ανοικτού ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι ίδιες οι διαφορές παρέμειναν άλυτες και επανέρχονται σε κάθε περίοδο έντασης.

Οι εκάστοτε γενικοί γραμματείς του ΝΑΤΟ επιλέγουν διαχρονικά μια εξαιρετικά προσεκτική γλώσσα όταν πρόκειται για Ελλάδα και Τουρκία. Η έμφαση δίνεται στην ενότητα της Συμμαχίας, στον διάλογο και στην ανάγκη αποφυγής κλιμάκωσης. Σπανίως όμως υπάρχει σαφής τοποθέτηση επί της ουσίας μιας διαφοράς.

Αυτή ακριβώς η πρακτική αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη αδυναμία του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια στρατιωτική συμμαχία που έχει οικοδομηθεί πάνω στην αρχή της συλλογικής ασφάλειας αποδεικνύεται εξαιρετικά απρόθυμη όταν η ένταση αφορά δύο δικά της μέλη.

Το αποτέλεσμα είναι η επίλυση των διαφορών να παραπέμπεται σχεδόν αποκλειστικά σε διμερείς διαπραγματεύσεις, στο Διεθνές Δίκαιο και σε άλλους διπλωματικούς μηχανισμούς. Το ΝΑΤΟ προτιμά να μένει θεατής, ακόμη και όταν μια παρατεταμένη ελληνοτουρκική κρίση θα μπορούσε να πλήξει ευθέως τη συνοχή ολόκληρης της νοτιοανατολικής πτέρυγας.

Για την Αθήνα το πλαίσιο είναι σαφές: η επίλυση των διαφορών πρέπει να στηρίζεται στο Διεθνές Δίκαιο και στο Δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία, από την άλλη πλευρά, έχει διαμορφώσει μια πολύ ευρύτερη ατζέντα αξιώσεων, γεγονός που καθιστά ακόμη δυσκολότερη την εξεύρεση κοινού εδάφους.

Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όσο το ΝΑΤΟ αρνείται ουσιαστικά να αντιμετωπίσει την ασυμμετρία των απειλών που αντιλαμβάνονται τα κράτη-μέλη του. Για την Ελλάδα, η τουρκική πολιτική στο Αιγαίο αποτελεί ζήτημα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Για τη Συμμαχία, όμως, προτεραιότητα εξακολουθεί να είναι να μη διαταραχθεί η επιχειρησιακή συνεργασία δύο σημαντικών συμμάχων.

Και κάπως έτσι το πρόβλημα μετατίθεται διαρκώς για αργότερα. Οι κρίσεις αποκλιμακώνονται προσωρινά, οι διαφορές παραμένουν και η πιθανότητα ενός θερμού επεισοδίου εξακολουθεί να υποβόσκει.

Ο νέος φόβος από τη Γαλλία και οι ρωγμές στο εσωτερικό της Συμμαχίας

Την ίδια στιγμή, το ΝΑΤΟ βρίσκεται αντιμέτωπο και με έναν διαφορετικό, αλλά εξίσου σοβαρό, πονοκέφαλο: την πιθανότητα μιας μεγάλης ανατροπής στη γαλλική πολιτική μετά τις προεδρικές εκλογές του 2027.

Η συζήτηση για τη μελλοντική σχέση της Γαλλίας με το ΝΑΤΟ έχει πάψει να αποτελεί θεωρητικό σενάριο. Η προοπτική εκλογής προέδρου που θα αμφισβητεί ανοιχτά τη συμμετοχή της χώρας στις στρατιωτικές δομές της Συμμαχίας προκαλεί ήδη έντονη ανησυχία, σε μια στιγμή κατά την οποία η Ευρώπη καλείται παράλληλα να αντιμετωπίσει τη Ρωσία και τη σταδιακή απαίτηση των ΗΠΑ για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ανάληψη του αμυντικού κόστους.

Η Μαρίν Λεπέν έχει ταχθεί υπέρ της αποχώρησης της Γαλλίας από την ενοποιημένη στρατιωτική διοίκηση του ΝΑΤΟ, χωρίς αποχώρηση από την ίδια τη Συμμαχία. Μια τέτοια κίνηση θα επανέφερε ουσιαστικά το μοντέλο που είχε ακολουθήσει ο Σαρλ ντε Γκωλ το 1966, πριν η Γαλλία επιστρέψει πλήρως στις στρατιωτικές δομές το 2009.

Ακόμη πιο ριζοσπαστική είναι η θέση του Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος υποστηρίζει την αποχώρηση της Γαλλίας από την ολοκληρωμένη διοίκηση και, σταδιακά, από το ίδιο το ΝΑΤΟ.

Εάν μια από αυτές τις γραμμές επικρατήσει στις γαλλικές εκλογές, η Συμμαχία θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια βαθιά εσωτερική κρίση. Η Γαλλία διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο, μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές μηχανές της Ευρώπης και μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η απομάκρυνσή της από τις στρατιωτικές δομές του ΝΑΤΟ δεν θα ήταν μια απλή διοικητική αλλαγή.

Θα αποτελούσε ισχυρό πλήγμα στη συνοχή της Συμμαχίας ακριβώς τη στιγμή που αυτή επιχειρεί να εμφανιστεί ενωμένη απέναντι στη Ρωσία, να διαχειριστεί τις νέες αμερικανικές απαιτήσεις και να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο όπου η ευρωπαϊκή ασφάλεια παύει να θεωρείται αυτονόητα αμερικανική υποχρέωση.

Το ΝΑΤΟ, επομένως, έχει μπροστά του πολύ περισσότερα από το ελληνοτουρκικό πρόβλημα. Πρέπει να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα για την ίδια του την υπόσταση: μπορεί μια Συμμαχία να παραμένει πραγματικά ισχυρή όταν αποφεύγει συστηματικά να αντιμετωπίσει τις συγκρούσεις στο εσωτερικό της;

Για την Ελλάδα το ερώτημα έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Όσο η Άγκυρα διαπιστώνει ότι μπορεί να ανοίγει διαρκώς νέα μέτωπα αμφισβήτησης χωρίς ουσιαστικό κόστος μέσα στο ΝΑΤΟ, τόσο η περίφημη πολιτική των «ίσων αποστάσεων» παύει να λειτουργεί ως παράγοντας αποκλιμάκωσης και κινδυνεύει να μετατραπεί σε κίνητρο για περισσότερη πίεση.

Η Βορειοατλαντική Συμμαχία μπορεί να διαθέτει στρατούς, πυραύλους, αεροσκάφη και τεράστια αποτρεπτική ισχύ. Εκείνο που εξακολουθεί να της λείπει στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση είναι η πολιτική απόφαση να πάψει να κρύβεται πίσω από την ουδετερότητα όταν τίθενται ζητήματα που μπορούν να τινάξουν στον αέρα την ίδια τη συνοχή της.