Σήμερα Γιορτάζουν:

ΛΕΑΝΔΡΟΣ

ΜΑΡΙΟΣ

Οι αγορές βλέπουν πρώτες αυτό που η προπαγάνδα προσπαθεί να κρύψει

Υπάρχουν στιγμές στη διεθνή πολιτική όπου η σύγχυση δεν είναι παρενέργεια των εξελίξεων αλλά οργανικό τους στοιχείο. Ο πολίτης βομβαρδίζεται από αντιφατικές πληροφορίες, από θορυβώδεις αναλύσεις, από βεβαιότητες που αλληλοαναιρούνται μέσα σε λίγες ώρες, από στρατόπεδα που υπόσχονται ότι κατέχουν την αλήθεια την ώρα που υπηρετούν τη δική τους εκδοχή της. Σε τέτοιες περιστάσεις, όταν η δυσπιστία απέναντι σε όσους ενημερώνουν γίνεται εντονότερη από την ίδια την ανάγκη για ενημέρωση, υπάρχει ένας απλός τρόπος να ξεφύγει κανείς από την αμηχανία: να κοιτάξει πώς αντιδρούν οι παγκόσμιες αγορές.

Αρκεί να παρατηρήσει τι κάνουν οι τρεις μεγάλοι δείκτες της Wall Street, ο Dow Jones, ο S&P 500 και ο Nasdaq, να δει τι συμβαίνει με το πετρέλαιο, με το δολάριο, με τον χρυσό. Όχι επειδή οι αγορές διαθέτουν κάποιο αλάθητο ένστικτο ή κάποιο μεταφυσικό χάρισμα διορατικότητας. Κανείς σοβαρός δεν θα ισχυριζόταν κάτι τέτοιο. Οι αγορές έχουν διαψευστεί πολλές φορές, έχουν πανικοβληθεί, έχουν εγκλωβιστεί σε ψευδαισθήσεις, έχουν πληρώσει ακριβά τη συλλογική τους αυταπάτη. Κι όμως, μέσα στον καταιγισμό της διεθνούς προπαγάνδας, παραμένουν συνήθως καλύτερα πληροφορημένες από τον μέσο θόρυβο που κατακλύζει τη δημόσια σφαίρα. Δεν παραδίδονται εύκολα στην επικοινωνιακή διαχείριση. Δεν επενδύουν με την ίδια αφέλεια στα ψέματα. Και ακόμη κι όταν παρασυρθούν, διορθώνουν πολύ γρήγορα.

Οι αγορές δεν προεξοφλούν πάντοτε την έκρηξη της κρίσης, διακρίνουν όμως συχνά πολύ νωρίτερα τη στρέβλωση της πραγματικότητας που επιχειρεί η προπαγάνδα. Αυτό ακριβώς φάνηκε τις τελευταίες ημέρες. Στα πρώτα εικοσιτετράωρα της κρίσης με το Ιράν, το πετρέλαιο κινήθηκε ανοδικά, αλλά η κίνηση αυτή παρέμεινε εντυπωσιακά συγκρατημένη. Από τα 70 δολάρια το βαρέλι πριν από την εκδήλωση της επίθεσης Ισραήλ-ΗΠΑ κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, πέντε ημέρες αργότερα είχε φθάσει μόλις στα 84 δολάρια. Μια άνοδος υπαρκτή, αλλά σε καμία περίπτωση αντίστοιχη με όσα έχουμε δει σε άλλες μεγάλες γεωπολιτικές αναταράξεις. Στα πρώτα εικοσιτετράωρα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, το πετρέλαιο είχε αγγίξει τα 130 δολάρια το βαρέλι. Το λεγόμενο war premium ήταν τώρα αισθητά χαμηλότερο. Το ίδιο διάστημα, οι δείκτες της Wall Street σημείωναν περιορισμένες μόνο απώλειες, ενώ και το δολάριο ενισχυόταν οριακά. Η συνολική αποτίμηση του ρίσκου ήταν σαφής: οι αγορές δεν έβλεπαν μια σύγκρουση ικανή να τινάξει άμεσα στον αέρα τη διεθνή οικονομία.

Και ύστερα, απότομα, την περασμένη Παρασκευή το σκηνικό άλλαξε. Το πετρέλαιο εκτοξεύθηκε προς τα 100 δολάρια και, όταν οι αγορές άνοιξαν ξανά τη Δευτέρα, έφθασε στα 119 δολάρια το βαρέλι. Οι αμερικανικοί δείκτες υποχωρούσαν επίσης, όχι όμως με ένταση πανικού. Η αφορμή αυτής της αναταραχής ήταν η φήμη ότι έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου και σημαντικό τμήμα της διακίνησης LNG. Η αγορά αντέδρασε στο ενδεχόμενο ενός ενεργειακού στραγγαλισμού. Όμως η αντίδραση αυτή αποδείχθηκε βραχύβια.

Το βράδυ της ίδιας Δευτέρας, η εικόνα ανατράπηκε εκ νέου και μάλιστα θεαματικά. Το πετρέλαιο κατέρρευσε μέσα σε λίγες ώρες από τα 119 δολάρια στα 90 και την επόμενη ημέρα υποχώρησε ακόμη περισσότερο, προς τα 85. Οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες της Wall Street επέστρεψαν στα προ της κρίσης επίπεδα και μάλιστα με ελαφρά ανοδική κίνηση. Οι αγορές προεξόφλησαν ότι η κρίση οδεύει προς εκτόνωση, ότι ο πόλεμος δεν θα αποκτήσει διάρκεια ικανή να προκαλέσει διεθνή ύφεση, ότι δεν θα κρατήσει τέσσερις έως έξι μήνες ώστε να συμπιέσει την παγκόσμια οικονομία μέσω του ενεργειακού σοκ, ούτε τρεις ή τέσσερις μήνες ώστε να πυροδοτήσει νέο πληθωριστικό κύμα, άνοδο επιτοκίων και γενικευμένη επιβράδυνση. Με απλά λόγια, οι αγορές διάβασαν ότι η κρίση θα κλείσει γρηγορότερα απ’ όσο διακήρυσσαν οι περισσότεροι επαγγελματίες της δραματοποίησης.

Και υπήρχαν λόγοι γι’ αυτή την ανάγνωση. Τα Στενά του Ορμούζ δεν έκλεισαν από το Ιράν. Η ιρανική αεροπορία υπέστη σοβαρά πλήγματα από τις πρώτες ώρες, το ίδιο και το ναυτικό της, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τα αραβικά κράτη του Κόλπου τα οποία βρίσκονται γεωγραφικά δίπλα και γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει στην περιοχή. Οι εκτοξευτήρες πυραύλων καταστρέφονται, οι βαλλιστικοί πύραυλοι εξαντλούνται, και ακόμη και αναλύσεις που κυκλοφορούν σε ρωσόφωνες πλατφόρμες υποστηρίζουν ότι για κάθε πύραυλο που εκτοξεύει το Ιράν, δέχεται πλέον πολλαπλάσια πλήγματα από τους αντιπάλους του. Η δυνατότητα να επιβάλει πραγματικό κλείσιμο του Ορμούζ δεν υπήρξε. Εκείνο που συνέβη ήταν ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες αύξησαν απότομα τα ασφάλιστρα κινδύνου και απέτρεψαν προσωρινά τη διέλευση δεξαμενόπλοιων. Πρόκειται για μια κατάσταση που μπορεί να αντιστραφεί ταχύτερα απ’ όσο κατασκευάζεται ο φόβος της.

Στο μεταξύ, ο Τραμπ κινήθηκε σε ένα άλλο επίπεδο, πιο ουσιαστικό για τις αγορές απ’ όσο οι στρατιωτικές ιαχές. Άνοιξε τον δρόμο για χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, επιτρέποντας ουσιαστικά την ομαλότερη ροή ρωσικού πετρελαίου προς την Ινδία, διαβεβαιώνοντας ότι θα προστατευθεί ο ενεργειακός εφοδιασμός της Κίνας και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης χαλάρωσης του κυρωτικού πλαισίου για τις ρωσικές εξαγωγές. Το σήμα ήταν ξεκάθαρο. Από τη στιγμή που η παγκόσμια αγορά άρχισε να προεξοφλεί όχι ενεργειακή ασφυξία αλλά αυξημένη μελλοντική προσφορά, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν. Και μαζί τους ανακουφίστηκαν τα χρηματιστήρια.

Σε κάθε πόλεμο, το πρώτο θύμα είναι η αλήθεια. Οι πρώτες μεγάλες συγκρούσεις δεν γίνονται μόνο στο πεδίο αλλά και στη σφαίρα των εντυπώσεων. Η μάχη των perceptions είναι συχνά αγριότερη από τη μάχη στο έδαφος. Μέχρι πρόσφατα, όποιος παρακολουθούσε προσεκτικά τα αντίπαλα στρατόπεδα και συνέκρινε τις αφηγήσεις τους με όσα επιβεβαιώνονταν αργότερα, μπορούσε να σχηματίσει μια σχετικά καθαρή εικόνα. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, εμφανίστηκε κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό: δύο κατά τα άλλα αντίπαλες διεθνείς προπαγάνδες να παραμορφώνουν με παρόμοιο τρόπο την πραγματικότητα.

Από τη μία πλευρά, τμήματα της παγκόσμιας Αριστεράς που αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσης με το Ισραήλ, που αντιμετωπίζουν το Ιράν περίπου ως προπύργιο αντίστασης και που βλέπουν στον Ευρασιατισμό μια ιστορική αντι-δυτική εναλλακτική. Από την άλλη, μεγάλα τμήματα της παγκοσμιοποιημένης ελίτ, οι οπαδοί ενός globalism που έχει αναγάγει σε ύψιστη επιδίωξη την πολιτική φθορά του Ντόναλντ Τραμπ, προσδοκώντας ότι ένα στρατηγικό του στραπάτσο πριν από τις επαναληπτικές εκλογές για την ανανέωση του Κογκρέσου θα τον αποδυναμώσει ίσως οριστικά.

Οι πρώτοι παρουσίαζαν το Ιράν ως δύναμη που αντέχει, την ώρα που η ηγεσία του είχε αποκεφαλιστεί μέσα σε λίγες ώρες και η περιφερειακή του απομόνωση γινόταν ολοένα εμφανέστερη. Το εμφάνιζαν να ετοιμάζει φοβερή αντεπίθεση, την ώρα που απομειώνονταν τα πυρομαχικά του και οι μεγάλοι υποτιθέμενοι σύμμαχοί του, η Ρωσία και η Κίνα, κρατούσαν εμφανείς αποστάσεις. Οι δεύτεροι περιέγραφαν τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ περίπου ως δυνάμεις σε απόγνωση, να υφίστανται συντριπτικά πλήγματα, να μην ελέγχουν τις εξελίξεις, με τον Τραμπ δήθεν αποδιοργανωμένο, πολιτικά περικυκλωμένο, οικονομικά εκτεθειμένο και έτοιμο να βυθιστεί σε νέα περιπέτεια χερσαίας εμπλοκής που θα τον κατέστρεφε στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Κι όμως, οι αγορές, με το πετρέλαιο, τους χρηματιστηριακούς δείκτες, το δολάριο και τον χρυσό, διέψευδαν καθημερινά αυτή τη διπλή παραμόρφωση.

Βεβαίως, όποιος μιλά με βεβαιότητα για την τελική τροπή ενός πολέμου ξεχνά ότι η Ιστορία έχει τον τρόπο να εκδικείται όσους προτρέχουν. Σε μια πολεμική σύγκρουση, πολλά μπορούν να συμβούν. Αυτό όμως δεν αναιρεί την ανάγκη να αποτιμήσει κανείς όσα έχουν ήδη συμβεί. Και αυτά είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Ο Τραμπ, από την έναρξη της κρίσης, ήρθε σε επαφή με την Ινδία, την Κίνα και τη Ρωσία και βελτίωσε αισθητά το πεδίο επικοινωνίας με τον Σι Τζινπίνγκ, τον Μόντι και τον Πούτιν. Με αυτή την κίνηση αποδυνάμωσε την πιθανότητα μιας σκληρής αντιδυτικής συσπείρωσης γύρω από έναν ευρασιατικό άξονα. Παράλληλα, έφερε το Ισραήλ εγγύτερα με τον αραβικό κόσμο, καθώς το Ιράν, στη διάρκεια της κρίσης, στράφηκε εχθρικά απέναντι σε ολοένα περισσότερους περιφερειακούς παίκτες, ανοίγοντας τον δρόμο για την ολοκλήρωση των Συμφωνιών του Αβραάμ και για μια ευρύτερη αναδιάταξη του μεσανατολικού σκηνικού.

Ταυτόχρονα, το Ιράν παύει σταδιακά να λειτουργεί ως μόνιμος παράγοντας αποσταθεροποίησης της περιοχής. Το ίδιο το καθεστώς του εμφανίζει ρήγματα. Ένα τμήμα της ιρανικής ηγεσίας αναζητεί ήδη διέξοδο συμβιβασμού, ενώ ένα άλλο, οι Φρουροί της Επανάστασης, επιμένει στη γραμμή της σύγκρουσης μέχρι τέλους. Σε μια τέτοια εσωτερική αντιπαράθεση, οι σκληροπυρηνικοί μπορεί να αποδειχθούν τελικά οι μεγάλοι χαμένοι. Πολύ περισσότερο όταν ένα μεγάλο μέρος της ιρανικής κοινωνίας βρίσκεται εξαρχής απέναντι στο καθεστώς και όταν τμήματα του ίδιου του κρατικού μηχανισμού αρχίζουν να απομακρύνονται από τη γραμμή της αδιάλλακτης επιβίωσης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αλλαγή καθεστώτος δεν χρειάζεται αναγκαστικά χερσαία εισβολή για να γίνει ιστορικά εφικτή.

Εάν η κρίση αποκλιμακωθεί σύντομα, οι συνέπειες μπορεί να είναι πολύ ευρύτερες από τη λήξη μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Οι κυρώσεις κατά του Ιράν θα μπορούσαν να χαλαρώσουν, οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας ήδη εμφανίζουν τάσεις υποχώρησης, ενώ και η Βενεζουέλα οδεύει προς μελλοντική επανένταξη στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά. Αυτό σημαίνει ότι ο διεθνής εφοδιασμός πετρελαίου όχι μόνο μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως αλλά και να περάσει σε φάση υπερβάλλουσας προσφοράς, εκεί ακριβώς όπου πριν από λίγο όλοι μιλούσαν για έκρηξη τιμών και εφοδιαστική ασφυξία.

Η Αμερική θα μπορούσε να βγει κερδισμένη από μια τέτοια εξέλιξη, καθώς η φθηνότερη ενέργεια θα δώσει ώθηση στην ανάπτυξη, θα συγκρατήσει τις τιμές, θα διευκολύνει τη μείωση των επιτοκίων και θα ενισχύσει τη θέση του Τραμπ στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο. Η Ρωσία θα κερδίσει επίσης από την άρση ή τη χαλάρωση των κυρώσεων, ενώ η Κίνα και η Ινδία θα ωφεληθούν από χαμηλότερο ενεργειακό κόστος. Η Σαουδική Αραβία ασφαλώς θα δει ένα μέρος των εσόδων της να πιέζεται από τις χαμηλότερες τιμές, διαθέτει όμως μηχανισμούς παρέμβασης μέσω του OPEC και, σε κάθε περίπτωση, η εξουδετέρωση του ιρανικού κινδύνου δίπλα της συνιστά στρατηγικό κέρδος πολύ μεγαλύτερης σημασίας.

Εκείνοι που διαφαίνεται πως θα βρεθούν σε δυσκολότερη θέση είναι οι Ευρωπαίοι. Και αυτό όχι εξαιτίας κάποιας μοίρας που τους καταδιώκει, αλλά επειδή εξακολουθούν να επιμένουν στη βεβιασμένη πράσινη μετάβαση ως ιδεολογικό και οικονομικό δόγμα, αδιαφορώντας για το πώς μεταβάλλεται η ίδια η πραγματικότητα της παγκόσμιας προσφοράς ενέργειας. Θα χρειαστεί να εξηγήσουν πώς δικαιολογείται η εγκατάλειψη των υδρογονανθράκων την ώρα που η παγκόσμια αγορά οδεύει προς μεγαλύτερη αφθονία και χαμηλότερες τιμές. Θα χρειαστεί επίσης να εξηγήσουν πώς θα διατηρήσουν την αντιρωσική τους στρατηγική τη στιγμή που η Ουάσιγκτον δείχνει διατεθειμένη να αναζητήσει νέα ισορροπία με τη Μόσχα.

Η ακρίβεια στην Ευρώπη δεν οφείλεται πρωτίστως στις διεθνείς τιμές της ενέργειας. Οφείλεται σε μια επιλογή πολιτικής. Οι Ευρωπαίοι επιβαρύνουν τους υδρογονάνθρακες με φόρους και ταυτόχρονα επιδοτούν ενεργειακές επιλογές που μπορούν να λειτουργούν μόνο συμπληρωματικά και ποτέ ως πλήρη υποκατάστατα ενός σταθερού ενεργειακού εφοδιασμού. Αν δεν αναθεωρήσουν αυτή τη στρατηγική, θα συνεχίσουν να βλέπουν την ανταγωνιστικότητά τους να διαβρώνεται και τις οικονομίες τους να χάνουν σταθερά βιομηχανική ισχύ.

Το πρόβλημα της ενέργειας, άλλωστε, δεν είναι αποκλειστικά εξωτερικό. Το κουβαλά ήδη η ίδια η Ευρώπη μέσα στις επιλογές της. Την περίοδο 2012-2015, όταν οι διεθνείς τιμές πετρελαίου κινούνταν επί μακρόν γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, τα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος και η βενζίνη στην Ελλάδα ήταν αισθητά φθηνότερα από ό,τι σήμερα, πριν ακόμη από την πρόσφατη κρίση. Αυτό και μόνο αρκεί για να δείξει ότι η ευρωπαϊκή ενεργειακή δυσπραγία δεν εξηγείται με εύκολες αναφορές στη Μέση Ανατολή. Έχει πια εγκατασταθεί στο εσωτερικό των δικών της πολιτικών.

Σε έναν πόλεμο όλα μπορούν να συμβούν. Καμία εξέλιξη δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων. Υπάρχει όμως και κάτι που ήδη διακρίνεται με καθαρότητα. Όσοι επένδυσαν πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά στην πράσινη μετάβαση ως μονόδρομο, θα βρεθούν αργά ή γρήγορα μπροστά στα όρια αυτής της επιλογής. Και μαζί τους θα εκτεθούν και όσοι αναζητούν μακρινά πεδία για να επιδείξουν εύκολο πατριωτισμό, την ώρα που πολύ πιο άμεσες και πραγματικές απειλές βρίσκονται δίπλα τους. Όταν μια κοινωνία αδυνατεί να αναμετρηθεί με το υπαρκτό, κατασκευάζει φαντασιακά πεδία ηρωισμού και αυτοθαυμασμού. Εκεί αρχίζει ο δονκιχωτισμός. Και εκεί, πολλές φορές, το τραγικό γλιστρά αθόρυβα στο γελοίο.