Οι Έλληνες πλήρωσαν τις τράπεζες και οι δανειστές ξήλωσαν την αυτοκρατορία των Βαλκανίων
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανακοινώνουν για το πρώτο εξάμηνο του 2026 κέρδη που κινούνται σε ιστορικά επίπεδα. Οι υψηλές προμήθειες, η έντονη χρηματοδοτική δραστηριότητα γύρω από τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης και η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα επιτόκια δανεισμού και στις αποδόσεις των καταθέσεων τροφοδοτούν αποτελέσματα που παρουσιάζονται ως απόδειξη πλήρους επιστροφής στην κανονικότητα.
Πίσω από τους πανηγυρισμούς των τραπεζικών διοικήσεων βρίσκεται μια πολύ διαφορετική ιστορία. Το σημερινό τραπεζικό σύστημα δημιουργήθηκε μέσα από διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις, κρατικές εγγυήσεις, δημόσια στήριξη και εκτεταμένες αλλαγές στη μετοχική σύνθεση των τραπεζών. Οι Έλληνες φορολογούμενοι ανέλαβαν μεγάλο μέρος του κόστους διάσωσης, ενώ η ιδιοκτησία των συστημικών ιδρυμάτων πέρασε σε σημαντικό βαθμό σε ξένα επενδυτικά κεφάλαια.
Ταυτόχρονα, οι πελάτες των τραπεζών εξακολουθούν να επιβαρύνονται με υψηλές χρεώσεις και περιορισμένες αποδόσεις στις καταθέσεις τους. Η μεγάλη ψαλίδα επιτοκίων λειτουργεί ως ένας άτυπος φόρος πάνω στις αποταμιεύσεις, ενισχύοντας την κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων την ώρα που νοικοκυριά και επιχειρήσεις πληρώνουν ακριβότερα για τη χρηματοδότησή τους.
Σημαντικό μέρος των κερδών επιστρέφει στους μετόχους μέσω μερισμάτων και επαναγορών μετοχών. Καθώς μεγάλο ποσοστό των μετόχων βρίσκεται εκτός Ελλάδας, ένα τμήμα του πλούτου που παράγεται από τις συναλλαγές, τις καταθέσεις και τα δάνεια στην ελληνική αγορά κατευθύνεται τελικά στο εξωτερικό.
Για να διαμορφωθεί αυτή η τραπεζική πραγματικότητα προηγήθηκε μια βίαιη συρρίκνωση της ελληνικής παρουσίας στα Βαλκάνια και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι τράπεζες διασώθηκαν με τεράστιους δημόσιους πόρους, την ίδια περίοδο όμως υποχρεώθηκαν να εκποιήσουν ένα μεγάλο δίκτυο θυγατρικών και συμμετοχών που είχε χτιστεί επί δεκαετίες.
Η απώλεια αυτή γίνεται πλέον περισσότερο ορατή, καθώς τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα έχουν επιστρέψει σε υψηλή κερδοφορία και αρχίζουν ξανά να αναζητούν ευκαιρίες διεθνούς επέκτασης. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης έχει επισημάνει την ανάγκη οι τράπεζες να ανακτήσουν στοιχεία που έχασαν κατά τη διάρκεια της κρίσης και να επανέλθουν σε έναν ευρύτερο αναπτυξιακό ρόλο.
Η επισήμανση αυτή αποτελεί έμμεση παραδοχή του μεγέθους της στρατηγικής υποχώρησης. Η χώρα διέθετε κάποτε τραπεζικούς και επιχειρηματικούς ομίλους με δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά περίπου 100 εκατομμυρίων ανθρώπων. Σήμερα καλείται να ξαναχτίσει από την αρχή επιρροή που παραδόθηκε σε ανταγωνιστές μέσα στα χρόνια των μνημονίων.
Η ελληνική εξόρμηση στα Βαλκάνια και η «Ζώνη της Δραχμής»
Η μεγάλη επέκταση άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν οι χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης έβγαιναν από τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Οι οικονομίες τους άνοιγαν απότομα, οι κρατικές επιχειρήσεις ιδιωτικοποιούνταν και μια τεράστια αγορά διαμορφωνόταν δίπλα στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας.
Οι μεγάλες δυτικές πολυεθνικές αντιμετώπιζαν τις νέες αυτές αγορές με επιφυλακτικότητα, καθώς το θεσμικό πλαίσιο ήταν ασταθές, οι πολιτικοί κίνδυνοι αυξημένοι και οι επιχειρηματικές συνθήκες αβέβαιες. Οι ελληνικές τράπεζες και επιχειρήσεις κινήθηκαν ταχύτερα, αξιοποιώντας τη γεωγραφική εγγύτητα, τις εμπορικές σχέσεις και τη γνώση της περιοχής.
Πρωταγωνιστικό ρόλο είχε η Εθνική Τράπεζα, η οποία υπό την ηγεσία του Θεόδωρου Καρατζά και με στελέχη όπως ο Τάκης Αράπογλου και ο Απόστολος Ταμβακάκης λειτούργησε ως βασική χρηματοδοτική γέφυρα για την ελληνική επιχειρηματική επέκταση.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν η Alpha Bank του Γιάννη Κωστόπουλου, η Τράπεζα Πειραιώς υπό τον Μιχάλη Σάλλα και η Eurobank με στελέχη όπως ο Νίκος Νανόπουλος και ο Νίκος Καραμούζης. Οι ελληνικές τράπεζες δεν περιορίστηκαν στην εξυπηρέτηση ελληνικών εταιρειών που δραστηριοποιούνταν στο εξωτερικό. Προχώρησαν σε εξαγορές τοπικών τραπεζών, δημιούργησαν δίκτυα καταστημάτων και απέκτησαν ισχυρή θέση στις εθνικές αγορές των Βαλκανίων.
Η Εθνική Τράπεζα άνοιξε κατάστημα στη Σόφια ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το 2000 απέκτησε το 89,9% της United Bulgarian Bank, της τέταρτης μεγαλύτερης τράπεζας της Βουλγαρίας, ενώ ανέλαβε και τον έλεγχο της Stopanska Banka στα Σκόπια.
Ακολούθησαν η Banca Romaneasca στη Ρουμανία και η Vojvodjanska Banka στη Σερβία. Μέσα σε λίγα χρόνια, η Εθνική είχε δημιουργήσει ένα εκτεταμένο τραπεζικό δίκτυο που κάλυπτε μεγάλο μέρος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η Eurobank, η Alpha Bank και η Πειραιώς ακολούθησαν με εξαγορές και οργανική ανάπτυξη στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, στη Σερβία, στην Αλβανία και στη σημερινή Βόρεια Μακεδονία. Η Bulgarian Postbank, η Bancpost, η Jubanka και η Atlas Banka ήταν ορισμένα από τα ιδρύματα που πέρασαν υπό ελληνικό έλεγχο.
Από το Βελιγράδι και το Βουκουρέστι έως τη Σόφια, τα Σκόπια και τα Τίρανα, οι ελληνικές τράπεζες είχαν αποκτήσει σε μικρό χρονικό διάστημα παρουσία που ξεπερνούσε κατά πολύ το οικονομικό μέγεθος της χώρας προέλευσής τους.
Στην κορύφωση της εξάπλωσης, γύρω στο 2005, λειτουργούσαν περίπου 1.000 καταστήματα ελληνικών τραπεζών σε πέντε βαλκανικές χώρες. Η Βουλγαρία διέθετε 366 καταστήματα, η Ρουμανία 257 και η Σερβία 206. Ένα σχετικά μικρό τραπεζικό σύστημα είχε εξελιχθεί σε περιφερειακή δύναμη.
Η τραπεζική επέκταση συνοδεύτηκε από μαζική επιχειρηματική διείσδυση. Περισσότερες από 3.000 ελληνικές επιχειρήσεις απέκτησαν παρουσία στα Βαλκάνια, ενώ ορισμένες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό στις 4.000.
Η επιρροή ήταν τόσο έντονη ώστε η περιοχή περιγραφόταν συχνά ως «Ζώνη της Δραχμής». Η διατύπωση αποτύπωνε τη δημιουργία ενός οικονομικού χώρου στον οποίο ελληνικές τράπεζες, τηλεπικοινωνιακοί οργανισμοί, ενεργειακές εταιρείες, βιομηχανίες και εμπορικές αλυσίδες κατείχαν πρωταγωνιστική θέση.
Η Ελλάδα είχε αναδειχθεί σε κορυφαίο επενδυτή στην Αλβανία και στη σημερινή Βόρεια Μακεδονία, ενώ βρισκόταν ανάμεσα στους τρεις μεγαλύτερους επενδυτές στη Βουλγαρία και στη Σερβία. Η συνολική αξία των ελληνικών επενδύσεων στην περιοχή υπολογιζόταν, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, κοντά στα 12 δισ. ευρώ.
Οι τράπεζες αποτελούσαν τον βασικό μηχανισμό υποστήριξης αυτής της εξάπλωσης. Παρείχαν εγγυήσεις, εμπορική χρηματοδότηση, κεφάλαια κίνησης, υπηρεσίες πληρωμών και πληροφόρηση για τις τοπικές αγορές. Με τον τρόπο αυτό περιόριζαν το ρίσκο για τις ελληνικές επιχειρήσεις που επένδυαν σε οικονομίες με αδύναμους θεσμούς και ασταθές ρυθμιστικό πλαίσιο.
Γνώριζαν παράλληλα τους ελληνικούς ομίλους από την εγχώρια δραστηριότητά τους. Μπορούσαν επομένως να αξιολογήσουν ποιοι διέθεταν επαρκή κεφάλαια, διοικητική ικανότητα και σοβαρό επιχειρηματικό σχέδιο για να επεκταθούν σε αγορές που την εποχή εκείνη έμοιαζαν με οικονομική Άγρια Δύση.
Η σχέση ήταν αμφίδρομη. Μια ελληνική τράπεζα αποκτούσε ή δημιουργούσε τοπικό δίκτυο και ακολούθως χρηματοδοτούσε την εγκατάσταση ελληνικών παραγωγικών και εμπορικών ομίλων. Οι επιχειρήσεις αύξαναν τον κύκλο εργασιών της τράπεζας και δημιουργούσαν νέο πελατολόγιο. Έτσι οικοδομήθηκε ένα σύστημα οικονομικής διπλωματίας που ενίσχυε συνολικά την ελληνική επιρροή.
Ο ΟΤΕ και η Cosmote αποτέλεσαν χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Μόνο το 2007, η Cosmote επένδυσε περίπου 201 εκατ. ευρώ στη Ρουμανία και 127 εκατ. ευρώ στη Βουλγαρία, επεκτείνοντας τα δίκτυα και την πελατειακή της βάση. Ο όμιλος είχε ήδη ισχυρή παρουσία στην Αλβανία και στη Βόρεια Μακεδονία.
Στον τομέα της ενέργειας, τα Ελληνικά Πετρέλαια, σημερινή HELLENiQ ENERGY, δημιούργησαν ένα περιφερειακό δίκτυο περίπου 300 πρατηρίων, με παρουσία στη Βουλγαρία, στη Σερβία, στο Μαυροβούνιο και στη Βόρεια Μακεδονία.
Ο Τιτάνας ανέπτυξε παραγωγικές μονάδες και δραστηριότητες στη Σερβία, στη Βόρεια Μακεδονία, στη Βουλγαρία και στην Αλβανία. Η Coca-Cola HBC, η Viohalco, η Alumil, η Δέλτα, η Βερόπουλος, η Τέρνα, η Aktor και ο όμιλος Μυτιληναίου, σημερινή Metlen, αποτέλεσαν επίσης σημαντικά τμήματα της ελληνικής επιχειρηματικής παρουσίας.
Οι τηλεπικοινωνίες, η ενέργεια, τα τρόφιμα, το λιανεμπόριο, το τσιμέντο, τα μέταλλα και οι κατασκευές συνέθεταν ένα πυκνό δίκτυο οικονομικής ισχύος. Η Ελλάδα είχε καταφέρει να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε στρατηγικό πλεονέκτημα και να λειτουργήσει ως βασική πύλη κεφαλαίων προς τις νέες βαλκανικές αγορές.
Τα μνημόνια διέλυσαν το «Βαλκανικό Ελντοράντο»
Η περίοδος ανάπτυξης από το 1990 έως το 2009 έληξε απότομα με την ελληνική κρίση χρέους. Το τραπεζικό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με τεράστιες ζημιές, αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και σοβαρές κεφαλαιακές ανάγκες.
Το κούρεμα των ελληνικών κρατικών ομολόγων επιβάρυνε καθοριστικά τους ισολογισμούς των τραπεζών. Παράλληλα, η προηγούμενη ανεξέλεγκτη επέκταση του ιδιωτικού δανεισμού είχε δημιουργήσει μια επικίνδυνη φούσκα, για την οποία οι τότε διοικήσεις έφεραν σοβαρή ευθύνη.
Οι παλαιοί μέτοχοι υπέστησαν μεγάλη απομείωση των συμμετοχών τους, οι διοικήσεις άλλαξαν και οι τράπεζες πέρασαν σε καθεστώς διαδοχικών ανακεφαλαιοποιήσεων. Το κράτος και οι φορολογούμενοι κλήθηκαν να αποτρέψουν την πλήρη κατάρρευση του συστήματος.
Η διάσωση συνοδεύτηκε από αυστηρούς όρους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού απαίτησαν την πώληση μεγάλου μέρους των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονταν στο εξωτερικό, προκειμένου να περιοριστούν οι κεφαλαιακές ανάγκες και το ύψος της κρατικής ενίσχυσης.
Η ανάληψη της εποπτείας από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έφερε πρόσθετους στόχους αποεπένδυσης. Τα διαθέσιμα κεφάλαια έπρεπε να κατευθυνθούν στην εξυγίανση των δραστηριοτήτων στην Ελλάδα και όχι στη διατήρηση ενός διεθνούς δικτύου.
Η επιβολή των σχεδίων αναδιάρθρωσης είχε βαρύ στρατηγικό κόστος. Οι τράπεζες πούλησαν θυγατρικές σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, την περίοδο που η χώρα βρισκόταν υπό πίεση και οι δυνατότητες διαπραγμάτευσης ήταν περιορισμένες.
Η ελληνική παρουσία υποχώρησε και το κενό καλύφθηκε γρήγορα από αυστριακές, γερμανικές, ιταλικές, ουγγρικές και άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες, καθώς και από ισχυρούς τοπικούς ομίλους. Οι ανταγωνιστές απέκτησαν δίκτυα, καταθέσεις, πελατολόγιο και πρόσβαση σε αγορές που είχαν ανοίξει με ελληνικό κεφάλαιο και τεχνογνωσία.
Η Eurobank πούλησε την Bancpost στη Ρουμανία, διατήρησε όμως τη δραστηριότητά της στη Βουλγαρία μέσω της Postbank Bulgaria. Πρόκειται για τη συστημική τράπεζα που διαφύλαξε το ισχυρότερο περιφερειακό αποτύπωμα.
Η Εθνική Τράπεζα αποχώρησε από τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία, ενώ πούλησε και τη Finansbank στην Τουρκία. Διατήρησε τη Stopanska Bank στη Βόρεια Μακεδονία, περιορίζοντας δραστικά το δίκτυο που κάποτε κάλυπτε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η Τράπεζα Πειραιώς προχώρησε σε πλήρη πώληση των συμμετοχών της στη Σερβία, στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία και στην Αλβανία. Από περιφερειακός παίκτης μετατράπηκε σε τραπεζικό όμιλο σχεδόν αποκλειστικά προσανατολισμένο στην ελληνική αγορά.
Η Alpha Bank πούλησε την Alpha Bank Albania στην ουγγρική OTP και τη ρουμανική της θυγατρική στην ιταλική UniCredit. Η συμφωνία με τον ιταλικό όμιλο απέκτησε ευρύτερο στρατηγικό χαρακτήρα, καθώς η UniCredit εισήλθε στο μετοχικό κεφάλαιο της Alpha Bank, αυξάνοντας σταδιακά τη συμμετοχή της.
Η Alpha διατήρησε μειοψηφική συμμετοχή στη νέα UniCredit Romania, όμως η μεταβολή αποτυπώνει τη μεγάλη ανατροπή που συντελέστηκε. Οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες εξαγόραζαν κάποτε ξένα ιδρύματα, βρέθηκαν να δέχονται στο μετοχικό τους κεφάλαιο μεγάλους ευρωπαϊκούς τραπεζικούς ομίλους.
Η αποχώρηση δεν περιορίστηκε στο τραπεζικό σύστημα. Μέρος των επιχειρηματικών «σημαιών» που είχαν οδηγήσει την ελληνική εξάπλωση άλλαξε ιδιοκτησιακό έλεγχο ή περιόρισε σημαντικά τη δραστηριότητά του.
Ο ΟΤΕ, που είχε λειτουργήσει ως βασικός ελληνικός μοχλός τηλεπικοινωνιακής επέκτασης στα Βαλκάνια, πέρασε στον έλεγχο της Deutsche Telekom. Η γερμανική είσοδος άρχισε το 2008 και η συμμετοχή της έφτασε στο 50% το 2022.
Η αλυσίδα σούπερ μάρκετ Βερόπουλος, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά εμπορικά σήματα στην περιοχή, πούλησε την εγχώρια δραστηριότητά της στον όμιλο Metro. Το όνομα εξαφανίστηκε από την ελληνική αγορά, ενώ συνεχίζει να λειτουργεί ως Vero και Super Vero στη Βόρεια Μακεδονία και στη Σερβία.
Υπάρχουν, βέβαια, και ελληνικοί όμιλοι που άντεξαν και επέκτειναν περαιτέρω τον διεθνή τους χαρακτήρα. Η HELLENiQ ENERGY διατηρεί σημαντικό δίκτυο πρατηρίων σε σειρά βαλκανικών χωρών. Ο Τιτάνας παραμένει ισχυρός στον κλάδο του τσιμέντου και των δομικών υλικών στη Σερβία, στη Βόρεια Μακεδονία και στη Βουλγαρία.
Η Coca-Cola HBC, η Viohalco, η Alumil και άλλοι βιομηχανικοί όμιλοι εξακολουθούν να παράγουν, να εξάγουν και να επενδύουν στην περιοχή. Η σημερινή παρουσία τους, όμως, δεν συγκροτεί πλέον το ενιαίο ελληνικό τραπεζικό και επιχειρηματικό οικοσύστημα των προηγούμενων δεκαετιών.
Οι τράπεζες που διασώθηκαν με χρήματα των πολιτών ανακοινώνουν σήμερα κέρδη-ρεκόρ, ενώ η χώρα έχει χάσει μεγάλο μέρος της οικονομικής της επιρροής σε μια περιοχή στρατηγικής σημασίας. Η ανάκαμψη των ισολογισμών τους δεν συνοδεύτηκε μέχρι σήμερα από ανάλογη αποκατάσταση του περιφερειακού ρόλου που είχαν αποκτήσει.
Το τίμημα των μνημονιακών επιλογών δεν περιορίζεται στις ζημιές των παλαιών μετόχων ή στις ανακεφαλαιοποιήσεις. Περιλαμβάνει την απώλεια δικτύων, τεχνογνωσίας, πελατών και γεωοικονομικής ισχύος που χρειάστηκαν δεκαετίες για να δημιουργηθούν.
Την ίδια ώρα, οι ελληνικές τράπεζες αντλούν υψηλή κερδοφορία από μια αγορά με περιορισμένο ανταγωνισμό, χαμηλές αποδόσεις καταθέσεων και ακριβό δανεισμό. Η κοινωνία που πλήρωσε τη διάσωσή τους παραμένει αντιμέτωπη με υψηλές προμήθειες, στεγαστικά αδιέξοδα και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Η συζήτηση για νέα εξωστρέφεια έχει ήδη ανοίξει. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι τράπεζες θα ξαναγίνουν εργαλείο παραγωγικής ανάπτυξης και ελληνικής οικονομικής παρουσίας ή αν η επέκταση θα υπηρετήσει αποκλειστικά τη μεγέθυνση των ισολογισμών και τις αποδόσεις των ξένων μετόχων.
Το αποκαλούμενο «Βαλκανικό Ελντοράντο» αποτελεί σήμερα μακρινή ανάμνηση. Ήταν το αποτέλεσμα μιας περιόδου κατά την οποία η Ελλάδα διεκδικούσε περιφερειακό οικονομικό ρόλο. Χάθηκε μέσα στην κρίση, στις αναγκαστικές εκποιήσεις και στην πολιτική υποταγή των τραπεζών στους όρους των δανειστών.
Οι σημερινοί πανηγυρισμοί για τα τραπεζικά κέρδη δεν μπορούν να σβήσουν αυτή την ιστορία. Πίσω από τους ισχυρούς δείκτες κερδοφορίας βρίσκεται μια χώρα που πλήρωσε τη σωτηρία των τραπεζών της και είδε ταυτόχρονα την οικονομική της παρουσία στα Βαλκάνια να ξηλώνεται προς όφελος των ευρωπαϊκών ανταγωνιστών.
Πιο Δημοφιλή
Αναζητείς μοναδικότητα; Διάβασε το κείμενο!...
Ανδρέας Βορύλλας: «Η κυβέρνηση ξεπουλάει και τον Πολιτισμό»
Η Meta βάζει φρένο στα ψεύτικα προφίλ με νέο σύστημα επαλήθευσης
Πιο Πρόσφατα
Μηδενική ανοχή: 2.340 παραβάσεις για κράνος σε μια εβδομάδα
Συγκρατημένη αισιοδοξία για την πυρκαγιά