14 Σεπτεμβρίου 2026

Οι γεννήσεις κατέρρευσαν στις 67.000, ενώ σε πολλές περιοχές οι θάνατοι είναι υπερδιπλάσιοι.

Σε μια από τις σοβαρότερες προκλήσεις για το μέλλον της χώρας εξελίσσεται το δημογραφικό πρόβλημα, καθώς η Ελλάδα καταγράφει σταθερή και βαθιά υποχώρηση των γεννήσεων, την ώρα που οι θάνατοι αυξάνονται και ο αριθμός των γυναικών σε ηλικία τεκνοποίησης περιορίζεται δραματικά.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια μεταβολή ιστορικών διαστάσεων. Από περίπου 148.000 γεννήσεις ετησίως την περίοδο 1979-1980, η χώρα έφτασε στις περίπου 67.000 γεννήσεις το 2024-2025. Μέσα σε τέσσερις δεκαετίες, δηλαδή, οι γεννήσεις έχουν μειωθεί περισσότερο από 50%, δημιουργώντας ένα δημογραφικό κενό που διευρύνεται χρόνο με τον χρόνο.

Την ίδια στιγμή, οι γυναίκες αποκτούν παιδιά σε σημαντικά μεγαλύτερη ηλικία. Η μέση ηλικία τεκνοποίησης αυξήθηκε από τα 26,2 έτη στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στα 32,2 έτη σήμερα, καταγράφοντας μετατόπιση σχεδόν έξι ετών.

Τα δεδομένα προκύπτουν από ανάλυση του καθηγητή Δημογραφίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρωνα Κοτζαμάνη, ο οποίος επισημαίνει ότι πίσω από τους εθνικούς μέσους όρους κρύβονται μεγάλες και ιδιαίτερα ανησυχητικές γεωγραφικές διαφοροποιήσεις.

Από τις 148.000 γεννήσεις στις 67.000 – Οι θάνατοι υπερτερούν πλέον καθαρά

Η δημογραφική υποχώρηση δεν αποτελεί φαινόμενο των τελευταίων ετών. Η πτωτική πορεία των γεννήσεων άρχισε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και συνεχίστηκε σχεδόν αδιάλειπτα, με μοναδική ουσιαστική εξαίρεση μια περιορισμένη ανάκαμψη μεταξύ 2003 και 2009.

Η συγκεκριμένη προσωρινή αύξηση συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη μαζική είσοδο αλλοδαπών στην Ελλάδα μετά το 1990. Ωστόσο, δεν ήταν αρκετή για να ανατρέψει τη βαθύτερη και μακροχρόνια πορεία συρρίκνωσης των γεννήσεων.

Παράλληλα μειώνεται και ο μέσος αριθμός παιδιών που αποκτά κάθε γυναίκα. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά. Αντίθετα, για όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 εκτιμάται ότι ο αντίστοιχος αριθμός θα υποχωρήσει κάτω από τα 1,5 παιδιά.

Ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας παρουσιάζει επίσης μεγάλη πτώση. Από περίπου 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980, έχει περιοριστεί στα περίπου 1.240 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες την περίοδο 2024-2025.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εξέλιξη του φυσικού ισοζυγίου. Την περίοδο 1971-1980 οι γεννήσεις ήταν κατά περίπου 638.000 περισσότερες από τους θανάτους. Τη δεκαετία που ακολούθησε, η θετική διαφορά μειώθηκε στις 276.000 και κατά την περίοδο 1991-2000 περιορίστηκε μόλις στις 22.000.

Η κατάσταση στη συνέχεια αντιστράφηκε πλήρως. Κατά τη δεκαετία 2011-2020 οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά περίπου 267.000, ενώ μόνο μέσα στην πενταετία 2021-2025 καταγράφηκαν περίπου 290.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις.

Ενδεικτική είναι και η μεταβολή στη σχέση γεννήσεων και θανάτων. Το 2009 καταγράφονταν 92 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις. Μέχρι το 2024, η αναλογία είχε εκτιναχθεί στους 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.

Η περιφέρεια αδειάζει – Πού καταγράφεται η μεγαλύτερη δημογραφική κατάρρευση

Καθοριστικό παράγοντα αποτελεί και η δραματική μείωση των γυναικών στις βασικές ηλικίες τεκνοποίησης. Ο αριθμός των γυναικών ηλικίας από 25 έως 44 ετών έχει μειωθεί κατά σχεδόν 480.000 άτομα, ποσοστό που προσεγγίζει το 28%.

Η εξέλιξη συνδέεται άμεσα με την πτώση των γεννήσεων μετά το 1980. Οι μικρότερες πληθυσμιακά γενιές εκείνης της περιόδου έχουν πλέον φτάσει στις ηλικίες δημιουργίας οικογένειας, με αποτέλεσμα ο αριθμός των δυνητικών μητέρων να είναι αισθητά περιορισμένος. Επιβαρυντικά λειτούργησε και το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο μετά το 2010 στις συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες.

Σε εθνικό επίπεδο, μεταξύ 2009 και 2024 οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά περίπου 42%, από 117.440 σε 68.310.

Οι μεγαλύτερες απώλειες εντοπίζονται σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας. Σε Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα, η μείωση των γεννήσεων ξεπέρασε το 50%, ενώ σε ακόμη δέκα νομούς κινήθηκε μεταξύ 45% και 50%.

Αντίθετα, σε ορισμένες νησιωτικές περιοχές η πτώση εμφανίζεται ηπιότερη. Σε έξι νησιωτικούς νομούς η μείωση δεν ξεπέρασε το 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο παρέμεινε κάτω από 15%.

Μεγάλες διαφορές καταγράφονται και στη σχέση θανάτων προς γεννήσεις. Το 2024 η αναλογία κυμαινόταν ανάλογα με την περιοχή από μόλις 79 έως και 276 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.

Στα Δωδεκάνησα, στην Ξάνθη και σε τρεις από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης —Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο— οι γεννήσεις εξακολουθούσαν να υπερβαίνουν τους θανάτους.

Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική σε μεγάλο τμήμα της ηπειρωτικής χώρας. Σε 17 νομούς καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις, στοιχείο που αποτυπώνει μια έντονη διαδικασία γήρανσης και πληθυσμιακής συρρίκνωσης.

Στις περιοχές όπου καταγράφονται δύο ή περισσότεροι θάνατοι για κάθε μία γέννηση περιλαμβάνονται τα Τρίκαλα, η Αρκαδία, το Κιλκίς, η Καρδίτσα, η Άρτα, η Ευρυτανία, η Φωκίδα, τα Γρεβενά και οι Σέρρες.

Οι αριθμοί αποτυπώνουν πλέον ένα πρόβλημα που ξεπερνά κατά πολύ την απλή μείωση των γεννήσεων. Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία λιγοστεύουν ταυτόχρονα οι νέοι, οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και οι νέες οικογένειες, ενώ αυξάνεται συνεχώς η αναλογία των μεγαλύτερων ηλικιών.

Η δημογραφική συρρίκνωση έχει ήδη ισχυρό αποτύπωμα στην περιφέρεια και, εφόσον η τάση συνεχιστεί, οι συνέπειες θα επηρεάσουν την αγορά εργασίας, το ασφαλιστικό σύστημα, την οικονομία και τη δυνατότητα ολόκληρων περιοχών να διατηρήσουν ενεργό πληθυσμό. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το δημογραφικό της Ελλάδας έχει πλέον εξελιχθεί σε πρόβλημα εθνικής κλίμακας, με τον χρόνο για ουσιαστικές παρεμβάσεις να περιορίζεται.

Ετικέτες: