Οι ταραγμένες σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας επί Τραμπ και το διπλωματικό αδιέξοδο Ερντογάν
Με την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, καλλιεργήθηκε στην Άγκυρα η προσδοκία ότι η προσωπική «χημεία» μεταξύ του Αμερικανού προέδρου και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα λειτουργούσε καταλυτικά για τη βελτίωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.
Η Τουρκία επένδυσε σημαντικά πολιτικά και διπλωματικά στην εκλογή Τραμπ, θεωρώντας ότι η νέα ηγεσία στον Λευκό Οίκο θα προσέφερε ένα παράθυρο ευκαιρίας για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής.
Παρά τις αρχικές ενδείξεις προσωπικής προσέγγισης μεταξύ των δύο ηγετών, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ διαφορετική από τις προσδοκίες της τουρκικής ηγεσίας.
Το πρώτο σοβαρό πλήγμα στις ελπίδες του Ερντογάν ήρθε με την απουσία οποιασδήποτε πρόσκλησης προς αυτόν για επίσημη επίσκεψη στον Λευκό Οίκο. Από τον Ιανουάριο της ανάληψης της εξουσίας από τον Τραμπ, αρκετοί ξένοι ηγέτες –από διάφορες γεωπολιτικές περιοχές του κόσμου– είχαν ήδη πραγματοποιήσει συναντήσεις μαζί του στην Ουάσινγκτον, σε επίσημο ή ανεπίσημο επίπεδο.
Αντιθέτως, ο Τούρκος πρόεδρος παρέμεινε εκτός λίστας προσκεκλημένων, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι δομικές εντάσεις στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας υπερίσχυσαν της όποιας προσωπικής συμπάθειας ή διπλωματικής συνεννόησης μεταξύ των δύο ανδρών.
Μάλιστα, ούτε μετά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούνιο έγινε κάποιο βήμα προς την κατεύθυνση μίας επίσημης πρόσκλησης του Ερντογάν στην Ουάσινγκτον, αποδεικνύοντας ότι η πολιτική ουσία υπερτερεί της προσωπικής επαφής.
Δύο σοβαρά και αλληλένδετα ζητήματα έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη δυστοκία προσέγγισης ΗΠΑ – Τουρκίας, με βασικό κοινό παρονομαστή το Ισραήλ.
Το πρώτο αφορά τη μακροχρόνια τουρκική ανάμειξη στη συριακή κρίση και την εμπλοκή της στην προσπάθεια αποδυνάμωσης και ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ. Η Άγκυρα, έχοντας αναλάβει ενεργό ρόλο από την αρχή της συριακής σύρραξης, ανέμενε πως με τη σταδιακή αποχώρηση του Άσαντ και την επικράτηση της δυτικής στρατηγικής στη Συρία, θα εξασφάλιζε γεωπολιτικά οφέλη, ενδεχομένως και ζώνες ελέγχου εντός της συριακής επικράτειας.
Αντ’ αυτού, διαπιστώνει σήμερα πως τα βασικά οφέλη καρπώνονται άλλοι –κυρίως το Ισραήλ–, ιδίως μέσω της απομάκρυνσης του Ιράν από τη Συρία, κάτι που ενισχύει τη θέση του Ισραήλ στην περιοχή. Ο Ερντογάν αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η χώρα του λειτούργησε ως εργαλείο μιας ευρύτερης στρατηγικής των ΗΠΑ, χωρίς ανταλλάγματα.
Η κατάσταση αυτή του θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο η CIA φέρεται να είχε εξαπατήσει τον Δημήτριο Ιωαννίδη, τάζοντάς του ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, για να οδηγηθεί τελικά σε μία εθνική τραγωδία.
Αντί να λάβει κάποιας μορφής πολιτική ή στρατιωτική «ανταμοιβή», ο Ερντογάν βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με την αυξανόμενη προοπτική δημιουργίας ενός δεύτερου κουρδικού κρατικού μορφώματος στη Συρία, εξέλιξη που η Άγκυρα θεωρεί ότι απειλεί ευθέως την εθνική της ασφάλεια και την εδαφική της συνοχή. Η παρατεταμένη ανασφάλεια σε αυτό το πεδίο ενισχύει την αίσθηση απογοήτευσης και δυσπιστίας απέναντι στην Ουάσινγκτον.
Το δεύτερο μείζον αγκάθι στις διμερείς σχέσεις αφορά τη δημόσια και ενεργή υποστήριξη που παρέχει ο Ερντογάν στη Χαμάς.
Η στρατηγική επιλογή της τουρκικής ηγεσίας να ταυτιστεί με τη συγκεκριμένη παλαιστινιακή οργάνωση, σε αντίθεση με την αμερικανική και ισραηλινή στάση, έχει δημιουργήσει μείζονα προβλήματα σε διπλωματικό επίπεδο. Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω μετά τις ισραηλινές επιθέσεις σε στόχους της Χαμάς στην Ντόχα του Κατάρ, που φέρονται να έχουν οδηγήσει το Κατάρ στην απόφαση να απομακρύνει τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης από το έδαφός του.
Η Τουρκία εμφανίζεται ως ο πιθανότερος επόμενος τόπος φιλοξενίας τους, με τον Ερντογάν να αντιμετωπίζει το δίλημμα αν μπορεί να προστατεύσει την παρουσία της Χαμάς χωρίς να διακινδυνεύσει ισραηλινά πλήγματα στο έδαφός του – ένα ενδεχόμενο που έχει ήδη αναφερθεί σε ισραηλινά μέσα ενημέρωσης.
Τα παραπάνω ζητήματα έχουν καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη την επιδίωξη της Τουρκίας για αναβάθμιση του στρατιωτικού της εξοπλισμού μέσω των ΗΠΑ. Παρόλο που η Άγκυρα επιθυμεί την προμήθεια μαχητικών F-35 και την αναβάθμιση του στόλου των F-16, το Κογκρέσο αντιδρά έντονα.
Αρχικά, μία από τις προϋποθέσεις που είχαν τεθεί για την έγκριση του εκσυγχρονισμού των F-16 ήταν η αποκλιμάκωση των εντάσεων με την Ελλάδα, κάτι που θεωρητικά επιτεύχθηκε μέσω της υπογραφής της Διακήρυξης των Αθηνών και της σχετικής ηρεμίας στο Αιγαίο. Ωστόσο, η τεχνική συμφωνία για το πακέτο αναβάθμισης παραμένει εκκρεμής, ακόμα και μετά τη μείωση των απαιτήσεων από την τουρκική πλευρά.
Παρά την προσωρινή εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ένα νέο εμπόδιο έχει τεθεί από το Κογκρέσο, αυτή τη φορά με αιχμή τη στάση της Τουρκίας απέναντι στη Χαμάς. Συγκεκριμένα, τροπολογία που κατέθεσαν από κοινού ένας Ρεπουμπλικανός και ένας Δημοκρατικός βουλευτής προβλέπει ότι η πώληση F-35 στην Τουρκία δεν μπορεί να προχωρήσει εάν ο Λευκός Οίκος δεν πιστοποιήσει ότι η Άγκυρα δεν υποστηρίζει ουσιαστικά τη Χαμάς ή άλλες συνδεδεμένες οργανώσεις.
Αν η τροπολογία αυτή μετατραπεί σε νόμο, τότε το αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας θα πρέπει να εκδώσει σαφείς οδηγίες και να διασφαλίσει την πλήρη συμμόρφωση της Τουρκίας. Παράλληλα, θα απαιτείται πιστοποίηση ότι η Τουρκία δεν έχει εμπλακεί σε στρατιωτικές απειλές κατά του Ισραήλ και ότι δεν έχει αναπτύξει στρατιωτικές συνεργασίες με χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν ή η Βόρεια Κορέα, ακόμη και στον τομέα των drone.
Μια άλλη τροπολογία, προτεινόμενη από διακομματική ομάδα βουλευτών, καλεί τα υπουργεία Εξωτερικών, Άμυνας και Οικονομικών των ΗΠΑ να διενεργήσουν εις βάθος έρευνες για ενδεχόμενους δεσμούς της Τουρκίας με τη Χαμάς, γεγονός που ανεβάζει το επίπεδο καχυποψίας και εντείνει τη δυσπιστία απέναντι στις τουρκικές προθέσεις.
Με βάση όλα τα παραπάνω, γίνεται σαφές ότι παρά τις φιλικές σχέσεις μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν σε προσωπικό επίπεδο, οι διμερείς σχέσεις δεν παρουσιάζουν σημάδια ουσιαστικής βελτίωσης.
Ο Τούρκος πρόεδρος, ο οποίος αναμένεται να μεταβεί στη Νέα Υόρκη για να παραστεί στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ενδέχεται να επιδιώξει νέα συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του. Όμως οι πιθανότητες να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος είναι περιορισμένες, καθώς η τουρκική εξωτερική πολιτική φαίνεται να έχει εγκλωβιστεί στρατηγικά σε τρία μετωπικά μέτωπα: τη Συρία, το Κουρδικό και τη Χαμάς – όλα με σοβαρές γεωπολιτικές προεκτάσεις.
Τέλος, αν και η Τουρκία δεν έχει καταφέρει να αποσπάσει από τις ΗΠΑ ουσιαστική υποστήριξη στα ζητήματα που θεωρεί στρατηγικής σημασίας, ο Ερντογάν φαίνεται να έχει πετύχει κάτι άλλο: την σχεδόν πλήρη αδιαφορία της Ουάσινγκτον απέναντι στις εσωτερικές του ενέργειες, που περιορίζουν δραστικά τη δημοκρατία και την πολυφωνία, οδηγώντας τη χώρα σε ένα ιδιότυπο μονοκομματικό καθεστώς χωρίς ουσιαστική αντιπολίτευση.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Κρήτη: Προφυλακίστηκε ο πατέρας που κατηγορείται ότι βίαζε τις κόρες του