Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΣΙΛΗΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ

Οι τέσσερις εκδοχές πίσω από τη Σύνοδο Κορυφής Πούτιν – Τραμπ

Σε μια αναπάντεχη γεωπολιτική εξέλιξη με ιδιαίτερο βάρος για την παγκόσμια σκηνή, η Ρωσία ανακοίνωσε πως επήλθε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη διεξαγωγή Συνόδου Κορυφής μεταξύ του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν και του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Η είδηση έρχεται μετά την τρίωρη συνάντηση του Πούτιν με τον Αμερικανό απεσταλμένο Στίβεν Γουίτκοφ στη Μόσχα, ενώ σύμφωνα με το Κρεμλίνο, έχει ήδη αρχίσει η διαδικασία προετοιμασίας της Συνόδου, με τον τόπο διεξαγωγής να έχει συμφωνηθεί και να αναμένεται να ανακοινωθεί σύντομα.

Ο Γιούρι Ουσακόφ, στενός συνεργάτης του Ρώσου προέδρου, δήλωσε πως οι επαφές με τους Αμερικανούς βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, ενώ απέρριψε κάθε ενδεχόμενο τριμερούς συνάντησης με τη συμμετοχή και του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, όπως είχε προτείνει ο Τραμπ. Σύμφωνα με τον ίδιο, η προετοιμασία για τη συνάντηση κορυφής ξεκινά άμεσα, χωρίς να μπορεί ακόμα να εκτιμηθεί η ακριβής διάρκειά της, ωστόσο εξετάζεται σοβαρά η πραγματοποίησή της εντός της επόμενης εβδομάδας.

Η συνάντηση Πούτιν – Γουίτκοφ χαρακτηρίστηκε από το Κρεμλίνο ως εποικοδομητική και επαγγελματική, με τις δύο πλευρές να συζητούν πιθανά βήματα για την επίλυση της κρίσης στην Ουκρανία. Ο Ουσακόφ ανέφερε ότι αναγνωρίζεται πλέον η δυνατότητα διαμόρφωσης των ρωσοαμερικανικών σχέσεων σε μια νέα, πιο ισορροπημένη βάση, μακριά από την αντιπαράθεση που κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, η Ρωσία έχει ήδη ενημερώσει τους στενούς συμμάχους της για τις εξελίξεις.

Η είδηση της συμφωνίας για σύνοδο Πούτιν – Τραμπ προκάλεσε αίσθηση, καθώς μέχρι και λίγες ώρες πριν τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών, ουδείς ανέμενε απτά αποτελέσματα από τη συνάντηση στη Μόσχα. Αντί της κλιμάκωσης, που πολλοί θεωρούσαν βέβαιη, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να επιλέγουν διπλωματική προσέγγιση, με τη ρητορική από την Ουάσινγκτον να γίνεται πιο θετική προς τη Μόσχα — κάτι που δεν είχε συμβεί από τις αρχές Ιουλίου, όταν ο Τραμπ είχε εκφράσει ανοιχτή απογοήτευση μετά από επικοινωνία με τον Πούτιν.

Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να ασκούν οικονομική πίεση, με την επιβολή δασμών στην Ινδία λόγω των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου, ενώ ο Τραμπ έχει προειδοποιήσει και άλλες χώρες, όπως η Κίνα, για παρόμοια μέτρα. Οι κινήσεις αυτές δημιουργούν σύγχυση για την πραγματική στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς συνδυάζουν διαλλακτική στάση έναντι της Ρωσίας με σκληρή οικονομική πολιτική απέναντι σε τρίτες χώρες.

Πίσω από τις εξελίξεις, αναλυτές διατυπώνουν τέσσερα βασικά σενάρια που επιχειρούν να εξηγήσουν την ξαφνική διπλωματική κινητικότητα. Η πρώτη εκδοχή εστιάζει στη Μόσχα, η οποία ενδέχεται να υπαναχώρησε στις θέσεις της υπό την απειλή δευτερογενών κυρώσεων και γενικευμένης επιδείνωσης των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, η Ρωσία ίσως πρότεινε κάποιο είδος μεταβατικής εκεχειρίας — μερική ή εναέρια — ώστε να διευκολυνθεί η έναρξη ειρηνευτικής διαδικασίας.

Η δεύτερη εκδοχή μεταφέρει το επίκεντρο στην Ουάσινγκτον και την πιθανότητα ο Τραμπ να προσέφερε ουσιαστικά ανταλλάγματα προς τη Μόσχα, ενδεχομένως λόγω της άρνησης μεγάλων οικονομιών, όπως η Ινδία και η Κίνα, να διακόψουν τις συναλλαγές τους με τη Ρωσία. Ο κίνδυνος ενός εμπορικού πολέμου με τις χώρες αυτές θα μπορούσε να ωθήσει τον Λευκό Οίκο σε μια πιο ρεαλιστική στάση, ακόμη και πιέζοντας το Κίεβο να κάνει παραχωρήσεις στο θέμα των εδαφών, που παραμένει ο βασικός ρωσικός όρος για κατάπαυση του πυρός. Η Ουκρανία επισήμως αρνείται οποιαδήποτε παραχώρηση, ωστόσο οι επικριτές του Ζελένσκι εγείρουν υποψίες περί μυστικών διαπραγματεύσεων από το προεδρικό περιβάλλον, που ίσως περιλαμβάνουν ακόμη και αποδοχή ρωσικών όρων προκειμένου να διατηρηθεί η σημερινή ηγεσία στην εξουσία.

Το τρίτο σενάριο προτείνει ότι όλες αυτές οι εξελίξεις δεν είναι παρά ένα παιχνίδι τακτικής από την πλευρά του Τραμπ, που στοχεύει να πιέσει χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα ώστε να περιορίσουν τη στήριξή τους προς τη Ρωσία. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, οι ΗΠΑ επιχειρούν να δημιουργήσουν την εντύπωση πως βρίσκονται κοντά σε συμφωνία με τη Μόσχα, προκειμένου να προκαλέσουν αμηχανία στους συμμάχους της, παρουσιάζοντάς τους ως αφελείς υποστηρικτές ενός εταίρου που ενδεχομένως διαπραγματεύεται «πίσω από την πλάτη» τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτουργεί ως πρόσχημα για την προώθηση εμπορικών και ενεργειακών συμφερόντων, με κύριο στόχο την ενίσχυση των αμερικανικών εταιρειών.

Τέλος, μια τέταρτη εκδοχή αποδίδει την αλλαγή στάσης της Ουάσινγκτον σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο καθυστέρησης της επιβολής κυρώσεων, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το υποτιθέμενο «παράθυρο διαλόγου». Οι ΗΠΑ φέρονται να επιδιώκουν την αποφυγή άμεσης σύγκρουσης με οικονομικούς γίγαντες όπως η Ινδία και η Κίνα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο διπλωματικής επίλυσης ως εργαλείο αποφόρτισης. Έτσι εξηγούνται, σύμφωνα με τους επικριτές του Τραμπ, οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή μέτρων, όπως οι δασμοί που αναβλήθηκαν για τρεις εβδομάδες, καθώς και η ξαφνική αισιοδοξία γύρω από μια ενδεχόμενη περιορισμένη εκεχειρία, η οποία ίσως αξιοποιηθεί ως «πολιτικό άλλοθι».

Ο επικεφαλής του Ρωσικού Ταμείου Άμεσων Επενδύσεων και ειδικός απεσταλμένος του Ρώσου προέδρου για την οικονομική συνεργασία με το εξωτερικό, Κιρίλ Ντμίτριεφ, έκανε λόγο για μια ενδεχομένως ιστορική συνάντηση, τονίζοντας μέσω ανάρτησής του ότι ο διάλογος πρόκειται να επικρατήσει. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο διεθνής Τύπος επισημαίνει ότι η Μόσχα απορρίπτει κάθε ενδεχόμενο για τριμερή σύνοδο με τη συμμετοχή και του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, παρότι, σύμφωνα με πληροφορίες από την Ουάσινγκτον, είχε εξεταστεί αρχικά ένα τέτοιο σενάριο.

Η βρετανική εφημερίδα The Guardian σημειώνει ότι το Κρεμλίνο παραμένει σταθερό στην άρνησή του να δεχτεί οποιαδήποτε μορφή απευθείας επαφής με τον Ζελένσκι. Αντιθέτως, επικεντρώνει την προσοχή του στην προετοιμασία της συνάντησης με τον Τραμπ, επιβεβαιώνοντας για μία ακόμη φορά την απροθυμία του Πούτιν να βρεθεί στο ίδιο δωμάτιο με τον Ουκρανό πρόεδρο. Οι συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του Πούτιν και του Αμερικανού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ φαίνεται να οδήγησαν σε έναν διπλωματικό συμβιβασμό, που περιορίζεται σε διμερείς επαφές. Η στάση του Κρεμλίνου περιγράφεται από τη βρετανική εφημερίδα ως χαρακτηριστική της δυναμικής που έχει διαμορφωθεί τους τελευταίους μήνες: ο Τραμπ υπόσχεται διπλωματικές εξελίξεις, για να τις «ψυχράνει» στη συνέχεια η Μόσχα.

Το CNN, από την πλευρά του, θέτει ερωτήματα για το κατά πόσο ο Αμερικανός πρόεδρος παγιδεύεται και πάλι σε μια διαπραγματευτική τακτική του Πούτιν. Όπως αναφέρει, η απογοήτευση του Τραμπ απέναντι στον Ρώσο πρόεδρο, που πριν από λίγες εβδομάδες τον είχε χαρακτηρίσει «απόλυτα τρελό» εξαιτίας των αεροπορικών επιθέσεων στο Κίεβο, φαίνεται να εξανεμίστηκε μετά την πολύωρη συνάντηση της 6ης Αυγούστου. Η αμερικανική πλευρά εκφράζει τώρα αισιοδοξία, με τον Τραμπ να δηλώνει ότι η σύνοδος κορυφής θα μπορούσε να σημάνει την αρχή του τέλους του πολέμου, προσθέτοντας πως υπάρχει «πολύ καλή πιθανότητα να φτάνουμε στο τέλος αυτού του δρόμου». Παρότι αναγνώρισε ότι δεν υπήρξε καμία θεαματική ανατροπή, ο Τραμπ διατήρησε υψηλό τόνο προσδοκιών, παρά τη σφοδρότητα των πρόσφατων ρωσικών επιθέσεων με drones και πυραύλους στην Ουκρανία – από τις πιο έντονες των τελευταίων ετών.

Η αμερικανική πολιτική σκηνή, ωστόσο, δεν συμμερίζεται απαραίτητα την αισιοδοξία αυτή. Ειδικοί σε ζητήματα ρωσικής πολιτικής, όπως ο Ντέιβιντ Σάλβο του German Marshall Fund, προειδοποιούν ότι τα κίνητρα της Μόσχας για τη συνέχιση του πολέμου είναι πολύ ισχυρότερα από οποιαδήποτε ανταλλάγματα μπορεί να προσφέρει η Ουάσινγκτον. Ο Σάλβο επισημαίνει ότι η πολιτική επιβίωση του καθεστώτος Πούτιν εξαρτάται άμεσα από την έκβαση αυτού του πολέμου υπό ρωσικούς όρους, αν όχι και από την παράτασή του. Κατά τον ίδιο, το Κρεμλίνο δεν δείχνει καμία πρόθεση για ουσιαστική αλλαγή στρατηγικής και, παρά τις διπλωματικές κινήσεις, η ρωσική οικονομία παραμένει δομημένη γύρω από τη συνέχιση της πολεμικής μηχανής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν λείπουν οι φωνές που εκτιμούν ότι μια συνάντηση κορυφής ενδέχεται να αποτελέσει τη βάση για μια νέα προσπάθεια ειρηνευτικής προσέγγισης. Ο Τραμπ, που έχει υποσχεθεί επανειλημμένα ότι θα μπορούσε να δώσει τέλος στον πόλεμο «σε μόλις 24 ώρες», βλέπει σε αυτή τη συνάντηση μια ευκαιρία για προσωπική και πολιτική δικαίωση. Αν καταφέρει να επιτύχει απτά αποτελέσματα, αυτό θα μπορούσε να καταγραφεί ως ιστορική επιτυχία για τις Ηνωμένες Πολιτείες και να ενισχύσει τη δική του εικόνα ως διαπραγματευτή. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αν υπάρχουν ουσιαστικές πιθανότητες για πρόοδο ή αν η ενδεχόμενη σύνοδος θα εξελιχθεί σε ακόμη ένα επεισόδιο υψηλού συμβολισμού αλλά χαμηλής πολιτικής απόδοσης.

Ετικέτες: