Σήμερα Γιορτάζουν:

ΛΑΖΑΡΟΣ

5 Απριλίου 2026

«Στραγγαλισμός» των μικρομεσαίων επιχειρήσεων!

Τον ασφυκτικό αποκλεισμό τους από την τραπεζική χρηματοδότηση βιώνουν τα τελευταία χρόνια οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας, που παρά το κυβερνητικό αφήγημα πως τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης έχουν ως στόχο τη στήριξή τους, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Τα διαθέσιμα κεφάλαια και τα ευρωπαϊκά κονδύλια, όπως του Ταμείου Ανάκαμψης, φαίνεται να κατευθύνονται κυρίως προς μεγαλύτερες επιχειρήσεις, αφήνοντας εκτός τον βασικό κορμό της ελληνικής οικονομίας. 

Είναι χαρακτηριστικό πως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις: 

– αποτελούν περίπου το 99,9% του συνόλου των επιχειρήσεων στη χώρα μας, 

– απασχολούν σχεδόν 8 στους 10 εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα,

– συνεισφέρουν το 62%-63% της προστιθέμενης αξίας στο ελληνικό ΑΕΠ και 

– οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (0-9 απασχολούμενοι) αποτελούν το 94,7% των ΜμΕ και απασχολούν περίπου το ήμισυ του εργατικού δυναμικού.

Η κυβέρνηση, αν και διαφημίζει το «φιλοεπενδυτικό» προφίλ της, φαίνεται πως ασχολείται μόνο με τις μεγάλες εταιρίες και τις πολυεθνικές, αφήνοντας στο έλεος της γραφειοκρατίας και της υπερφορολόγησης τις ΜμΕ, οι οποίες μάλιστα δανείζονται ακριβότερα από τις αντίστοιχες επιχειρήσεις στην υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ οι απορρίψεις των αιτήσεων από τις τράπεζες είναι εξίσου υψηλότερες. 

Ο «θάνατος του εμποράκου»

Η επίμονη δυσκολία χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τη σαφή ευνοϊκότερη μεταχείριση των μεγάλων, δημιουργεί την εικόνα μιας οικονομίας που μετατοπίζεται σταδιακά προς μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα. Η κατεύθυνση αυτή συνδέεται από πολλούς με τις προτάσεις της λεγόμενης «έκθεσης Πισσαρίδη», που οδηγούν στον σταδιακό «θάνατο του εμποράκου».

Αυτή η έκθεση, που για πολλούς αποτελεί το μνημόνιο της χώρας που συνοδεύει τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, θεωρεί εμπόδιο για την ανάπτυξη της οικονομίας την ύπαρξη τόσων πολύ μικρών επιχειρήσεων στη χώρα μας, που στην πράξη «τρέχουν» από ελεύθερους επαγγελματίες είτε με τη βοήθεια μελών της οικογένειάς τους είτε με ελάχιστους εργαζομένους.

Στην πράξη, προωθεί τις εξαγορές και τα συνεργατικά σχήματα, δηλαδή τη συνένωση πολλών μικρών επιχειρήσεων, προκειμένου να αποκτήσουν δυναμική μεγαλύτερης εταιρίας ή να παραδώσουν τα «κλειδιά» σε πολυεθνικές και να συγκεντρωθεί όλη η οικονομική δραστηριότητα σε λίγους. 

Αντί η κυβέρνηση να αναζητήσει τρόπους ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κάνει το παν για τις εξαλείψει. Είναι χαρακτηριστικό πως στην προηγούμενη ΔΕΘ οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν άκουσαν ούτε… λέξη για μειώσεις φόρων, ενώ τους έχει επιβληθεί το παράλογο μέτρο του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος, διογκώνοντας τους φόρους που πληρώνουν στην Εφορία. 

Παράλληλα, η κυβέρνηση αρνείται εμμονικά και ακόμα ένα αίτημα των μικρομεσαίων: την εφαρμογή μιας νέας ρύθμισης χρεών με πολλές δόσεις, ώστε να πάρουν ανάσα από τα τεράστια χρέη που έχουν συσσωρεύσει τα τελευταία χρόνια. 

Το ελληνικό χρηματοδοτικό κενό που σαμποτάρει την ανάπτυξη 

Αναλυτική έρευνα του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αναφέρει πως το αποτέλεσμα είναι ένα διαρκές χρηματοδοτικό κενό που περιορίζει τις επενδύσεις και υπονομεύει την ανάπτυξη. Αυτά έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα ευαγγελίζεται η κυβέρνηση περί «εκρηκτικής» ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και των υπερπλεονασμάτων, αποκρύπτοντας όμως για καθαρά προεκλογικούς λόγους πως το όλο οικοδόμημα έχει στηθεί σε ένα μη παραγωγικό μοντέλο, που δεν είναι άλλο από τον κλάδο των ακινήτων και τις επενδύσεις μέσω του προγράμματος «Golden Visa». 

Συγκεκριμένα, παρά τη σταδιακή βελτίωση ορισμένων δεικτών μετά την κρίση χρέους και την πανδημία, οι ελληνικές επιχειρήσεις -και ιδιαίτερα οι μικρές και πολύ μικρές- συνεχίζουν να δανείζονται ακριβότερα, δυσκολότερα και με αυστηρότερους όρους σε σχέση με τις επιχειρήσεις άλλων χωρών της ευρωζώνης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το κόστος τραπεζικού δανεισμού στην Ελλάδα παραμένει διαχρονικά υψηλότερο από αυτό των χωρών της περιφέρειας της ευρωζώνης. Αν και τα επιτόκια ακολούθησαν τη γενική πορεία της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (μειώθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης και αυξήθηκαν στη συνέχεια ξανά λόγω πληθωρισμού), η απόκλιση υπέρ των ελληνικών επιχειρήσεων δεν εξαλείφθηκε παρά μόνο οριακά τα τελευταία χρόνια. 

Για την περίοδο 2010-2019 η αύξηση του χρηματοδοτικού κενού συνδέεται με αύξηση της πιθανότητας μείωσης των επενδύσεων κατά 3,8 ποσοστιαίες μονάδες για μια μέση ελληνική επιχείρηση. Ακόμα και στην πιο πρόσφατη περίοδο (2022-2025), η αρνητική επίδραση παραμένει, έστω και μειωμένη, σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. 

Ο ρόλος των τραπεζών

Ένας από τους βασικούς λόγους πίσω από τη στενότητα της χρηματοδότησης είναι η χαμηλή προθυμία των τραπεζών να αναλάβουν ρίσκο. Η αντίληψη αυτή καταγράφεται έντονα στις ίδιες τις επιχειρήσεις, με τα ποσοστά να παραμένουν υψηλά τόσο την περίοδο της κρίσης όσο και σήμερα. Το υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων της προηγούμενης δεκαετίας, σε συνδυασμό με τις αυστηρές απαιτήσεις εγγυήσεων, δημιούργησε ένα περιβάλλον στο οποίο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θεωρούνται «υψηλού κινδύνου» και αποκλείονται συστηματικά από τη χρηματοδότηση. Αν και τα «κόκκινα» δάνεια έχουν πλέον μειωθεί σημαντικά και η πιστωτική επέκταση αυξάνεται, η βελτίωση αυτή φαίνεται να αφορά κυρίως μεγαλύτερες και πιο ισχυρές επιχειρήσεις.