3 Ιουλίου 2026

ΟΠΕΚΕΠΕ: Ένοχοι Μελάς και Ρέππα για υπόθαλψη και παράβαση καθήκοντος

Βαριά δικαστική εξέλιξη καταγράφεται στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, με το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών να κηρύσσει ενόχους δύο πρώην ανώτατα στελέχη του οργανισμού για τους χειρισμούς τους γύρω από τους ελέγχους στις αγροτικές ενισχύσεις και το λεγόμενο «πόρισμα Τυχεροπούλου». Η απόφαση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική και θεσμική βαρύτητα, καθώς το δικαστήριο αναβάθμισε σε κακούργημα την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου από υπάλληλο.

Ένοχοι κρίθηκαν ο πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ και πολιτευτής της Νέας Δημοκρατίας, Δημήτρης Μελάς, καθώς και η πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Άμεσων Ενισχύσεων και Αγοράς και της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων, Αθανασία Ρέππα. Οι δύο καταδικάστηκαν για τα πλημμελήματα της υπόθαλψης εγκληματία και της παράβασης καθήκοντος.

Για το σκέλος της υπεξαγωγής εγγράφου, το δικαστήριο δήλωσε καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Η παραπομπή αποφασίστηκε επειδή η πράξη κρίθηκε ότι έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, καθώς η υλική ζημία υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ.

Το σκεπτικό της απόφασης

Η πρόεδρος του δικαστηρίου, ανακοινώνοντας εκτενώς το σκεπτικό, υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση και αναφέρθηκε στο περιβάλλον μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι έλεγχοι για τις αγροτικές ενισχύσεις. Όπως σημειώθηκε, από την ακροαματική διαδικασία προέκυψε ότι το 2018 καταγράφηκε εντυπωσιακή αύξηση στον αριθμό των βοσκοτοπιών, στοιχείο που είχε επισημάνει και η Αθανασία Ρέππα.

Το δικαστήριο στάθηκε στις υποψίες για συστηματική απάτη και διοχέτευση κονδυλίων μέσω μηχανισμών σε παραγωγούς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο τότε νέος πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ, Γρηγόρης Βάρρας, έδωσε εντολή ελέγχου, κατόπιν της οποίας η Παρασκευή Τυχεροπούλου κατέγραψε τα ευρήματά της και υπέβαλε σχετική αναφορά.

Κατά τη δικανική κρίση, οι δύο κατηγορούμενοι είχαν γνώση των προβλημάτων που είχαν ανακύψει στον οργανισμό και δεν προχώρησαν στις ενέργειες που όφειλαν να πραγματοποιήσουν. Η διατύπωση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς δείχνει ότι το δικαστήριο δεν είδε απλή υπηρεσιακή αστοχία, αλλά παράλειψη καθηκόντων σε περιβάλλον σοβαρών ενδείξεων παρατυπιών.

Η πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η δικογραφία διαχωρίζεται, με την πρώτη πράξη να αποσπάται από τις λοιπές. Για την υπεξαγωγή εγγράφου, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί, επειδή η πράξη παραπέμπεται πλέον σε κακουργηματικό βαθμό. Για τις υπόλοιπες πράξεις, το δικαστήριο κήρυξε ομόφωνα ενόχους τους δύο κατηγορούμενους.

Η απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο ακροατήριο, με παρευρισκόμενους να φωνάζουν προς την έδρα ότι πρόκειται για «άδικη απόφαση». Η ένταση αποτύπωσε το φορτισμένο κλίμα μιας δίκης που συνδέεται με ένα ζήτημα υψηλής ευαισθησίας: τη διαχείριση ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων και την αξιοπιστία του κρατικού μηχανισμού.

Τα ελαφρυντικά και η εισαγγελική θέση

Το δικαστήριο αναγνώρισε κατά πλειοψηφία, με ψήφους 2-1, την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου και στους δύο καταδικασθέντες. Μειοψήφησε η εκ δεξιών σύνεδρος, η οποία είχε την άποψη ότι το αίτημα για ελαφρυντικό έπρεπε να απορριφθεί.

Νωρίτερα, οι δύο καταδικασθέντες είχαν ζητήσει την αναγνώριση ελαφρυντικών, όμως ο εισαγγελέας της έδρας είχε προτείνει την απόρριψη του αιτήματος. Η εισαγγελική τοποθέτηση ήταν ιδιαίτερα αυστηρή, καθώς υποστήριξε ότι το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου δεν έπρεπε να γίνει δεκτό στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Ο εισαγγελικός λειτουργός ανέφερε ότι οι πράξεις των κατηγορουμένων είχαν διάρκεια και σοβαρότητα, τονίζοντας ότι, κατά την κρίση του, υπέθαλπαν καθημερινά μεγάλο αριθμό εμπλεκομένων για χρονικό διάστημα ενός έτους και οκτώ μηνών. Επεσήμανε ακόμη ότι οι πράξεις είχαν διεθνή αντίκτυπο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πλήττοντας την αξιοπιστία της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επανέρχεται έτσι με βαρύ θεσμικό φορτίο. Δεν αφορά μόνο δύο πρώην στελέχη ενός οργανισμού, αλλά τον τρόπο με τον οποίο ελέγχθηκαν ή δεν ελέγχθηκαν κρίσιμες ροές ευρωπαϊκού χρήματος προς τον αγροτικό τομέα. Η δικαστική κρίση αναδεικνύει τις ευθύνες σε ένα σύστημα που όφειλε να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον και την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές: όταν σε έναν οργανισμό που διαχειρίζεται αγροτικές ενισχύσεις ανακύπτουν υποψίες για συστηματική απάτη, η αδράνεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή διοικητική δυσλειτουργία. Η απόφαση του δικαστηρίου ανοίγει νέο κύκλο για την υπόθεση, με το κακουργηματικό σκέλος να περνά πλέον στο αρμόδιο εφετειακό δικαστήριο.