Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΔΟΣΙΑ

ΟΛΙΒΙΑΝΟΣ

ΥΠΟΜΟΝΗ

ΟΠΕΚΕΠΕ: Η έκθεση Τυχεροπούλου και η νέα σύγκρουση κυβέρνησης - Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Σύνοψη Άρθρου

Η κυβέρνηση επιχειρεί νέα αντεπίθεση απέναντι στην Ευρωπαία Εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η έκθεση Τυχεροπούλου για τη φερόμενη ζημία στα ευρωπαϊκά κονδύλια και τις υποθέσεις βουλευτών της ΝΔ.

Το κυβερνητικό επιχείρημα εστιάζει στο ποσό των 115.000 ευρώ, το οποίο, κατά την ίδια ανάγνωση, αλλάζει τα δεδομένα για τη δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Νέα συνέχεια δίνει η κυβέρνηση στη σύγκρουσή της με την Ευρωπαία Εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι, αξιοποιώντας την αναμενόμενη έκθεση Τυχεροπούλου για τη ζημία που φέρονται να υπέστησαν τα ευρωπαϊκά κονδύλια από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Η υπόθεση, η οποία έχει ήδη προκαλέσει σοβαρή πολιτική φθορά στην κυβέρνηση, εξελίσσεται πλέον σε σκληρή θεσμική και πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και το Μέγαρο Μαξίμου. Κάθε νέο στοιχείο που βλέπει το φως της δημοσιότητας μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής σύγκρουσης, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να αποδομήσει το σκεπτικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και την αντιπολίτευση να μιλά για υπόθεση με βαρύτατες πολιτικές προεκτάσεις.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε ζητήσει την άρση ασυλίας 13 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, με βάση πόρισμα που, σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, περιέγραφε παρεμβάσεις για την εξυπηρέτηση αγροτών σε υποθέσεις επιδοτήσεων και αποζημιώσεων. Το σκέλος αυτό αποτελεί τον πυρήνα της πολιτικής έκθεσης της υπόθεσης, καθώς αφορά αιρετούς εκπροσώπους του κυβερνώντος κόμματος και πιθανή εμπλοκή τους σε διαδικασίες που συνδέονται με ευρωπαϊκούς πόρους.

Μετά τις σχετικές παραγγελίες, στις οποίες φέρονται να περιλαμβάνονταν και περιπτώσεις ποσών που θα μπορούσαν, κατά το αρχικό σκεπτικό, να αγγίζουν το πεδίο κακουργηματικών πράξεων, δόθηκε εντολή στην ειδική επιστήμονα Παρασκευή Τυχεροπούλου να συντάξει έκθεση για τη ζημία.

Το πόρισμα ζημίας και η κυβερνητική ανάγνωση

Σύμφωνα με την κυβερνητική πλευρά, η έκθεση Τυχεροπούλου εξετάζει συνολικά τις υποθέσεις 11 βουλευτών, για τους οποίους είχε κινηθεί η διαδικασία άρσης ασυλίας. Για έξι από αυτές τις υποθέσεις, κατά την ίδια κυβερνητική ερμηνεία, αποκλείεται κατηγορηματικά οποιαδήποτε ζημία στα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Για τις υπόλοιπες πέντε περιπτώσεις, το πόρισμα φέρεται να αναφέρει ότι, ακόμη και εάν υπήρξε ζημία, αυτή δεν μπορεί να αποδειχθεί. Η διατύπωση αυτή αξιοποιείται πολιτικά από την κυβέρνηση, η οποία επιχειρεί να εμφανίσει την υπόθεση ως υπερδιογκωμένη και να μεταφέρει το βάρος από την ουσία των παρεμβάσεων στο ύψος της αποδεικνυόμενης οικονομικής βλάβης.

Κατά την πρόταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η συνολική ζημία του Δημοσίου υπερέβαινε το 1.200.000 ευρώ. Σύμφωνα με την έκθεση Τυχεροπούλου, όπως την επικαλείται η κυβερνητική πλευρά, ακόμη και αν γίνει δεκτή η βάση των υποθέσεων, το συνολικό ποσό για όλους τους βουλευτές φτάνει περίπου στις 115.000 ευρώ.

Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο ένα δέκατο της αρχικής εκτίμησης και, κατά την κυβερνητική επιχειρηματολογία, δεν φτάνει στο όριο που θα μπορούσε να στηρίξει κακουργηματική διάσταση. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο ποσά αποτελεί πλέον το βασικό πεδίο της πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης.

Νομικοί κύκλοι που συμβουλεύθηκε η κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι, εάν δεν τεκμηριώνεται ζημία ή κίνδυνος για τα ευρωπαϊκά ταμεία, τότε απουσιάζει η κρίσιμη προϋπόθεση που θεμελιώνει τη δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Το επιχείρημα αυτό στοχεύει ευθέως στον πυρήνα της παρέμβασης της Κοβέσι, καθώς θέτει ζήτημα αρμοδιότητας και όχι απλώς διαφορετικής αποτίμησης των πραγματικών περιστατικών.

Το ερώτημα της δικαιοδοσίας και η πολιτική αντεπίθεση

Με βάση αυτή τη γραμμή, η κυβέρνηση θέτει πλέον ζήτημα εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να συνεχίσει να κινείται επί των συγκεκριμένων υποθέσεων. Εφόσον, κατά την κυβερνητική ανάγνωση, δεν διαπιστώνεται σαφής κίνδυνος ή αποδεδειγμένη ζημία στα ευρωπαϊκά ταμεία, τότε η υπόθεση θα μπορούσε να θεωρηθεί εκτός της αρμοδιότητάς της.

Η θέση αυτή, ωστόσο, εντάσσεται σε μια ευρύτερη κυβερνητική προσπάθεια να ανακτήσει τον έλεγχο της πολιτικής αφήγησης γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Το σκάνδαλο έχει ήδη φορτίσει το πολιτικό κλίμα, καθώς αφορά τη διαχείριση ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων, τις σχέσεις πολιτικού προσωπικού και δικαιούχων, καθώς και τη λειτουργία ενός οργανισμού που βρέθηκε στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έθεσε ευθέως το ζήτημα της πολιτικοποίησης της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι, όταν μια δικαστική έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη, η αντιπολίτευση όφειλε να περιμένει την ολοκλήρωση των διαδικασιών. Επικαλέστηκε μάλιστα το γεγονός ότι η συντάκτρια της έκθεσης δεν μπορεί, κατά την εκτίμησή του, να χαρακτηριστεί φίλα προσκείμενη στην κυβέρνηση.

Ο ίδιος διερωτήθηκε εάν όσοι από την αντιπολίτευση μιλούσαν για «κυβέρνηση υποδίκων» και «εγκληματική οργάνωση» θα ζητήσουν συγγνώμη μετά την έκθεση Τυχεροπούλου, η οποία, κατά την κυβερνητική θέση, αλλάζει τα δεδομένα για τη φερόμενη ζημία στον ΟΠΕΚΕΠΕ σε υποθέσεις βουλευτών.

Το πολιτικό διακύβευμα παραμένει υψηλό. Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει την έκθεση ως καθοριστικό στοιχείο απομείωσης της υπόθεσης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, από την πλευρά της, καλείται να σταθμίσει τα στοιχεία, τις καταθέσεις των βουλευτών και το εύρος της ζημίας, αποφασίζοντας εάν κάποιες ή όλες οι υποθέσεις θα τεθούν στο αρχείο ή εάν θα ακολουθηθεί διαφορετική νομική αξιολόγηση.

Η ουσία της υπόθεσης δεν εξαντλείται στο αριθμητικό όριο της ζημίας. Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται ευρωπαϊκά χρήματα, την ποιότητα των ελέγχων, τις πολιτικές παρεμβάσεις και τη θεσμική αξιοπιστία του κράτους. Η προσπάθεια μετατροπής της υπόθεσης σε τεχνική διαφωνία περί ποσών δεν ακυρώνει την ανάγκη πλήρους διαλεύκανσης, λογοδοσίας και καθαρών απαντήσεων.

Από εδώ και πέρα, το βάρος περνά ξανά στη Δικαιοσύνη και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Το ερώτημα είναι εάν η έκθεση Τυχεροπούλου θα οδηγήσει σε αρχειοθέτηση, σε αναπροσαρμογή του νομικού πλαισίου της έρευνας ή σε νέα σύγκρουση ανάμεσα στην Αθήνα και την ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή. Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση παραμένει πολιτικά ανοιχτή και θεσμικά κρίσιμη.