8 Απριλίου 2026

Όταν η πρόκληση γίνεται κανονικότητα και η πίστη μπαίνει στο στόχαστρο

Η Ελλάδα είναι δημοκρατία και το Σύνταγμά της κατοχυρώνει την ελευθερία του συνέρχεσθαι, την ίδια στιγμή η Ορθοδοξία πορεύεται μέσα στον χρόνο με την έννοια της ελευθερίας και της προσωπικής ευθύνης, χωρίς επιβολές και χωρίς καταναγκασμούς, ο καθένας επιλέγει αν θα νηστέψει ή όχι, αν θα πιστεύει ή όχι, χωρίς κανείς να του επιβάλει κυρώσεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ανακοίνωση της Ένωσης Αθέων για διοργάνωση «φανερού δείπνου» τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Σέρρες και Βόλο αποκτά μια διάσταση που υπερβαίνει μια απλή επιλογή τρόπου ζωής, διότι συνοδεύεται από δημόσια επίδειξη, από επιλογή ορολογίας που παραπέμπει ευθέως στον Μυστικό Δείπνο, από αναφορές που φορτίζουν το κλίμα και από επιλογές χώρων με ιδιαίτερο συμβολισμό.

Η ανάγκη να δημοσιοποιηθούν συγκεκριμένα σημεία συνάντησης και να προβληθεί η πράξη ως αντιπαράθεση με τη Μεγάλη Εβδομάδα αποκαλύπτει μια διάθεση σύγκρουσης, μια επιθυμία να μετατραπεί μια προσωπική στάση σε δημόσιο γεγονός με σαφές μήνυμα, με ειρωνικές αιχμές και με εκφράσεις που μειώνουν το θρησκευτικό συναίσθημα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η γλώσσα που χρησιμοποιείται και ο τρόπος παρουσίασης της δράσης εκπέμπουν περιφρόνηση προς την πίστη, μετατρέπουν μια περίοδο βαθιάς κατάνυξης σε πεδίο δημόσιας αντιπαράθεσης και εισάγουν έναν τόνο που δεν σχετίζεται με την ελευθερία επιλογής, αλλά με την πρόκληση ως μέθοδο έκφρασης.

Την ίδια στιγμή η Ένωση Αθέων έχει επιλέξει να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ζητώντας την απομάκρυνση των εικόνων από τις αίθουσες των δικαστηρίων, επικαλούμενη ζήτημα δίκαιης δίκης, μια κίνηση που συνοδεύεται από δημόσιο λόγο ο οποίος αποκαλύπτει έντονη προκατάληψη απέναντι σε κάθε θρησκευτική έκφραση και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη συνολική στάση που τηρείται.

Σε μια χώρα όπου η συνύπαρξη θρησκευτικών κοινοτήτων στηρίζεται διαχρονικά στον αμοιβαίο σεβασμό, όπου τηρούνται παραδόσεις και περίοδοι νηστείας χωρίς επιδείξεις και χωρίς προκλήσεις, η συγκεκριμένη επιλογή διαφοροποιείται έντονα και αναδεικνύει μια λογική αντιπαράθεσης που δεν υπήρχε ως κυρίαρχο στοιχείο στον δημόσιο βίο.

Η δημόσια προβολή αυτής της πρωτοβουλίας και η έμφαση στη σύγκρουση δημιουργούν ένα σκηνικό έντασης, το οποίο μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε αντιδράσεις, να οξύνει το κλίμα και να τροφοδοτήσει έναν κύκλο αντιπαραθέσεων που τελικά θα αξιοποιηθεί επικοινωνιακά από όσους τον προκαλούν.

Η στάση που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις συνδέεται με τη νηφαλιότητα και την αποφυγή εμπλοκής σε ένα σκηνικό που έχει ήδη στηθεί με στόχο τη σύγκρουση, με την ψυχραιμία να λειτουργεί ως φίλτρο που αποκαλύπτει τις προθέσεις και αποδυναμώνει την ένταση.

Το ζήτημα που αναδεικνύεται δεν αφορά την επιλογή κάποιων να μην πιστεύουν, αφορά τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουν να εκφραστούν δημόσια, τον τρόπο με τον οποίο μετατρέπουν μια προσωπική στάση σε συμβολική πρόκληση απέναντι σε μια ζωντανή παράδοση που συνεχίζει να καθορίζει τη ζωή μεγάλου μέρους της κοινωνίας.