Πιστοποιήσεις χωρίς έλεγχο: Η μεγάλη πληγή της αξιοκρατίας στην Ελλάδα
Η αξιοπιστία των πιστοποιήσεων γνώσεων και των τίτλων σπουδών εξελίσσεται σε ένα από τα πιο σοβαρά θεσμικά ζητήματα για την εκπαίδευση, την αγορά εργασίας και τη Δημόσια Διοίκηση. Πίσω από την εικόνα μιας τυπικής διαδικασίας εξετάσεων και μοριοδότησης, διαμορφώνεται ένα πεδίο με κενά ελέγχου, ασαφείς κανόνες, καταγγελίες για πλαστούς τίτλους και σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αναγνωρίζονται προσόντα που ανοίγουν δρόμο ακόμη και για διορισμούς στο Δημόσιο.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο μεμονωμένες παρατυπίες. Αγγίζει την ίδια την έννοια της αξιοκρατίας. Όταν μια πιστοποίηση μετατρέπεται από απόδειξη πραγματικών γνώσεων σε εμπορεύσιμο χαρτί, τότε αδικούνται όσοι σπουδάζουν, εξετάζονται και επενδύουν χρόνο και χρήμα για να αποκτήσουν νόμιμα τα προσόντα τους. Ταυτόχρονα, υπονομεύεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και δημιουργείται αθέμιτος ανταγωνισμός εις βάρος αξιόπιστων εκπαιδευτικών φορέων.
Η εικόνα που περιγράφεται από ανθρώπους του χώρου είναι αποκαλυπτική. Στον τομέα των εξετάσεων αγγλικής γλώσσας εμφανίζονται δεκάδες ιδιωτικές εταιρίες και οργανισμοί, ενώ οι διαπιστευμένοι φορείς από το ΕΣΥΔ είναι ελάχιστοι. Η αναλογία αυτή προκαλεί εύλογα ερωτήματα για το ποιος εγκρίνει, ποιος εποπτεύει και ποιος τελικά εγγυάται ότι οι εξεταστικές διαδικασίες είναι αξιόπιστες, διαφανείς και ισότιμες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, στον χώρο της αγγλικής γλώσσας δραστηριοποιούνται 27 ιδιωτικές εταιρίες που διεξάγουν εξετάσεις, ενώ μόλις 3 φορείς εμφανίζονται ως διαπιστευμένοι από το ΕΣΥΔ. Η απόσταση αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως τεχνική λεπτομέρεια. Ανοίγει ζήτημα θεσμικής εποπτείας και φέρνει στο προσκήνιο το ερώτημα αν η αγορά των πιστοποιήσεων λειτουργεί με κανόνες ή αν έχει αφεθεί σε μια γκρίζα ζώνη κερδοσκοπίας.
Η μαύρη τρύπα των ελέγχων στις πιστοποιήσεις
Η πιστοποίηση γνώσεων δεν είναι απλή διοικητική βεβαίωση. Είναι τίτλος που μπορεί να επηρεάσει προσλήψεις, μοριοδότηση, επαγγελματική εξέλιξη και πρόσβαση σε θέσεις ευθύνης. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός ενιαίου, αυστηρού και διαφανούς μηχανισμού ελέγχου δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για τη Δημόσια Διοίκηση και την αγορά εργασίας.
Τα ερωτήματα παραμένουν συγκεκριμένα και αναπάντητα: με ποια κριτήρια λειτουργούν οι οργανισμοί που παρέχουν πιστοποιήσεις; Ποιος ελέγχει τη γνησιότητα των τίτλων; Ποιος εποπτεύει τη διαδικασία των εξετάσεων; Πώς διασφαλίζεται ότι ένας υποψήφιος που αποκτά πιστοποιητικό ξένης γλώσσας ή πληροφορικής διαθέτει πράγματι τις γνώσεις που δηλώνει ο τίτλος του;
Η συζήτηση επεκτείνεται και στο πεδίο των εξ αποστάσεως σπουδών. Η διεθνοποίηση της εκπαίδευσης έχει φέρει στην Ελλάδα προγράμματα από πανεπιστήμια της Κύπρου, της Ιταλίας και άλλων χωρών, αρκετά από τα οποία διαθέτουν σοβαρό ακαδημαϊκό υπόβαθρο. Ωστόσο, οι διαφορετικοί κανόνες εισαγωγής και η απουσία ενιαίων κριτηρίων γλωσσικής επάρκειας δημιουργούν νέα ερωτήματα.
Στην περίπτωση κυπριακών πανεπιστημίων ζητούνται αποδεικτικά γνώσης της αγγλικής γλώσσας, ώστε ο φοιτητής να μπορεί να παρακολουθήσει το πρόγραμμα σπουδών. Αντίθετα, για ιταλικά εξ αποστάσεως προγράμματα τίθεται το ερώτημα πώς γίνονται δεκτοί υποψήφιοι χωρίς πιστοποιημένη γνώση της ιταλικής γλώσσας και πώς, στη συνέχεια, η ολοκλήρωση των σπουδών μπορεί να οδηγήσει σε αναγνώριση γλωσσικής επάρκειας.
Αυτό το σημείο περιγράφεται ως θεσμική «κερκόπορτα», διότι δημιουργεί συνθήκες άνισης μεταχείρισης και πιθανής καταστρατήγησης της ουσίας των προσόντων. Αν η γλωσσική επάρκεια δεν ελέγχεται στην αρχή και αναγνωρίζεται στο τέλος, τότε το κράτος οφείλει να εξηγήσει με ποια λογική αποδέχεται τέτοιες διαδρομές και πώς προστατεύει την αξιοπιστία των τίτλων.
Ο πρόεδρος της D Group, Δρ Δημήτρης Δερπάνης, θέτει το ζήτημα με θεσμικούς όρους, υπογραμμίζοντας ότι η ποιότητα στην εκπαίδευση και στην πιστοποίηση δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία και στις επόμενες γενιές. Η θέση αυτή συνοψίζει τον πυρήνα του προβλήματος: χωρίς διαφάνεια, διαπίστευση και έλεγχο, κάθε τίτλος χάνει μέρος της αξίας του.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι οι πιστοποιήσεις έχουν νόημα μόνο όταν συνοδεύονται από εμπιστοσύνη. Όταν δημιουργούνται αμφιβολίες για τη διαδικασία απόκτησής τους, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον φορέα που τις εκδίδει. Διαχέεται σε ολόκληρο το σύστημα, πλήττει τους υποψηφίους που λειτουργούν νόμιμα και αφήνει χώρο σε πρακτικές που αλλοιώνουν την έννοια της αξιοκρατίας.
Η ανάγκη αλλαγών στο θεσμικό πλαίσιο εμφανίζεται πλέον επιτακτική. Ζητούνται υποχρεωτική διαπίστευση όλων των εταιριών που δραστηριοποιούνται στις εξετάσεις, ενιαίοι κανόνες εποπτείας, απόλυτη διαφάνεια στις διαδικασίες και αυστηρές κυρώσεις για κάθε παράνομη ή αδιαφανή πρακτική. Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη πολλών φορέων. Το πρόβλημα είναι η απουσία κράτους εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει σταθερός έλεγχος.
Καταγγελίες για πλαστούς τίτλους και ευρωπαϊκό κενό εποπτείας
Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ, Γιώργος Χριστόπουλος, περιγράφει ένα φαινόμενο με ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Κάνει λόγο για κύκλωμα παραγωγής πλαστών πιστοποιήσεων ξένων γλωσσών και πληροφορικής, το οποίο, σύμφωνα με τις καταγγελίες του, έχει γίνει πολυπλόκαμο και σε αρκετές περιπτώσεις φαίνεται να λειτουργεί με σιωπηρή ανοχή του κράτους.
Η καταγγελία είναι βαριά. Αναφέρονται κέντρα ξένων γλωσσών και φορείς που υπόσχονται απόκτηση Proficiency μέσα σε τρεις μήνες, με ποσά που κυμαίνονται από 800 έως 1.500 ευρώ. Αν τέτοιες πρακτικές επιβεβαιωθούν, τότε δεν πρόκειται για απλή παραβίαση εκπαιδευτικών κανόνων, αλλά για μηχανισμό αλλοίωσης της μοριοδότησης και της πρόσβασης σε δημόσιες θέσεις.
Ο κ. Χριστόπουλος συγκρίνει την Ελλάδα με τη Γερμανία, σημειώνοντας ότι στη Γερμανία των περίπου 80 εκατομμυρίων κατοίκων λειτουργούν μόλις τρεις φορείς πιστοποίησης αγγλικής γλώσσας, ενώ στην Ελλάδα ο αριθμός φέρεται να φτάνει τους 47. Κατά την ΟΙΕΛΕ, μεγάλο μέρος αυτών των φορέων δεν ανταποκρίνεται σε πραγματικά πρότυπα ελέγχου, παρότι οι τίτλοι τους μπορεί να χρησιμοποιούνται σε διαδικασίες ΑΣΕΠ.
Οι καταγγελίες επεκτείνονται και σε εικονικές εξετάσεις. Περιγράφονται περιπτώσεις στις οποίες υποψήφιοι εμφανίζονται τυπικά στον εξεταστικό χώρο, ακολουθούνται προσχηματικές διαδικασίες και τελικά εκδίδονται πιστοποιήσεις που χρησιμοποιούνται για μοριοδότηση. Το αποτέλεσμα, αν τα στοιχεία αποδειχθούν, είναι διπλή αδικία: επιβραβεύεται η παρατυπία και αποκλείονται άνθρωποι που απέκτησαν τα προσόντα τους με πραγματικό κόπο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αναφορά σε καταγγελία που αφορά κέντρο ξένων γλωσσών στην Αιτωλοακαρνανία, του οποίου ο ιδιοκτήτης φέρεται, σύμφωνα με όσα επικαλείται η ΟΙΕΛΕ, να είναι συγγενής πρώην βουλευτή. Η καταγγελία αναφέρει χορήγηση πιστοποιητικών έναντι 800 ευρώ, χωρίς ουσιαστική εκπαιδευτική ή εξεταστική διαδικασία. Πρόκειται για ισχυρισμούς που απαιτούν πλήρη δικαστική και διοικητική διερεύνηση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η υπόθεση πρώην γενικής διευθύντριας του υπουργείου Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία, κατά την ΟΙΕΛΕ, κατήγγειλε ότι τρεις γυναίκες απέκτησαν ξαφνικά πιστοποιητικό Proficiency, με αποτέλεσμα να τη ξεπεράσουν υπηρεσιακά και να εξασφαλίσουν υψηλότερες αποδοχές. Η ίδια φέρεται να προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ζητώντας πραγματογνωμοσύνη για το αν οι συγκεκριμένες γυναίκες γνώριζαν πράγματι αγγλικά, όμως η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο.
Η διάσταση αυτή δείχνει πόσο βαθιά μπορεί να επηρεαστεί η Δημόσια Διοίκηση όταν οι τίτλοι δεν ελέγχονται ουσιαστικά. Ένα πιστοποιητικό δεν είναι απλώς χαρτί σε φάκελο. Μπορεί να καθορίσει ποιος προάγεται, ποιος διορίζεται, ποιος αμείβεται καλύτερα και ποιος μένει πίσω, παρά το γεγονός ότι διαθέτει πραγματικά προσόντα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Η νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για την καταπολέμηση της απάτης στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφει ότι η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καλύπτει βασικά στοιχεία προστασίας του προϋπολογισμού, όμως τα σχέδια δράσης συχνά στερούνται επαρκούς φιλοδοξίας, σαφών στόχων και μετρήσιμων αποτελεσμάτων.
Η επισήμανση αυτή έχει σημασία, διότι η απάτη εξελίσσεται. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μειώνει το κόστος δημιουργίας συστημάτων παραπλάνησης, διευκολύνει την κλιμάκωση παράνομων πρακτικών και δυσκολεύει τον εντοπισμό τους. Παράλληλα, ο διασυνοριακός χαρακτήρας της οικονομικής και εκπαιδευτικής δραστηριότητας καθιστά πιο σύνθετη την εποπτεία.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι μια στρατηγική κατά της απάτης δεν αρκεί να υπάρχει στα χαρτιά. Χρειάζεται έλεγχος με βάση αποτελέσματα, αξιοποίηση εξωτερικής εμπειρογνωσίας, έγκαιρη επικαιροποίηση των σχεδίων και σαφής σύνδεση ανάμεσα στους στόχους και στις δράσεις. Η ίδια λογική ισχύει και στο ελληνικό πεδίο των πιστοποιήσεων: χωρίς μετρήσιμη εποπτεία, κάθε εξαγγελία μένει κενό γράμμα.
Η ΟΙΕΛΕ δηλώνει ότι έχει προσφύγει στην Εισαγγελία και ότι πρόκειται να καταθέσει συμπληρωματικά στοιχεία, ενώ αναφέρει πως έχει ήδη διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση και η υπόθεση έχει διαβιβαστεί σε ανακριτή. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι αν η Πολιτεία και το ΑΣΕΠ θα αντιληφθούν το μέγεθος του προβλήματος πριν οι τίτλοι σπουδών και οι πιστοποιήσεις χάσουν πλήρως την αξία τους.
Η υπόθεση των πιστοποιήσεων είναι τελικά υπόθεση δημοκρατίας, ισότητας και κοινωνικής εμπιστοσύνης. Όταν ο πολίτης υποψιάζεται ότι κάποιοι αγοράζουν προσόντα, ενώ άλλοι μοχθούν για να τα αποκτήσουν, τότε η αξιοκρατία παύει να είναι θεσμική αρχή και μετατρέπεται σε κενό σύνθημα. Η εκπαίδευση χρειάζεται καθαρούς κανόνες, πραγματικούς ελέγχους και μηδενική ανοχή στην παραχάραξη γνώσεων.
Πιο Δημοφιλή
Πέθανε ο Μιχάλης Μόσιος, ο αγαπημένος «Ταμτάκος»
Πιο Πρόσφατα