Κυρώσεις στη Ρωσία, λογαριασμός στους Ευρωπαίους: Οι Βρυξέλλες ξαναγοράζουν ρωσικό αέριο
Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του μεγάλου κύκλου κυρώσεων κατά της Ρωσίας, η Ευρώπη βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με το ίδιο ενεργειακό αδιέξοδο που υποτίθεται ότι επιχειρούσε να ξεπεράσει. Οι τιμές του φυσικού αερίου ανεβαίνουν, οι λογαριασμοί ρεύματος παραμένουν βαρείς για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και οι Βρυξέλλες καταφεύγουν εκ νέου σε αυξημένες εισαγωγές ρωσικού LNG, την ώρα που διακηρύσσουν ότι στόχος παραμένει η πλήρης απεξάρτηση από τη Μόσχα.
Στην ευρωπαϊκή αγορά TTF του Άμστερνταμ, το συμβόλαιο αναφοράς του φυσικού αερίου κινείται κοντά στα 61 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έχοντας προηγουμένως ξεπεράσει τα 62,4 ευρώ/MWh.
Σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου στον Κόλπο, όταν η τιμή βρισκόταν στα 31,959 ευρώ/MWh, η αύξηση πλησιάζει το 93%, δημιουργώντας νέες πιέσεις σε μια ευρωπαϊκή οικονομία που ήδη πληρώνει ακριβά το ενεργειακό κόστος.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο φυσικό αέριο. Η αύξηση της χονδρικής τιμής του καυσίμου μεταφέρεται σταδιακά και στην ηλεκτρική ενέργεια, καθώς σε πολλές χώρες της Ευρώπης οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά τη διαμόρφωση των τιμών στην αγορά ρεύματος.
Οι καταναλωτές βρίσκονται έτσι μπροστά σε έναν ακόμη δύσκολο φθινόπωρο, μετά από χρόνια ενεργειακής ακρίβειας, πληθωριστικών πιέσεων και μειωμένης αγοραστικής δύναμης.
Την ίδια στιγμή, η βιομηχανική Ευρώπη εξακολουθεί να δοκιμάζεται. Η Γερμανία, η οικονομία που για δεκαετίες στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη φθηνή και σταθερή ενεργειακή τροφοδοσία, αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις σε ενεργοβόρους κλάδους, με επιχειρήσεις να περιορίζουν παραγωγή, επενδύσεις και θέσεις εργασίας.
Το ακριβό LNG, ο Κόλπος και οι χαμηλές αποθήκες
Η νέα αναταραχή στην ενεργειακή αγορά συνδέεται άμεσα με την αβεβαιότητα στον Κόλπο και τις περιορισμένες προσδοκίες για άμεση αποκλιμάκωση.
Το Ιράν έχει δηλώσει ότι το Στενό του Ορμούζ θα παραμείνει κλειστό έως ότου υπάρξει συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εξέλιξη με τεράστια σημασία για την παγκόσμια αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Πριν από την πολεμική κρίση, σχεδόν το ένα πέμπτο των διεθνών εξαγωγών LNG διερχόταν από το Στενό του Ορμούζ. Η οποιαδήποτε μακροχρόνια διατάραξη της ναυσιπλοΐας στην περιοχή προκαλεί αυτομάτως ανησυχία για την παγκόσμια προσφορά και διατηρεί ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένο βρίσκεται το Κατάρ, ένας από τους μεγαλύτερους προμηθευτές LNG παγκοσμίως και σημαντικός τροφοδότης της ευρωπαϊκής αγοράς μετά τη μείωση των ρωσικών ροών μέσω αγωγών.
Η Ευρώπη έχει πλέον μεγαλύτερη εξάρτηση από το LNG και συνεπώς μεγαλύτερη έκθεση στις παγκόσμιες διακυμάνσεις της αγοράς, στο κόστος μεταφοράς και στις γεωπολιτικές κρίσεις που μπορούν να επηρεάσουν τα θαλάσσια περάσματα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη δυσκολότερη από τα επίπεδα των ευρωπαϊκών αποθεμάτων.
Στα μέσα Αυγούστου, οι αποθήκες φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκονταν λίγο κάτω από το 57% της συνολικής χωρητικότητάς τους, αισθητά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, ο οποίος για την αντίστοιχη περίοδο διαμορφώνεται περίπου στο 71%.
Η διαφορά αυτή αυξάνει την πίεση για γρήγορη αναπλήρωση των αποθεμάτων πριν από την έναρξη του χειμώνα, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος αγοράς παραμένει υψηλό.
Οι υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού επιδείνωσαν περαιτέρω το πρόβλημα. Η αυξημένη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη οδήγησε σε μεγαλύτερη λειτουργία μονάδων φυσικού αερίου, περιορίζοντας τις ποσότητες που μπορούσαν να κατευθυνθούν στις ευρωπαϊκές αποθήκες.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι ιδιαίτερα η Γερμανία εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο με αποθέματα χαμηλότερα από εκείνα προηγούμενων ετών, γεγονός που αυξάνει την ευαισθησία της αγοράς σε οποιαδήποτε νέα γεωπολιτική ή ενεργειακή αναταραχή.
Στον ήδη βαρύ λογαριασμό προστίθεται και το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂, το οποίο αυξάνει περαιτέρω το κόστος λειτουργίας των μονάδων φυσικού αερίου και συνεπώς επηρεάζει και τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Η μεγάλη αντίφαση: Περισσότερο ρωσικό LNG παρά τις κυρώσεις
Μέσα σε αυτή την εικόνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εμφανή αντίφαση της ενεργειακής πολιτικής της.
Παρά τη στρατηγική σταδιακής απεξάρτησης από τη Ρωσία και τον σχεδιασμό περιορισμού των ρωσικών ενεργειακών εισαγωγών, τα κράτη-μέλη εξακολουθούν να αγοράζουν σημαντικές ποσότητες ρωσικού LNG.
Μάλιστα, σύμφωνα με στοιχεία του Centre for Research on Energy and Clean Air (CREA), οι εισαγωγές ρωσικού LNG από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν τον Ιούνιο αυξημένες κατά περίπου 14% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους.
Η Γαλλία εμφανίζεται ως ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές, με σημαντικές ποσότητες να φτάνουν σε εγκαταστάσεις όπως εκείνη του Μοντουάρ στη Βρετάνη.
Παράλληλα, στοιχεία του Bruegel δείχνουν ότι το ρωσικό φυσικό αέριο αντιπροσώπευε περίπου 13,4% των συνολικών εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ κατά το δεύτερο τρίμηνο.
Η πραγματικότητα αυτή υπονομεύει το πολιτικό αφήγημα μιας πλήρους και άμεσης ενεργειακής αποσύνδεσης από τη Ρωσία.
Η Ευρώπη περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τις παραδοσιακές ροές μέσω αγωγών, στράφηκε σε ακριβότερες και περισσότερο ευμετάβλητες πηγές LNG και σήμερα, όταν η αγορά πιέζεται, εξακολουθεί να προμηθεύεται ρωσικό αέριο μέσω άλλων οδών.
Το ερώτημα συνεπώς δεν είναι μόνο αν οι κυρώσεις πέτυχαν να περιορίσουν τις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές. Είναι και ποιο ήταν το πραγματικό οικονομικό κόστος για τους ευρωπαϊκούς καταναλωτές και τη βιομηχανία.
Τα τελευταία χρόνια, νοικοκυριά και επιχειρήσεις κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν εκρηκτικές αυξήσεις στις τιμές ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δαπάνησε τεράστιους πόρους για επιδοτήσεις και μέτρα στήριξης, την ώρα που η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της ηπείρου βρέθηκε υπό πίεση από σημαντικά ακριβότερη ενέργεια σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες.
Οι Βρυξέλλες επιμένουν στη στρατηγική σταδιακής διακοπής των ρωσικών ενεργειακών εισαγωγών, όμως η σημερινή πραγματικότητα αποκαλύπτει πόσο δύσκολη είναι η πλήρης αντικατάσταση μιας πηγής που επί δεκαετίες αποτελούσε κεντρικό πυλώνα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος.
Και εδώ βρίσκεται το πολιτικά δύσκολο σημείο: η Ευρώπη πλήρωσε πολύ ακριβότερη ενέργεια για να μειώσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία και σήμερα, όταν η πίεση αυξάνεται, εξακολουθεί να αγοράζει ρωσικό φυσικό αέριο.
Οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί. Εάν η κρίση στον Κόλπο παραταθεί, εάν το Ορμούζ παραμείνει προβληματικό για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και εάν οι αποθήκες της Ευρώπης δεν γεμίσουν με επαρκή ταχύτητα, οι χονδρικές τιμές του φυσικού αερίου μπορεί να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα ή να κινηθούν ακόμη υψηλότερα.
Σε μια τέτοια περίπτωση, οι πιέσεις θα μεταφερθούν αναπόφευκτα στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, στην παραγωγή, στις τιμές των προϊόντων και τελικά στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Τέσσερα χρόνια μετά, το ερώτημα για την ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική γίνεται όλο και πιο πιεστικό. Οι κυρώσεις σχεδιάστηκαν για να πλήξουν τη ρωσική οικονομία και να περιορίσουν την εξάρτηση της Ευρώπης από τη Μόσχα. Η Ευρώπη όμως βρέθηκε να πληρώνει ακριβότερη ενέργεια, να αυξάνει την εξάρτησή της από το LNG και να επιστρέφει, όταν οι συνθήκες δυσκολεύουν, σε αυξημένες αγορές ρωσικού αερίου. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής δεν μπορεί να κριθεί από τις πολιτικές διακηρύξεις των Βρυξελλών, αλλά από τον λογαριασμό που πληρώνουν οι πολίτες, την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και το εάν η ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου είναι σήμερα πραγματικά ισχυρότερη.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
ΠΟΥ: Μη επιστημονικές οι οδηγίες Τραμπ για εμβόλια
Ιράν: Σύντομα μέλος της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας BRICS