24 Φεβρουαρίου 2026

Πόλεμος στην Ουκρανία: Πέντε χρόνια σύγκρουσης, απώλειες, μέτωπα και διεθνείς ισορροπίες

Ο πόλεμος που ξεκίνησε με τη ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022 εισέρχεται πλέον στο πέμπτο έτος του. Ύστερα από τέσσερα χρόνια σφοδρών συγκρούσεων, εκτεταμένων καταστροφών και συνεχών διπλωματικών διεργασιών, η κατάσταση στο μέτωπο παραμένει ρευστή και οι συνέπειες για την Ουκρανία και τη Ρωσία είναι βαθιές σε ανθρώπινο, οικονομικό και γεωπολιτικό επίπεδο.

Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει δύσκολο να προσδιοριστεί. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΟΗΕ για το 2025, περίπου 15.000 άμαχοι έχουν σκοτωθεί και 40.600 έχουν τραυματιστεί στην Ουκρανία. Οι διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν ότι ο πραγματικός απολογισμός ενδέχεται να είναι σημαντικά υψηλότερος, καθώς η πρόσβαση σε κατεχόμενες περιοχές παραμένει περιορισμένη.

Εκατοντάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους και σε ρωσικές μεθοριακές περιοχές από ουκρανικά πλήγματα, σύμφωνα με εκτιμήσεις που δημοσιοποιούνται κατά διαστήματα. Στο στρατιωτικό σκέλος, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει αναφέρει 55.000 νεκρούς Ουκρανούς στρατιώτες από το 2022, με αναλυτές να θεωρούν ότι ο αριθμός είναι υψηλότερος λόγω των αγνοουμένων.

Η Ρωσία δεν δημοσιοποιεί επίσημα στοιχεία για τις απώλειές της. Υπολογισμοί που βασίζονται σε ανοιχτές πηγές, όπως εκείνοι της ρωσικής υπηρεσίας του BBC και του ανεξάρτητου μέσου Mediazona, ανεβάζουν τους Ρώσους νεκρούς σε περισσότερους από 177.000. Το αμερικανικό κέντρο μελετών Center for Strategic and International Studies εκτιμά ότι οι ρωσικές απώλειες μπορεί να φθάνουν τους 325.000 νεκρούς, ενώ για την Ουκρανία υπολογίζει από 100.000 έως 140.000 στρατιωτικούς θανάτους.

Περίπου έξι εκατομμύρια Ουκρανοί έχουν εγκαταλείψει τη χώρα και βρίσκονται στο εξωτερικό ως πρόσφυγες, σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών. Η δημογραφική αυτή μεταβολή επηρεάζει την κοινωνική και οικονομική συνοχή της χώρας.

Οι υλικές καταστροφές είναι εκτεταμένες, κυρίως στην ανατολική Ουκρανία. Πόλεις όπως η Μπαχμούτ, το Τορέτσκ και το Βοφτσάνσκ έχουν υποστεί σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές έχουν προκαλέσει σοβαρές ζημιές στο ηλεκτρικό δίκτυο, αφήνοντας εκατομμύρια πολίτες χωρίς σταθερή πρόσβαση σε θέρμανση και ρεύμα κατά περιόδους.

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, περίπου το 20% της ουκρανικής επικράτειας είναι επιβαρυμένο με νάρκες και εκρηκτικά κατάλοιπα πολέμου. Το κόστος ανοικοδόμησης εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 500 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος δεκαετίας, βάσει κοινών υπολογισμών της ουκρανικής κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΗΕ.

Στο στρατιωτικό επίπεδο, η σύγκρουση έχει μετατραπεί σε πόλεμο φθοράς. Μετά τις μετακινήσεις γραμμών το 2022 και το 2023, οι επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται πλέον από αργές προωθήσεις και έντονη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Η Ρωσία ελέγχει περίπου το 20% της ουκρανικής επικράτειας, με σημαντικό τμήμα αυτής να βρίσκεται υπό ρωσικό ή φιλορωσικό έλεγχο ήδη πριν από το 2022.

Οι κύριες συγκρούσεις διεξάγονται στο Ντονμπάς. Ο ρωσικός στρατός έχει καταλάβει σχεδόν ολόκληρη την περιφέρεια του Λουχάνσκ και μεγάλο μέρος του Ντονέτσκ, σύμφωνα με ανάλυση βασισμένη σε δεδομένα του Institute for the Study of War. Ρωσικές δυνάμεις διατηρούν επίσης παρουσία σε τμήματα της Χερσώνας και της Ζαπορίζια, καθώς και σε περιοχές του Σούμι, του Χαρκόβου και του Ντνιπροπετρόφσκ.

Σε διπλωματικό επίπεδο, από το 2025 βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές για κατάπαυση του πυρός, υπό την πίεση της αμερικανικής κυβέρνησης. Συνομιλίες έχουν πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη, στο Αμπού Ντάμπι και στη Γενεύη, χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία. Κεντρικό ζήτημα παραμένει ο εδαφικός έλεγχος και οι όροι μιας μελλοντικής ειρηνευτικής ρύθμισης.

Η ρωσική οικονομία προσαρμόστηκε στις δυτικές κυρώσεις αναζητώντας νέες αγορές και ενισχύοντας την πολεμική της βιομηχανία. Παράλληλα εμφανίζονται πιέσεις από τον πληθωρισμό, τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού και τη μείωση εσόδων από το πετρέλαιο. Η Ουκρανία έχει υποστεί απώλεια περίπου του ενός τρίτου του ΑΕΠ της από το 2022 και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δυτική χρηματοδότηση για τη στήριξη της άμυνας και των δημοσιονομικών της αναγκών.

Η στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας προέρχεται κυρίως από ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες έχουν διαθέσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν παράσχει σημαντική στήριξη έως το 2024, με την πολιτική τους να μεταβάλλεται στη συνέχεια. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Κιέλου, το Κίεβο έχει παραλάβει εκατοντάδες άρματα μάχης, τεθωρακισμένα, συστήματα πυροβολικού και αντιαεροπορικά μέσα.

Η Ρωσία έχει ενισχυθεί με πυρομαχικά και στρατιωτική συνδρομή από τη Βόρεια Κορέα, ενώ έχει αξιοποιήσει μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραυλικά συστήματα ιρανικής προέλευσης. Δυτικές κυβερνήσεις επισημαίνουν ότι η Κίνα παρέχει οικονομικές και τεχνολογικές διευκολύνσεις που επιτρέπουν στη Μόσχα να μετριάζει τις επιπτώσεις των κυρώσεων.

Πέντε χρόνια μετά την έναρξη της εισβολής, ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει ανοιχτός, με σταθερές γραμμές αντιπαράθεσης, υψηλό ανθρώπινο κόστος και διεθνείς ισορροπίες που συνεχίζουν να διαμορφώνονται γύρω από τη σύγκρουση.