Πόλεμος στο Ιράν: εκτίναξη στο φυσικό αέριο, φόβοι για ακριβό ρεύμα σε Ελλάδα και ΕΕ

Το βαρύτερο κόστος από την πολεμική σύγκρουση στο Ιράν απειλεί να το επωμιστούν η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα μέσω της νέας ανόδου στις τιμές του φυσικού αερίου, στην περίπτωση που η κρίση παραταθεί σε βάθος χρόνου και διατηρηθεί σε όλη τη διάρκεια της άνοιξης. Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού μοντέλου προμήθειας ενέργειας, ενός συστήματος κατακερματισμένου και ευάλωτου, όπως έχει ήδη επισημανθεί και στην έκθεση Ντράγκι.

Η ενεργειακή ανεπάρκεια της Ευρώπης και η επιλογή χωριστών εθνικών στρατηγικών στην προμήθεια φυσικού αερίου εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή ανησυχία για τη διάρκεια και τις συνέπειες της σύρραξης. Η γερμανική εμπειρία παραμένει ενδεικτική, καθώς η διακοπή της ροής φθηνού ρωσικού αερίου μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία επιβάρυνε καθοριστικά τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και την οδήγησε σε ύφεση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε νέα γεωπολιτική ανάφλεξη μετατρέπεται αυτομάτως σε παράγοντα πίεσης για την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας.

Η ανησυχία εντείνεται, παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εξαρτάται άμεσα από τις προμήθειες φυσικού αερίου του Περσικού Κόλπου, όπου εκτυλίσσεται η πολεμική αναμέτρηση. Οι ευρωπαϊκές ανάγκες καλύπτονται κατά κύριο λόγο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε ποσοστό 58%, και από τη Νορβηγία με 33%, ενώ μικρότερα μερίδια προέρχονται από την Αλγερία και το Αζερμπαϊτζάν. Η Ρωσία εξακολουθεί να συμμετέχει σε περιορισμένο βαθμό, με ποσοστό που υπολογίζεται μεταξύ 3% και 5%.

Παρά τα δεδομένα αυτά, η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου παραμένει άμεσα εκτεθειμένη στην ευρύτερη αναστάτωση της διεθνούς αγοράς καυσίμων. Το ολλανδικό χρηματιστήριο φυσικού αερίου, που λειτουργεί ως βασικός δείκτης αναφοράς για την Ευρώπη, κατέγραψε έντονη αναταραχή αμέσως μετά την κλιμάκωση της κρίσης. Η τιμή στο Dutch TTF εκτινάχθηκε μέσα σε μία ημέρα από τα 31 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα στα 61 ευρώ, πριν υποχωρήσει στην περιοχή των 51 με 52 ευρώ. Ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση αυτή, τα επίπεδα παραμένουν αισθητά υψηλότερα από εκείνα που καταγράφονταν πριν από δέκα ημέρες, καθώς και από τα περίπου 40 ευρώ της αντίστοιχης περιόδου του 2025.

Η συγκυρία αποδεικνύεται εξαιρετικά δυσμενής για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για έναν ακόμη λόγο. Ο φετινός χειμώνας αποδείχθηκε βαρύς και άφησε τις υπόγειες αποθήκες φυσικού αερίου της Ευρώπης γεμάτες μόλις κατά 20% λίγο πριν από την έναρξη της άνοιξης. Η προσδοκία που είχε διαμορφωθεί ήταν ότι η εποχική πτώση της ζήτησης από τα νοικοκυριά θα οδηγούσε σε αποκλιμάκωση των τιμών, δίνοντας στα κράτη τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν έγκαιρα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για τον επόμενο χειμώνα, με αισθητά χαμηλότερες τιμές και στόχο επίπεδα κάτω από τα 30 ευρώ.

Ο σχεδιασμός αυτός στηριζόταν και πάλι σε εθνικές κινήσεις και όχι σε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο κοινής προμήθειας. Η απουσία συντονισμένης ενεργειακής πολιτικής αφήνει κάθε κράτος να αναμετριέται μόνο του με την αστάθεια της αγοράς, γεγονός που ενισχύει την ανασφάλεια και μετακυλίει το κόστος σε οικονομία και κοινωνία. Η πολεμική σύγκρουση στο Ιράν ήρθε να ανατρέψει τις προσδοκίες για φθηνότερο αέριο και να παγιώσει υψηλές τιμές, προϊδεάζοντας για έναν επόμενο χειμώνα με σημαντικό ενεργειακό βάρος.

Οι συνέπειες δεν αφορούν μόνο τα νοικοκυριά. Η βιομηχανία της Ευρώπης βρίσκεται αντιμέτωπη με ακόμη ακριβότερο κόστος παραγωγής, τη στιγμή που το διεθνές εμπορικό περιβάλλον γίνεται δυσμενέστερο. Η αύξηση των δασμών από τις Ηνωμένες Πολιτείες καθιστά ήδη πιο δύσκολη την εξαγωγική δραστηριότητα, και η νέα ενεργειακή επιβάρυνση προσθέτει έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα πίεσης στην ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις προκαλούν ήδη έντονο προβληματισμό. Πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις για τον Κάθετο Διάδρομο, μέσω του οποίου σχεδιάζεται η διοχέτευση αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Ευρώπη μέσω ελληνικού εδάφους, η Αθήνα παρακολουθεί με ανησυχία τις επιπτώσεις που μπορεί να υπάρξουν στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας. Η ανησυχία αυτή συνδέεται άμεσα με τη δομή του εγχώριου ενεργειακού μείγματος και με τα όρια που εξακολουθεί να εμφανίζει η ενεργειακή μετάβαση.

Το μεγάλο ποσοστό συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ελληνικό μείγμα παραμένει σημαντικό στοιχείο της συνολικής στρατηγικής, χωρίς όμως να εξασφαλίζει ακόμη συνθήκες πλήρους σταθερότητας και επάρκειας. Η βασική αιτία βρίσκεται στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης των αναγκαίων υποδομών αποθήκευσης καθαρής ενέργειας, που θα μπορούσαν να δώσουν ανθεκτικότητα στο σύστημα και να μειώσουν την εξάρτηση από τις εφεδρείες φυσικού αερίου.

Η Ελλάδα διαθέτει ένα περιορισμένο πλεονέκτημα, καθώς καλύπτει μέρος των αναγκών της μέσω προμήθειας αερίου από το Αζερμπαϊτζάν, στο πλαίσιο της συμφωνίας του 2025. Το στοιχείο αυτό προσφέρει έναν βαθμό υποστήριξης, χωρίς να αρκεί για να ακυρώσει τη συνολική έκθεση της χώρας στις διεθνείς διακυμάνσεις. Η φύση της παραγωγής από τις ΑΠΕ, που χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία και μεταβλητότητα, οδηγεί σε αυξημένη χρήση φυσικού αερίου για την ηλεκτροπαραγωγή, ιδιαίτερα όταν το σύστημα χρειάζεται σταθερότητα και κάλυψη φορτίου.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος τους επόμενους μήνες παραμένει ανοιχτό και σοβαρό. Η πορεία της σύρραξης στο Ιράν, η συμπεριφορά των διεθνών τιμών και η δυνατότητα της Ευρώπης να αναπληρώσει εγκαίρως τα αποθέματά της θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το μέγεθος της επιβάρυνσης που θα φτάσει στην πραγματική οικονομία και στους λογαριασμούς των καταναλωτών.

Σε κυβερνητικό επίπεδο, το μήνυμα που εκπέμπεται προς το παρόν είναι ότι υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια στήριξης των οικονομικά ασθενέστερων, στην περίπτωση που οι ανατιμήσεις λάβουν μεγάλη έκταση. Η προτεραιότητα αυτή αφορά την κάλυψη μέρους των αναγκών των πιο ευάλωτων καταναλωτών, σε ένα περιβάλλον που παραμένει εξαιρετικά ασταθές και δεν επιτρέπει ασφαλείς προβλέψεις για την πορεία της ενεργειακής κρίσης.

Ετικέτες: