31 Ιουλίου 2026

Πόλεμος στον Κόλπο: Λογαριασμός 2,5 δισ. ευρώ για την ελληνική οικονομία

Στα 2,5 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 0,9% του ελληνικού ΑΕΠ, υπολογίζεται ήδη η πρώτη οικονομική επιβάρυνση για την Ελλάδα από τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο. Η ενέργεια αποτελεί το ακριβότερο μέτωπο, όμως οι συνέπειες έχουν αρχίσει να επεκτείνονται στην ανάπτυξη, στον πληθωρισμό, στις μεταφορές, στη ρευστότητα των επιχειρήσεων και τελικά στον κρατικό προϋπολογισμό.

Η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με την ανάγκη χρηματοδότησης νέων μέτρων προστασίας απέναντι στο ενεργειακό σοκ, την ώρα που ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος πιέζεται και από τις προγραμματισμένες παρεμβάσεις της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.

Η πρώτη αποτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το εξάμηνο Φεβρουαρίου-Ιουλίου ανεβάζει την ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση για την Ευρωπαϊκή Ένωση στα 125 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 0,7% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.

Για την Ελλάδα, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς εκτιμά τον λογαριασμό στα 2,5 δισ. ευρώ. Η χώρα εμφανίζεται να υφίσταται αναλογικά βαρύτερη ζημιά, εξαιτίας της μεγάλης εξάρτησής της από εισαγόμενα καύσιμα και της υψηλής συμμετοχής του τουρισμού, της ναυτιλίας και των μεταφορών στην οικονομική δραστηριότητα.

Το συνολικό ποσό αποτυπώνει τα διαφορετικά κανάλια μέσω των οποίων η πολεμική αναταραχή στη Μέση Ανατολή μεταφέρεται στην ελληνική οικονομία. Οι τελευταίες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Κομισιόν, του ΟΟΣΑ, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας δείχνουν ότι πρόκειται μόνο για έναν προσωρινό απολογισμό.

Ενέργεια, ανάπτυξη και πληθωρισμός στον πυρήνα της ζημιάς

Η ενεργειακή επιβάρυνση αντιπροσωπεύει περίπου το 60% του εκτιμώμενου κόστους. Το ΕΒΕΠ υπολογίζει στα 1,5 δισ. ευρώ την πρόσθετη δαπάνη για εισαγωγές πετρελαίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας.

Η έντονη μεταβλητότητα των τελευταίων ημερών δείχνει πόσο ευάλωτη παραμένει η αγορά. Η τιμή του Brent ξεπέρασε την προηγούμενη εβδομάδα τα 100 δολάρια το βαρέλι και στη συνέχεια υποχώρησε περίπου κατά 6%, στα 90,6 δολάρια, μετά την προσωρινή διακοπή των εχθροπραξιών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.

Η ένταση στην περιοχή δεν έχει εξαλειφθεί, ενώ η διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να πραγματοποιείται με περιορισμούς. Η κατάσταση διατηρεί υψηλά τα ασφάλιστρα κινδύνου και αφήνει τις τιμές εκτεθειμένες σε κάθε στρατιωτική ή διπλωματική εξέλιξη.

Τα δεδομένα του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας εξηγούν τις βίαιες αντιδράσεις των αγορών. Οι εξαγωγές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο ανέκαμψαν τον Ιούνιο στα 16,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, παρέμειναν όμως αισθητά χαμηλότερες από τον προπολεμικό μέσο όρο των 24 εκατ. βαρελιών.

Στην πράξη, σχεδόν το ένα τρίτο των συνηθισμένων ενεργειακών ροών εξακολουθούσε να απουσιάζει από την παγκόσμια αγορά. Το έλλειμμα αυτό αρκεί για να προκαλεί μεγάλες διακυμάνσεις στις τιμές και να αυξάνει το κόστος προμήθειας για τις χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές.

Για την ελληνική οικονομία, η άνοδος των ενεργειακών τιμών δεν περιορίζεται στην επιβάρυνση της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης. Η χώρα καταβάλλει περισσότερα χρήματα για την εισαγωγή της ίδιας ποσότητας καυσίμων, με άμεσο αποτέλεσμα την επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου.

Η Κομισιόν προβλέπει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί μέσα στο 2026 στο 7,1% του ΑΕΠ, από 6% το 2025. Το ΔΝΤ τοποθετεί την αντίστοιχη επίδοση στο 6,4%, ενώ τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος καταγράφουν ήδη αύξηση του ελλείμματος στο πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου.

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο αφορά την ανάπτυξη. Το ΕΒΕΠ αποτιμά σε περίπου 600 εκατ. ευρώ την απώλεια πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, με τον ρυθμό μεγέθυνσης να περιορίζεται από την περιοχή του 2,2% στο 1,8%.

Οι εκτιμήσεις αυτές βρίσκονται κοντά στις αναθεωρημένες προβλέψεις των διεθνών οργανισμών. Κομισιόν και ΔΝΤ προβλέπουν ανάπτυξη 1,8% για την Ελλάδα το 2026, ενώ ο ΟΟΣΑ τοποθετεί την επίδοση στο 1,9%.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υπολογίζει ότι ο πόλεμος έχει ήδη αφαιρέσει 0,3 ποσοστιαίες μονάδες από την προηγούμενη πρόβλεψή του για την ελληνική οικονομία. Ως βασικές πηγές της επιβράδυνσης εντοπίζει την εξασθένηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και τις πιέσεις που δέχεται ο τουρισμός.

Η ακριβότερη ενέργεια περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και μειώνει τη δυνατότητά τους να καταναλώσουν άλλα αγαθά και υπηρεσίες. Ταυτόχρονα, η ασθενέστερη διεθνής ζήτηση και το υψηλότερο μεταφορικό κόστος επηρεάζουν τις τουριστικές ροές και τα έσοδα του κλάδου.

Η Ελλάδα συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η διαφορά αυτή κινδυνεύει να περιοριστεί σημαντικά, εφόσον η ενεργειακή κρίση παραταθεί και οι υψηλές τιμές διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ιδιαίτερα βαρύς είναι και ο πληθωριστικός λογαριασμός. Το ΕΒΕΠ υπολογίζει την επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε περίπου 900 εκατ. ευρώ.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι ο ελληνικός πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,7% το 2026, έναντι 2,9% το προηγούμενο έτος. Ακόμη δυσμενέστερη είναι η πρόβλεψη του ΟΟΣΑ, ο οποίος ανεβάζει τον σχετικό δείκτη στο 4,2%.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτιμά ότι ο ενεργειακός πληθωρισμός στην Ευρωζώνη μπορεί να κορυφωθεί στο 12,5% κατά το τρίτο τρίμηνο. Οι αυξήσεις στο αργό πετρέλαιο και στα προϊόντα διύλισης μεταφέρονται γρήγορα και σχεδόν στο σύνολό τους στις τελικές τιμές των υγρών καυσίμων.

Η μεγαλύτερη απειλή βρίσκεται στις δευτερογενείς επιπτώσεις. Το ακριβότερο πετρέλαιο αυξάνει το κόστος μεταφοράς και παραγωγής, το οποίο στη συνέχεια περνά στα τρόφιμα, στα βιομηχανικά προϊόντα και στις υπηρεσίες.

Η Κομισιόν προβλέπει ότι ο ελληνικός πληθωρισμός, ακόμη και χωρίς την άμεση επίδραση της ενέργειας και των τροφίμων, θα παραμείνει αυξημένος και το 2027. Αυτό σημαίνει ότι το αρχικό ενεργειακό σοκ θα συνεχίσει να διαχέεται στην οικονομία ακόμη και μετά από ενδεχόμενη αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών.

Μεταφορές, επιχειρήσεις και νέα απειλή από τα επιτόκια

Πρόσθετη επιβάρυνση περίπου 400 εκατ. ευρώ αποδίδεται από το ΕΒΕΠ στο αυξημένο κόστος μεταφορών και στη διαταραχή των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Ο λογαριασμός αυτός δεν περιορίζεται στην τιμή των καυσίμων. Περιλαμβάνει ακριβότερους ναύλους, αυξημένα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, καθυστερήσεις στις παραδόσεις, μεγαλύτερες διαδρομές και ανάγκη διατήρησης υψηλότερων αποθεμάτων ασφαλείας.

Για τις επιχειρήσεις, η εξέλιξη σημαίνει ότι απαιτούνται περισσότερα κεφάλαια για τη μεταφορά και την αποθήκευση της ίδιας ποσότητας εμπορευμάτων. Το ενεργειακό σοκ μετατρέπεται έτσι σε πρόβλημα κεφαλαίου κίνησης και ρευστότητας.

Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις είναι περισσότερο εκτεθειμένες, καθώς διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια απορρόφησης των αυξήσεων και δυσκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Μεγάλο μέρος του πρόσθετου κόστους μεταφέρεται τελικά στις τιμές καταναλωτή.

Στα 500 εκατ. ευρώ υπολογίζεται ακόμη το δημοσιονομικό και επιχειρηματικό κόστος, στο οποίο περιλαμβάνονται οι επιδοτήσεις ενέργειας και καυσίμων, τα μέτρα στήριξης και οι αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης της αγοράς.

Ο ΟΟΣΑ καταγράφει τα μέτρα ενεργειακής προστασίας που εφαρμόζονται από τον Μάρτιο και προβλέπεται να παραμείνουν σε ισχύ μέχρι τον Σεπτέμβριο. Σε αυτά περιλαμβάνονται η επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης, οι στοχευμένες παρεμβάσεις στα καύσιμα και οι ενισχύσεις προς νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος.

Κάθε νέα παρέμβαση περιορίζει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και δυσκολεύει τον σχεδιασμό του πακέτου που προγραμματίζει η κυβέρνηση για τη ΔΕΘ. Ο προϋπολογισμός καλείται να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα μέτρα στήριξης, κοινωνικές παροχές και τις υπόλοιπες κυβερνητικές εξαγγελίες.

Η ενεργειακή κρίση επαναφέρει παράλληλα στην Ευρώπη τη συζήτηση για νέες αυξήσεις επιτοκίων. Μια τέτοια εξέλιξη θα άνοιγε ένα ακόμη μέτωπο για την ελληνική οικονομία, μεταφέροντας την επιβάρυνση από τα καύσιμα και τα προϊόντα στο κόστος δανεισμού.

Όσο καθυστερεί η αποκατάσταση της ομαλότητας στις ενεργειακές αγορές, αυξάνεται ο αριθμός των στελεχών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που θεωρούν πιθανή μια αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο.

Η παρέμβαση αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ακόμη και στην περίπτωση βελτίωσης των οικονομικών προοπτικών, με στόχο να αποτραπεί η μονιμοποίηση των νέων πληθωριστικών πιέσεων. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές τιμολογούν ήδη το ενδεχόμενο δύο ακόμη αυξήσεων.

Εφόσον το σενάριο επιβεβαιωθεί, οι συνέπειες του πολέμου θα περάσουν στα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, στις πιστωτικές γραμμές και στο συνολικό κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας.

Οι επιχειρήσεις θα χρειάζονται ακριβότερο δανεισμό για να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες ανάγκες ρευστότητας, ενώ τα νοικοκυριά με κυμαινόμενα επιτόκια θα επιβαρυνθούν με υψηλότερες μηνιαίες δόσεις.

Ο πρώτος λογαριασμός των 2,5 δισ. ευρώ αποτελεί επομένως μια αποτύπωση της σημερινής κατάστασης και όχι την τελική οικονομική ζημιά. Κάθε νέα διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ, κάθε αύξηση του πετρελαίου και κάθε παράταση των εχθροπραξιών μπορεί να μεταβάλει δραματικά τις εκτιμήσεις.

Το ΔΝΤ χαρακτηρίζει έναν παρατεταμένο πόλεμο ως έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ο ΟΟΣΑ στηρίζει το βασικό του σενάριο στην υπόθεση ότι η ενεργειακή παραγωγή και οι εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή θα αρχίσουν να ομαλοποιούνται από το τρίτο τρίμηνο.

Η συγκεκριμένη παραδοχή παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Η τιμή του Brent κινήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες από επίπεδα άνω των 100 δολαρίων σε τιμές κάτω από τα 90, αποδεικνύοντας ότι οι αγορές παραμένουν απόλυτα εξαρτημένες από τις εξελίξεις στο πολεμικό και διπλωματικό πεδίο.

Η ελληνική οικονομία εισέρχεται έτσι σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Το ενεργειακό κόστος, η ασθενέστερη ανάπτυξη, ο επίμονος πληθωρισμός, οι ακριβότερες μεταφορές και η πιθανότητα νέων αυξήσεων επιτοκίων συνθέτουν έναν λογαριασμό που εξακολουθεί να μεγαλώνει.