18 Αυγούστου 2026

«Πράκτορες» και «Δούρειος Ίππος»: Η ακραία επίθεση στην επαναλειτουργία της Χάλκης

Η απόφαση της Τουρκίας να προχωρήσει στη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων έχει ήδη προκαλέσει έντονο προβληματισμό στην Αθήνα και επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο μιας νέας περιόδου έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ωστόσο, το συγκεκριμένο μέτωπο δεν είναι το μοναδικό που ανοίγει αυτή την περίοδο η Άγκυρα.

Στο επίκεντρο επανέρχεται και η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ένα ζήτημα με έντονο ιστορικό, θρησκευτικό και γεωπολιτικό φορτίο, το οποίο βρίσκεται εδώ και δεκαετίες στην ατζέντα των σχέσεων της Τουρκίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε δώσει τον περασμένο Ιούνιο εντολή να επαναληφθούν οι συνομιλίες για την επαναλειτουργία της Σχολής, ένα ζήτημα που είχε τεθεί και από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.

Στα μέσα του ίδιου μήνα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο, με τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων.

Οι εξελίξεις αυτές, όμως, προκαλούν έντονες αντιδράσεις από τη λεγόμενη Τουρκική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία εδώ και χρόνια βρίσκεται σε ευθεία σύγκρουση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και έχει φτάσει στο παρελθόν μέχρι και στο σημείο να ζητήσει την ποινική δίωξή του.

Ο εκπρόσωπός της, Σελτζούκ Ερενερόλ, μιλώντας στο ρωσικό πρακτορείο Tass, εξαπέλυσε επίθεση κατά του Φαναρίου και παρουσίασε την πιθανή επαναλειτουργία της Χάλκης ως γεωπολιτικό κίνδυνο για την Τουρκία.

Κατά τον ίδιο, η επαναλειτουργία της Σχολής θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν «Δούρειο Ίππο» της Δύσης και να ενισχύσει την προσπάθεια του Οικουμενικού Πατριάρχη να κατοχυρώσει διεθνώς την οικουμενική ιδιότητα του Πατριαρχείου.

Η θέση αυτή εντάσσεται στη γνωστή τουρκική γραμμή που αποφεύγει να αναγνωρίζει θεσμικά την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου και αντιμετωπίζει το Φανάρι αποκλειστικά μέσα από το πλαίσιο που θέτει η τουρκική νομοθεσία.

Το Bloomberg είχε αναφέρει προηγουμένως ότι οι τουρκικές αρχές εξετάζουν σοβαρά την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής, ικανοποιώντας ένα πάγιο αίτημα τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περισσότερο από μισό αιώνα μετά το κλείσιμό της.

Επίθεση κατά του Φαναρίου και σενάρια περί «Δούρειου Ίππου»

Ο Ερενερόλ ισχυρίστηκε ότι η επαναλειτουργία της Χάλκης δεν θα προσφέρει κανένα όφελος στην Τουρκία και υποστήριξε ότι πίσω από τη θρησκευτική διάσταση του ζητήματος υπάρχουν ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις της Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών.

Κατά την εκδοχή του, η Θεολογική Σχολή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως εργαλείο δυτικής επιρροής στο εσωτερικό της Τουρκίας. Πρόκειται για ισχυρισμό του ίδιου και της οργάνωσης που εκπροσωπεί, χωρίς να παρατίθενται στοιχεία που να αποδεικνύουν τέτοια χρήση της Σχολής.

Ο εκπρόσωπος της λεγόμενης Τουρκικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αναφέρθηκε επίσης στο κλείσιμο της Χάλκης το 1971, υποστηρίζοντας ότι αυτό συνέβη επειδή λειτουργούσε ως ιδιωτικό θεολογικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης, σε καθεστώς που, σύμφωνα με την τουρκική πλευρά, δεν ήταν συμβατό με το θεσμικό πλαίσιο της χώρας.

Κατά τον ίδιο, στο παρελθόν είχαν παρουσιαστεί προτάσεις για επαναλειτουργία της Σχολής μέσα από κρατικό ή ιδρυτικό πανεπιστήμιο, καθώς και μέσα από θεολογικά τμήματα πανεπιστημίων της Κωνσταντινούπολης ή του Μαρμαρά.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αποδέχθηκε αυτές τις λύσεις, επειδή επιδιώκει ειδικό καθεστώς λειτουργίας για τη Χάλκη.

Στο ίδιο πλαίσιο, έθεσε ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο επιλογής των φοιτητών, τα προγράμματα σπουδών και το μελλοντικό έργο των αποφοίτων.

Προχώρησε μάλιστα σε ακόμη βαρύτερους ισχυρισμούς, διερωτώμενος εάν η Σχολή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για εκπαίδευση «πρακτόρων» ή στελεχών «ήπιας ισχύος». Οι συγκεκριμένες αναφορές αποτελούν καταγγελίες της τουρκικής πλευράς που αντιτίθεται στην επαναλειτουργία της Σχολής και δεν συνοδεύονται από τεκμηρίωση.

Η ρητορική αυτή δείχνει ότι το θέμα της Χάλκης κάθε άλλο παρά αντιμετωπίζεται στην Τουρκία ως μια απλή θρησκευτική ή εκπαιδευτική υπόθεση. Αντιθέτως, ένα τμήμα του τουρκικού πολιτικού και εθνικιστικού χώρου επιχειρεί να το εντάξει σε ένα ευρύτερο αφήγημα περί ξένης επιρροής και δυτικών παρεμβάσεων.

Η λεγόμενη Τουρκική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει μακρά ιστορία αντιπαράθεσης με το Φανάρι. Το 2018 είχε καταθέσει προσφυγή στην Εισαγγελία της Κωνσταντινούπολης, ζητώντας να κινηθεί ποινική διαδικασία κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Τότε είχε αποδώσει στο Πατριαρχείο παραβίαση της τουρκικής νομοθεσίας και ανάμειξη στις εντάσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, σε μία ακόμη κίνηση που εντασσόταν στη σταθερή προσπάθεια αμφισβήτησης του ρόλου και της διεθνούς παρουσίας του Φαναρίου.

Η επαναλειτουργία της Χάλκης και το κρίσιμο ζήτημα του καθεστώτος

Την ίδια ώρα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εμφανίζεται να προχωρά με την προοπτική επαναλειτουργίας της ιστορικής Σχολής.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα, είχε δηλώσει ότι η Θεολογική Σχολή της Χάλκης πρόκειται να επαναλειτουργήσει τον Σεπτέμβριο, κάνοντας λόγο για αντίστροφη μέτρηση μέχρι την επανέναρξη της λειτουργίας της.

Όπως ανέφερε, στο μεταξύ βρίσκονται σε εξέλιξη εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης στο συγκρότημα της Σχολής, με στόχο να έχουν ολοκληρωθεί πριν από τα προγραμματισμένα εγκαίνια.

Το θέμα τέθηκε και στη συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική την προοπτική επαναλειτουργίας της Χάλκης και έκανε λόγο για ιστορική εξέλιξη, η οποία αποτελεί διαχρονικό αίτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η Θεολογική Σχολή παραμένει κλειστή εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, με το Φανάρι να επιδιώκει την επαναλειτουργία της υπό το καθεστώς που είχε πριν από το 1971, ως ιδιωτική σχολή συνδεδεμένη με το τουρκικό υπουργείο Παιδείας.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο φαίνεται να βρίσκεται και ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια.

Τουρκικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι η Άγκυρα εξετάζει περισσότερα από ένα θεσμικά μοντέλα για τη λειτουργία της Σχολής.

Μεταξύ των επιλογών που φέρονται να εξετάζονται είναι η ένταξή της σε κρατικό πανεπιστήμιο, η λειτουργία της ως θεολογικής σχολής υπό την αιγίδα πανεπιστημιακού ιδρύματος ή ακόμη και η μετατροπή της σε επαγγελματική εκπαιδευτική δομή.

Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο εάν θα ανοίξει η Χάλκη, αλλά με ποιους όρους και υπό ποιο νομικό και διοικητικό καθεστώς θα λειτουργήσει.

Η διαφορά αυτή έχει ουσιαστική πολιτική σημασία, καθώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιδιώκει πραγματική θεσμική αυτονομία για την εκπαίδευση των μελλοντικών κληρικών του, ενώ η τουρκική πλευρά επιχειρεί να διατηρήσει τον τελικό διοικητικό και εκπαιδευτικό έλεγχο.

Έτσι, πίσω από τις θετικές δηλώσεις και τις συζητήσεις περί ιστορικής επαναλειτουργίας παραμένουν κρίσιμες εκκρεμότητες που μπορούν να μετατρέψουν το ζήτημα σε νέο πεδίο αντιπαράθεσης.

Η χρονική συγκυρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η υπόθεση της Χάλκης εξελίσσεται την ίδια περίοδο που η Τουρκία επαναφέρει με νέες κινήσεις τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τα θαλάσσια πάρκα, η επανεμφάνιση των τουρκικών θέσεων περί «Γαλάζιας Πατρίδας», οι γνωστές διαφωνίες για κυριαρχία και θαλάσσιες ζώνες και τώρα η εσωτερική τουρκική αντιπαράθεση για το Φανάρι σχηματίζουν ένα περιβάλλον στο οποίο η λεγόμενη περίοδος των «ήρεμων νερών» δείχνει να δοκιμάζεται σε περισσότερα από ένα μέτωπα.

Η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική κίνηση σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας και των δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Οι αντιδράσεις που ήδη καταγράφονται στο εσωτερικό της Τουρκίας, όμως, αποκαλύπτουν ότι ακόμη και ένα θέμα που επί δεκαετίες παρουσιάζεται ως αυτονόητη υποχρέωση της Άγκυρας εξακολουθεί να περνά μέσα από ένα πυκνό πλέγμα εθνικισμού, γεωπολιτικής και εσωτερικών ισορροπιών.

Η πραγματική δοκιμασία θα έρθει όταν η τουρκική κυβέρνηση κληθεί να μετατρέψει τις μέχρι σήμερα συζητήσεις και υποσχέσεις σε συγκεκριμένη νομική πράξη. Τότε θα φανεί εάν η Χάλκη πράγματι επιστρέφει στη ζωή ή εάν η επαναλειτουργία της θα συνοδευτεί από περιορισμούς που θα αλλοιώνουν τον ιστορικό και θεσμικό χαρακτήρα της.