7 Ιουλίου 2026

Predator: Πρώτη αγωγή 7,6 εκατ. ευρώ από οκτώ θύματα παρακολουθήσεων

Η πρώτη αστική αγωγή για το σκάνδαλο των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator κατατέθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανοίγοντας νέο δικαστικό κύκλο σε μια υπόθεση που εξακολουθεί να βαραίνει θεσμικά τη χώρα.

Οκτώ πρόσωπα που καταγγέλλουν ότι υπήρξαν θύματα παράνομης παγίδευσης ζητούν πλήρη αστική αποκατάσταση για την ηθική βλάβη που, όπως υποστηρίζουν, υπέστησαν από την παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής, του απορρήτου των επικοινωνιών τους και των προσωπικών τους δεδομένων.

Το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων που διεκδικείται φτάνει τα 7,6 εκατομμύρια ευρώ. Επτά από τους ενάγοντες ζητούν από 1 εκατομμύριο ευρώ ο καθένας, ενώ ένας εξ αυτών έχει περιορίσει την απαίτησή του στις 600.000 ευρώ.

Τα πρόσωπα που προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη

Μεταξύ των προσώπων που προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη βρίσκονται οι δημοσιογράφοι Θανάσης Κουκάκης και Σπύρος Σιδέρης, η Άρτεμις Σίφορντ, στέλεχος στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, και η Πηνελόπη Μηνιάτη, στέλεχος της Ελληνικής Αστυνομίας.

Στην ίδια αγωγή συμμετέχουν επίσης η Αντωνία Πρίμπα, συνεργάτης του ευρωβουλευτή Στέλιου Κυμπουρόπουλου, οι υπάλληλοι της ΕΥΠ Αγγελική Ρούσου και Ζωή Μαρία Σάκκαλη, καθώς και ο δικηγόρος Ιωάννης Φυτιλής.

Οι αγωγές έχουν προσδιοριστεί να εκδικαστούν στις 7 Απριλίου 2027 και στρέφονται κατά της εταιρείας Intelexa και 13 φυσικών προσώπων. Ανάμεσα στους εναγόμενους περιλαμβάνονται τέσσερα στελέχη της εταιρείας που έχουν ήδη καταδικαστεί πρωτοδίκως.

Στους εναγόμενους περιλαμβάνεται επίσης ένας κρεοπώλης, από προπληρωμένη κάρτα του οποίου φέρεται να εστάλησαν παγιδευμένα μηνύματα στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, καθώς και υπάλληλος εταιρείας κινητής τηλεφωνίας που φέρεται να συνδέεται με την ΕΥΠ.

Το δίκτυο του Predator και τα κρίσιμα δεδομένα

Στο κείμενο της αγωγής αποτυπώνεται αναλυτικά, με βάση την ποινική δικογραφία, το πλέγμα εταιρειών και προσώπων που φέρονται να συνδέονται με τη λειτουργία του Predator στην Ελλάδα. Περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο το λογισμικό φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για την παγίδευση κινητών τηλεφώνων και την πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην περίπτωση της Πηνελόπη Μηνιάτη, πρώην διευθύντριας της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών. Η ίδια υποστηρίζει ότι οι δράστες απέκτησαν πρόσβαση σε κρίσιμες υπηρεσιακές επικοινωνίες της με την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ., εισαγγελείς, πρεσβείες και επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών.

Το στοιχείο αυτό προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στην υπόθεση, καθώς η Πηνελόπη Μηνιάτη χειριζόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, σοβαρές υποθέσεις εθνικής ασφάλειας, κατασκοπείας και διεθνούς τρομοκρατίας, μεταξύ των οποίων και υποθέσεις που συνδέονταν με το ISIS.

Η ίδια εκφράζει έντονη ανησυχία για το ποιοι έχουν σήμερα στην κατοχή τους αυτά τα δεδομένα, ποια χρήση μπορεί να έχει γίνει και αν οι πληροφορίες αυτές εξακολουθούν να κυκλοφορούν εκτός θεσμικού ελέγχου. Το ερώτημα αυτό παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της υπόθεσης Predator.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των θυμάτων, Ζαχαρίας Κεσσές, χαρακτήρισε την υπόθεση «θεσμική πληγή», υπογραμμίζοντας ότι οι αγωγές στηρίζονται στην πρόσφατη καταδικαστική απόφαση και σε διεθνείς έρευνες για το λογισμικό παρακολούθησης.

Παράλληλα, προανήγγειλε την εισφορά νέων στοιχείων κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, τα οποία, όπως υποστηρίζει, ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέα ποινική διερεύνηση για κακουργηματικές πράξεις. Άφησε, μάλιστα, αιχμές για στοιχεία που, κατά την πλευρά των θυμάτων, οι εισαγγελείς του Αρείου Πάγου δεν παρέλαβαν τον Απρίλιο του 2026.

Η υπόθεση Predator δεν αφορά μόνο αποζημιώσεις. Αγγίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου, την προστασία του απορρήτου, τη λειτουργία των θεσμών και το δικαίωμα κάθε πολίτη να μη μετατρέπεται σε στόχο αόρατων μηχανισμών παρακολούθησης. Η αστική δίκη του 2027 αναμένεται να αποτελέσει ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο για την αποκάλυψη ευθυνών και τη θεσμική αποτίμηση ενός σκανδάλου που παραμένει ανοιχτό.