2 Αυγούστου 2026

Προειδοποίηση Λέκκα: Με ανέμους 150 χλμ./ώρα η φωτιά δεν οριοθετείται

Σαφή προειδοποίηση για τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνουν οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές απηύθυνε ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ και καθηγητής Γεωλογίας, Ευθύμης Λέκκας, επισημαίνοντας ότι τα ακραία πύρινα μέτωπα παύουν σταδιακά να αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά και τείνουν να εξελιχθούν σε μόνιμο χαρακτηριστικό της αντιπυρικής περιόδου.

Ο καθηγητής περιέγραψε έναν εξαιρετικά επικίνδυνο συνδυασμό καιρικών, γεωμορφολογικών και θερμοδυναμικών παραγόντων, οι οποίοι επιταχύνουν την εξάπλωση της φωτιάς και περιορίζουν δραστικά τις δυνατότητες επέμβασης των πυροσβεστικών δυνάμεων.

Οι θυελλώδεις άνεμοι, η παρατεταμένη ξηρασία, η μορφολογία του εδάφους και τα φαινόμενα που δημιουργούνται στο εσωτερικό της ίδιας της πυρκαγιάς συνθέτουν, όπως ανέφερε, ένα «εκρηκτικό κοκτέιλ», μέσα στο οποίο η κατάσβεση γίνεται εξαιρετικά δύσκολη και συχνά επικίνδυνη ακόμη και για έμπειρα πληρώματα.

Καθοριστικό πρόβλημα αποτελεί η αδυναμία αξιοποίησης των εναέριων μέσων όταν οι άνεμοι αποκτούν μεγάλη ένταση ή όταν το θερμικό φορτίο και οι πυκνοί καπνοί καθιστούν τις πτήσεις επισφαλείς.

Ο Ευθύμης Λέκκας εκτίμησε ότι η απουσία αεροσκαφών και ελικοπτέρων από ένα κρίσιμο μέτωπο αφαιρεί τουλάχιστον το 50% των επιχειρησιακών δυνατοτήτων που διαθέτει ο μηχανισμός για την αντιμετώπιση της φωτιάς.

Όπως εξήγησε, η ένταση του ανέμου δεν μπορεί να ελεγχθεί, ενώ τα ισχυρά θερμοδυναμικά φαινόμενα που αναπτύσσονται μέσα στο μέτωπο γιγαντώνουν τις φλόγες και δημιουργούν ένα ξεχωριστό μικροκλίμα.

Σε τέτοιες συνθήκες, το θερμικό φορτίο μπορεί να γίνει τόσο ισχυρό, ώστε να μην είναι δυνατή η προσέγγιση των δυνάμεων ακόμη και σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από την ενεργή ζώνη της πυρκαγιάς.

Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, μιλώντας στην εκπομπή «Σαββατοκύριακο από τις 5» και στη δημοσιογράφο Νίνα Κασιμάτη, υπογράμμισε ότι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι πυροσβέστες στο πεδίο είναι πολύ πιο σκληρή από εκείνη που αποτυπώνεται στις τηλεοπτικές εικόνες.

Οι δυνάμεις επιχειρούν επί πολλές ώρες και, σε αρκετές περιπτώσεις, για τρία ή τέσσερα συνεχόμενα εικοσιτετράωρα, μέσα σε καπνό, ακραίες θερμοκρασίες, συνεχείς αναζωπυρώσεις και διαρκείς μεταβολές στην κατεύθυνση του μετώπου.

Η γεωλογική ιδιαιτερότητα της Βοιωτίας και της δυτικής Αττικής

Αναφερόμενος στη μεγάλη πυρκαγιά που ξεκίνησε στη Βοιωτία και επεκτάθηκε προς τη δυτική Αττική, ο Ευθύμης Λέκκας σημείωσε ότι το μέτωπο αναπτύσσεται μέσα σε μια περιοχή με ιδιαίτερα γεωλογικά χαρακτηριστικά.

Η φωτιά κινείται σε ένα συγκεκριμένο τεκτονικό τεμάχιο, το οποίο οριοθετείται από μεγάλα ρήγματα. Η συγκεκριμένη μορφολογία επηρεάζει την κίνηση των ανέμων, τη διάταξη της βλάστησης και την ταχύτητα με την οποία το μέτωπο μεταφέρεται από τη μία περιοχή στην άλλη.

Κατά τον καθηγητή, η περίπτωση αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύνθετης αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα υδρομετεωρολογικά φαινόμενα και στις γεωδυναμικές διεργασίες.

Η τοπογραφία, οι απότομες κλίσεις, οι χαράδρες και τα ρήγματα μπορούν να δημιουργήσουν διαδρόμους ταχείας κίνησης της φωτιάς, την ώρα που οι ισχυροί άνεμοι μεταφέρουν καύτρες σε μεγάλες αποστάσεις και σχηματίζουν νέα μέτωπα.

Σε συνθήκες ριπών που φτάνουν τα 120 ή ακόμη και τα 150 χιλιόμετρα την ώρα, η πυρκαγιά μπορεί να μετακινηθεί από το ένα χιλιόμετρο στο επόμενο μέσα σε ελάχιστο χρόνο, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την οριοθέτησή της.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι ακόμη και η αριθμητική ενίσχυση των πυροσβεστικών δυνάμεων και των διαθέσιμων μέσων δεν αρκεί όταν ξεσπούν ταυτόχρονα πολλαπλές πυρκαγιές και οι καιρικές συνθήκες δεν επιτρέπουν την πλήρη αξιοποίησή τους.

Η διασπορά προσωπικού, οχημάτων και εναέριων μέσων σε δεκάδες διαφορετικές εστίες περιορίζει την ικανότητα συγκέντρωσης ισχυρών δυνάμεων στα πιο κρίσιμα σημεία.

Ο Ευθύμης Λέκκας εκτίμησε ότι τέτοιες καταστάσεις τείνουν πλέον να αποτελέσουν τον κανόνα, γεγονός που απαιτεί ριζική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται η αντιπυρική προστασία.

Η πρόληψη ως μοναδική ουσιαστική άμυνα

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ στις παρεμβάσεις που πρέπει να ακολουθούν μετά την καταστροφή, προειδοποιώντας ότι οι εργασίες στις καμένες εκτάσεις δεν μπορούν να γίνονται βιαστικά ή χωρίς εξειδικευμένες επιστημονικές μελέτες.

Η άμεση κοπή δέντρων, η τοποθέτηση κορμοδεμάτων και η κατασκευή κορμοφραγμάτων δεν αποτελούν αυτομάτως κατάλληλη λύση για κάθε περιοχή. Οι παρεμβάσεις πρέπει να σχεδιάζονται με βάση τη γεωλογία, τις κλίσεις του εδάφους, τη σύσταση των πετρωμάτων και τις πραγματικές υδρολογικές συνθήκες.

Ο καθηγητής προειδοποίησε ότι η φύση συχνά απορρίπτει ή ανατρέπει τεχνικές επεμβάσεις που θεωρούνται εκ πρώτης όψεως σωστές. Στην περιοχή της Αττικοβοιωτίας ο κίνδυνος έντονης διάβρωσης είναι αυξημένος, ιδιαίτερα εάν ακολουθήσουν ισχυρές βροχοπτώσεις πάνω σε απογυμνωμένες πλαγιές.

Η προστασία του εδάφους και των υπόγειων υδάτων πρέπει να αποτελέσει βασική προτεραιότητα, ώστε η πυρκαγιά να μην ακολουθηθεί από πλημμύρες, κατολισθήσεις, μεταφορά φερτών υλικών και περαιτέρω υποβάθμιση του οικοσυστήματος.

Ο Ευθύμης Λέκκας ξεκαθάρισε ότι το μεγαλύτερο βάρος πρέπει να μεταφερθεί στην πρόληψη, καθώς η καταστολή μιας ακραίας πυρκαγιάς, αφού αυτή αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις, μπορεί να ξεπερνά τις πραγματικές δυνατότητες ακόμη και ενός ενισχυμένου μηχανισμού.

Η πρόγνωση των ακραίων καιρικών συνθηκών, η συστηματική επιτήρηση, η έγκαιρη ανίχνευση των πρώτων καπνών, η διαχείριση της καύσιμης ύλης και η προστασία των ζωνών γύρω από τους οικισμούς αποτελούν πλέον κρίσιμα εργαλεία.

Η ύπαρξη περισσότερων επίγειων και εναέριων μέσων, σύγχρονων συστημάτων και καλύτερου επιχειρησιακού σχεδιασμού είναι απαραίτητη, χωρίς να μπορεί να υποκαταστήσει την πρόληψη. Όταν δεκάδες φωτιές εκδηλώνονται ταυτόχρονα, οι διαθέσιμες δυνάμεις αναγκαστικά κατακερματίζονται.

Η προειδοποίηση του προέδρου του ΟΑΣΠ είναι σαφής: η χώρα εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ακραίες πυρκαγιές θα εμφανίζονται συχνότερα, θα αποκτούν μεγαλύτερη ένταση και θα αναπτύσσονται με ταχύτητες που περιορίζουν ασφυκτικά τον χρόνο αντίδρασης.

Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η πρόληψη δεν αποτελεί μία ακόμη επιλογή του κρατικού σχεδιασμού. Αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για να περιοριστούν οι ανθρώπινες απώλειες, οι καταστροφές στις περιουσίες και η μη αναστρέψιμη επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος.