Προεκλογικά δώρα σχεδιάζει το Μαξίμου
Η κυβέρνηση εξετάζει παρεμβάσεις με καθαρά προεκλογικό αποτύπωμα, επιχειρώντας να απευθυνθεί σχεδόν στο σύνολο των κοινωνικών ομάδων που παραδοσιακά συμμετέχουν μαζικά στις κάλπες. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Μέγαρο Μαξίμου, υπό την πίεση των δημοσκοπικών ευρημάτων, επεξεργάζεται σενάρια επαναφοράς μιας μορφής «Δώρου» για συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους, καθώς και σταδιακής μείωσης της προκαταβολής φόρου για ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις.
Το σχέδιο, παρότι κινείται σε επίπεδο περιορισμένων παροχών σε σχέση με τις πραγματικές απώλειες εισοδήματος των τελευταίων ετών, έχει μεγάλη εκλογική στόχευση. Οι ομάδες στις οποίες απευθύνεται αριθμούν περίπου 4,7 εκατομμύρια πολίτες, δηλαδή περισσότερους από όσους συμμετείχαν στις ευρωεκλογές του 2024, όταν ψήφισαν περίπου 3.976.000 εκλογείς, και ελαφρώς λιγότερους από τους ψηφοφόρους των εθνικών εκλογών του 2023.
Η κυβερνητική στόχευση είναι προφανής. Το Μαξίμου αναζητά τρόπους να ανακόψει τη φθορά σε κρίσιμες κοινωνικές κατηγορίες, οι οποίες εμφανίζονται απομακρυσμένες από τη Νέα Δημοκρατία. Οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις παρουσιάζονται ως διορθώσεις εισοδηματικής πολιτικής, στην πραγματικότητα όμως εντάσσονται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό εκλογικής ανασύνταξης, λίγο πριν από την τελική αναμέτρηση με την κάλπη.
Η δυσαρέσκεια που ανησυχεί το Μαξίμου
Τα σενάρια αυτά άρχισαν να αποκτούν βαρύτητα όταν οι δημοσκοπήσεις κατέγραψαν εκτεταμένη δυσαρέσκεια στους ελεύθερους επαγγελματίες, στους συνταξιούχους και στους δημοσίους υπαλλήλους. Πρόκειται για τρεις κατηγορίες με υψηλή συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες και με σημαντικό βάρος στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.
Οι ελεύθεροι επαγγελματίες εμφανίζονται ιδιαίτερα επιβαρυμένοι από την τεκμαρτή φορολόγηση, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τη συνολική πίεση που ασκεί η φορολογική πολιτική στην καθημερινή λειτουργία των μικρών επιχειρήσεων. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, η οποία άλλοτε αποτελούσε σταθερό εκλογικό πυλώνα της Νέας Δημοκρατίας, έχει πλέον συσσωρεύσει έντονη δυσφορία.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στους συνταξιούχους. Οι αυξήσεις των συντάξεων παραμένουν χαμηλότερες από τον πραγματικό πληθωρισμό, οι επικουρικές έχουν μείνει παγωμένες, η προσωπική διαφορά εξακολουθεί να περιορίζει το εισόδημα εκατοντάδων χιλιάδων δικαιούχων, ενώ η Εισφορά Αλληλεγγύης συνεχίζει να λειτουργεί ως δεύτερη φορολογία. Σε όλα αυτά προστίθενται οι εκκρεμότητες του νόμου Κατρούγκαλου και η μη καταβολή των αναδρομικών του ενδεκαμήνου Ιουνίου 2015 – Μαΐου 2016.
Στο ίδιο πεδίο ανησυχίας εντάσσεται και η στάση των δημοσίων υπαλλήλων, ιδίως μετά τη σύνδεση της μονιμότητας με την αξιολόγηση στο πλαίσιο των προτάσεων της Νέας Δημοκρατίας για τη συνταγματική αναθεώρηση. Η κίνηση αυτή προκάλεσε έντονη επιφυλακτικότητα σε ένα μεγάλο τμήμα του δημόσιου τομέα, το οποίο παραδοσιακά παρακολουθεί με ιδιαίτερη ευαισθησία κάθε παρέμβαση που αγγίζει το καθεστώς εργασιακής ασφάλειας.
Η τακτική των προεκλογικών παροχών δεν είναι πρωτόγνωρη. Αντίστοιχη επιλογή είχε κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ τον Μάιο του 2019, με τη θεσμοθέτηση της λεγόμενης 13ης σύνταξης. Εκείνη η παρέμβαση, παρά το εύρος της, δεν απέτρεψε την πολιτική ήττα. Το στοιχείο αυτό λειτουργεί ως προειδοποίηση για το Μαξίμου, καθώς οι κοινωνίες συχνά αντιλαμβάνονται πότε μια παροχή αποτελεί ουσιαστική πολιτική και πότε προεκλογικό αντιστάθμισμα.
Τα προεκλογικά «γλυκαντικά» και το πραγματικό όφελος
Το πρώτο μέτρο που εξετάζεται αφορά τη σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου. Σήμερα, η προκαταβολή κινείται από το 55% για φυσικά πρόσωπα, αγρότες και ελεύθερους επαγγελματίες, έως το 80% για νομικά πρόσωπα. Το μέτρο αφορά περίπου 1,3 εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα, ωστόσο το πρακτικό του αποτέλεσμα θα αρχίσει να φαίνεται από τον Ιούλιο του 2027, μετά την ολοκλήρωση της υποβολής των επόμενων φορολογικών δηλώσεων.
Με άλλα λόγια, πριν από τις κάλπες θα υπάρχουν κυρίως κυβερνητικές εξαγγελίες και προσδοκίες. Το πραγματικό οικονομικό όφελος θα αποτυπωθεί αργότερα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις μικρές μειώσεις φορολογικών συντελεστών, για παράδειγμα από το 22% στο 20% για εισοδήματα από 10.001 έως 20.000 ευρώ. Πρόκειται για μέτρα που μπορούν να προβληθούν επικοινωνιακά άμεσα, ενώ η οικονομική τους επίδραση θα γίνει αντιληπτή με καθυστέρηση.
Το δεύτερο σκέλος αφορά την απόδοση μικρών ποσών ως μορφή «Δώρων» σε συνταξιούχους και εργαζομένους του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα. Τα ποσά που συζητούνται φτάνουν αθροιστικά τα 400 ευρώ τον χρόνο: 200 ευρώ τα Χριστούγεννα, 100 ευρώ το Πάσχα και 100 ευρώ το καλοκαίρι.
Η πρόταση αυτή απέχει σημαντικά από τα 800 ευρώ στα οποία είχαν περιοριστεί τα Δώρα την περίοδο 2010-2012, πριν καταργηθούν πλήρως. Παρ’ όλα αυτά, εξετάζεται ως μέτρο διόρθωσης της εισοδηματικής πολιτικής του 2026 και ως υποκατάστατο της μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας, η οποία εξακολουθεί να οδηγεί σε έμμεση φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων.
Για τους συνταξιούχους, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι αυξήσεις του 2026 κινήθηκαν στο 2,4%, ενώ για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά οι επικουρικές έμειναν χωρίς αύξηση. Όσοι διατηρούν προσωπική διαφορά είδαν ακόμη μικρότερη ενίσχυση, της τάξης του 1,2%, την ώρα που ο πληθωρισμός κινήθηκε σε ποσοστά άνω του 5% τον Απρίλιο και τον Μάιο.
Το συνολικό κόστος για την παροχή προς τους συνταξιούχους υπολογίζεται κοντά στο 1 δισ. ευρώ. Από αυτό, περίπου 400 εκατ. ευρώ εκτιμάται ότι θα επιστρέψουν στα κρατικά ταμεία μέσω φόρων, εισφορών υπέρ Υγείας και της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων. Έτσι, η πραγματική δημοσιονομική επιβάρυνση περιορίζεται, ενώ η κυβέρνηση αποκτά τη δυνατότητα να παρουσιάσει μια οριζόντια ενίσχυση με μεγάλο επικοινωνιακό εύρος.
Αντίστοιχο «Δώρο» εξετάζεται και για περίπου 900.000 δημοσίους υπαλλήλους, εργαζομένους σε δημόσιες ή κρατικές εταιρείες και οργανισμούς, καθώς και μετακλητούς υπαλλήλους. Το κόστος αυτής της παρέμβασης υπολογίζεται περίπου στα 360 εκατ. ευρώ, από τα οποία σχεδόν τα μισά θα επιστρέψουν στο Δημόσιο μέσω κρατήσεων, φόρων και εισφορών.
Η κυβέρνηση επιχειρεί έτσι να συγκροτήσει ένα πακέτο παροχών με ευρύ πολιτικό ακροατήριο και ελεγχόμενο δημοσιονομικό κόστος. Το πρόβλημα είναι ότι οι παρεμβάσεις αυτές δύσκολα μπορούν να καλύψουν τις βαθύτερες απώλειες εισοδήματος, τη φορολογική κόπωση και την απογοήτευση που έχουν συσσωρευτεί σε κοινωνικές ομάδες οι οποίες αισθάνονται ότι χρησιμοποιούνται ξανά ως εκλογικά ακροατήρια.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν τα προεκλογικά «γλυκαντικά» μπορούν να μετατραπούν σε πολιτική εμπιστοσύνη. Η εμπειρία δείχνει ότι οι πολίτες υπολογίζουν την πραγματική τους τσέπη, συγκρίνουν τις παροχές με τις απώλειες και κρίνουν αν η κυβέρνηση επιχειρεί ουσιαστική αποκατάσταση ή απλώς διαχείριση δυσαρέσκειας πάνω από την κάλπη.
Πιο Δημοφιλή
Πένθος για την Πόπη Τσαπανίδου
Πιο Πρόσφατα
Επίσκεψη Σι στη Βόρεια Κορέα με φόντο τις κυρώσεις
Σύλληψη για δολοφονία ομογενή το 1999
Αλλαγές στη φορολογία ενέργειας από την ΕΕ