Πρόωρες εκλογές και συνταξιούχοι: Το Ασφαλιστικό επιστρέφει ως κρίσιμο πολιτικό μέτωπο
Το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες επανέρχεται με αυξημένη ένταση στο πολιτικό σκηνικό, μετά τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις υποκλοπές και, πάνω απ’ όλα, την παρατεταμένη πίεση που ασκεί η ακρίβεια στα νοικοκυριά. Η νέα αναζωπύρωση των τιμών, που ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τις εξελίξεις στον Κόλπο, επαναφέρει στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης κοινωνικά μέτωπα τα οποία παραμένουν ανοιχτά εδώ και χρόνια, με κυρίαρχο το Ασφαλιστικό και τις εκκρεμότητες που βαραίνουν εκατομμύρια συνταξιούχους.
Η συζήτηση για πιθανές εκλογές μέσα στο καλοκαίρι ή, σε κάθε περίπτωση, εντός του 2026, φέρνει ξανά στην επιφάνεια τις βαθιές αδικίες του συνταξιοδοτικού συστήματος, ιδίως μετά τις πρόσθετες περικοπές και τις ανατροπές που συνδέθηκαν με τον νόμο 4387/2016. Σε ένα τέτοιο πολιτικό τοπίο, οι συνταξιούχοι αποκτούν ξανά βαρύνουσα εκλογική σημασία, καθώς πρόκειται για μια κοινωνική κατηγορία με σταθερή και μαζική συμμετοχή στις εκλογικές αναμετρήσεις.
Οι συνταξιούχοι ως κρίσιμο εκλογικό μέγεθος
Οι συνταξιούχοι ξεπερνούν τα 2,5 εκατομμύρια πολίτες και αποτελούν ένα από τα πιο συνεπή εκλογικά ακροατήρια της χώρας. Η παρουσία τους στις κάλπες είναι διαχρονικά ισχυρότερη σε σχέση με άλλες ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες, γεγονός που τους καθιστά καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος. Σε μια περίοδο όπου η αποχή διευρύνεται και η πολιτική αποστασιοποίηση αυξάνεται, η στάση των ηλικιωμένων ψηφοφόρων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι προγραμματικές δεσμεύσεις των κομμάτων απέναντι στους συνταξιούχους δεν αποτελούν απλώς μια προεκλογική υποσημείωση. Αφορούν άμεσα έναν πληθυσμό που βιώνει την πίεση της ακρίβειας, την αδυναμία ουσιαστικής αναπλήρωσης του εισοδήματος και μια μακρά σειρά εκκρεμοτήτων που δεν έχουν επιλυθεί, παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες.
Το κενό προστασίας για τους χαμηλοσυνταξιούχους
Ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα είναι η απουσία θεσμοθετημένου κατώτατου ορίου συνταξιοδοτικών αποδοχών. Από την κατάργηση του σχετικού «κατωφλίου» το 2015, δεν υπάρχει σταθερός μηχανισμός που να αποτρέπει τη διολίσθηση ηλικιωμένων πολιτών στη φτώχεια. Το κενό αυτό διευρύνθηκε περαιτέρω με την κατάργηση του ΕΚΑΣ, το οποίο μέχρι τότε λειτουργούσε ως βασικό δίχτυ προστασίας για περίπου 360.000 χαμηλοσυνταξιούχους με εισοδηματικά κριτήρια.
Έκτοτε, δεν έχει δημιουργηθεί ένας μόνιμος και νομοθετημένος τρόπος ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων, με αποτέλεσμα ένα κρίσιμο τμήμα του ηλικιωμένου πληθυσμού να μένει εκτεθειμένο στις συνέπειες της ακρίβειας χωρίς πραγματικό αντιστάθμισμα. Το ζήτημα αυτό παραμένει ένα από τα πιο πιεστικά κοινωνικά αιτήματα, ιδίως σε μια περίοδο που το κόστος ζωής αυξάνεται ταχύτερα από τις ετήσιες αναπροσαρμογές των συντάξεων.
Διπλές επιβαρύνσεις και παγωμένες επικουρικές
Ιδιαίτερη δυσαρέσκεια προκαλεί και η επιβάρυνση των συνταξιούχων που λαμβάνουν κύρια σύνταξη άνω των 1.468 ευρώ μεικτά και επικουρική άνω των 300 ευρώ. Η κατηγορία αυτή δεν υπόκειται μόνο στην κανονική φορολογική κλίμακα, αλλά επιβαρύνεται και με την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, καθώς και με την εισφορά υπέρ υγείας. Το αποτέλεσμα είναι ότι από ένα επίπεδο και πάνω, η συνολική επιβάρυνση αφαιρεί πολύ μεγάλο μέρος του πραγματικού εισοδήματος.
Την ίδια ώρα, οι επικουρικές συντάξεις παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες όλα αυτά τα χρόνια. Παρά τις έστω περιορισμένες αυξήσεις που έχουν δοθεί στις κύριες συντάξεις, οι επικουρικές δεν ακολουθούν ανάλογη πορεία, με αποτέλεσμα να χάνουν συνεχώς αξία απέναντι στις ανατιμήσεις και στη γενικότερη φθορά του διαθέσιμου εισοδήματος.
Αναδρομικά, χηρείας και χρόνιες στρεβλώσεις
Μια ακόμη ανοιχτή πληγή αφορά την εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα αναδρομικά της περιόδου Ιουνίου 2015 έως Μαΐου 2016, όπως και τη μη διόρθωση των ποσοστών στις επικουρικές συντάξεις. Για χιλιάδες συνταξιούχους, η αίσθηση αδικίας παραμένει έντονη, καθώς η δικαστική αναγνώριση δεν έχει μεταφραστεί σε καθολική και ουσιαστική αποκατάσταση.
Σοβαρό πρόβλημα εντοπίζεται και στις συντάξεις χηρείας, οι οποίες έχουν περιοριστεί σε επίπεδα που για πολλές οικογένειες είναι ασφυκτικά. Το ποσοστό 35% επί των αποδοχών του θανόντος ασφαλισμένου οδηγεί σε δραματική συρρίκνωση του ποσού που τελικά καταβάλλεται. Επιπλέον, η πρόβλεψη περί μη καταβολής διπλής εθνικής σύνταξης σε περίπτωση που ο επιζών σύζυγος λαμβάνει και δική του σύνταξη περιορίζει ακόμη περισσότερο την παροχή, μετατρέποντάς την στην πράξη σε ένα πενιχρό βοήθημα.
Παράλληλα, δεν έχει δοθεί η δυνατότητα στις χήρες και στους χήρους να επιλέγουν ποια από τις δύο συντάξεις θα υποστεί περικοπή, γεγονός που εντείνει την αδικία και στερεί από τους δικαιούχους μια στοιχειώδη ευχέρεια διαχείρισης του εισοδήματός τους.
Οι αγρότες στο περιθώριο του συστήματος
Ιδιαίτερα έντονα παραμένουν τα προβλήματα για τους συνταξιούχους του αγροτικού χώρου. Σε αρκετές περιπτώσεις, ιδίως για όσους συνταξιοδοτήθηκαν την περίοδο 2019-2020, τα ποσά που καταβάλλονται κινούνται σε επίπεδα χαμηλότερα ακόμη και από εκείνα που λαμβάνει ένας ανασφάλιστος ηλικιωμένος. Πρόκειται για μια προφανή στρέβλωση, αν ληφθεί υπόψη ότι οι συγκεκριμένοι ασφαλισμένοι κατέβαλαν εισφορές επί δεκαετίες.
Επιπλέον, οι αγρότες εξακολουθούν να μη λαμβάνουν πλήρως την εθνική σύνταξη, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για άλλες κατηγορίες ασφαλισμένων. Η άνιση αυτή μεταχείριση παραμένει μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις θεσμικής ανισορροπίας στο σημερινό ασφαλιστικό πλαίσιο.
Δημογραφικό, οικογένεια και συντάξεις
Στην ίδια εικόνα ανεπάρκειας εντάσσεται και η απουσία οικογενειακών παροχών για τους συνταξιούχους από τον ΕΦΚΑ. Δεν προβλέπεται επίδομα γάμου, ούτε επίδομα τέκνων έως το 24ο έτος, όπως ισχύει για τους εν ενεργεία εργαζομένους. Σε μια χώρα που αντιμετωπίζει οξύ δημογραφικό πρόβλημα, η έλλειψη τέτοιων προβλέψεων πλήττει ιδιαίτερα όσους απέκτησαν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία και βρίσκονται πλέον στη σύνταξη έχοντας ακόμη αυξημένες οικογενειακές ανάγκες.
Το πρόβλημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν συνδυάζεται με το συνολικό επίπεδο των συντάξεων, το οποίο αδυνατεί να καλύψει την άνοδο του κόστους ζωής. Οι ετήσιες αυξήσεις που δίνονται κινούνται σταθερά κάτω από τις πραγματικές πιέσεις του πληθωρισμού, καθώς ο μηχανισμός αναπροσαρμογής αποδίδει μόνο μέρος της αύξησης των τιμών και της οικονομικής ανάπτυξης.
Παράλληλη και διαδοχική ασφάλιση χωρίς δικαίωση
Ένα ακόμη πεδίο αδικιών αφορά τους παλαιούς ασφαλισμένους, δηλαδή όσους είχαν συνταξιοδοτηθεί ή είχαν ασφαλιστικό βίο πριν από τις 12 Μαΐου 2016. Για την κατηγορία αυτή δεν δίνεται ουσιαστικά η δυνατότητα αναγνώρισης παράλληλου χρόνου ασφάλισης για τον οποίο δεν χορηγήθηκε δεύτερη σύνταξη. Σε πολλές περιπτώσεις, ο επιπλέον αυτός χρόνος δεν είχε υπολογιστεί αρχικά, επειδή με το τότε καθεστώς δεν βελτίωνε το ποσό της σύνταξης.
Το ίδιο ισχύει και για περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης, όπως εργαζόμενοι που πέρασαν από το ΙΚΑ σε φορέα του Δημοσίου ή σε ειδικά ταμεία ΔΕΚΟ και τραπεζών. Μέχρι το 2016, αρκετά ταμεία χορηγούσαν πλήρη σύνταξη με 32 ή 35 έτη ασφάλισης, με αποτέλεσμα πολλοί ασφαλισμένοι να μην ενσωματώσουν παλαιότερο χρόνο εργασίας σε άλλον φορέα. Σήμερα, το σύστημα δεν τους επιτρέπει να αξιοποιήσουν αυτόν τον πρόσθετο χρόνο για να αυξήσουν τις αποδοχές τους, παρότι πρόκειται για χρόνο πραγματικής ασφάλισης.
Το επίδομα ανασφάλιστου και οι παράλογοι αποκλεισμοί
Σημαντικές ενστάσεις διατυπώνονται και για τους όρους χορήγησης του επιδόματος ανασφάλιστου ηλικιωμένου. Η υφιστάμενη ρύθμιση αποκλείει ηλικιωμένους των οποίων ο ή η σύζυγος λαμβάνει σύνταξη άνω των 399,54 ευρώ τον μήνα, ακόμη κι αν το συνολικό οικογενειακό εισόδημα παραμένει εξαιρετικά χαμηλό. Την ίδια στιγμή, το επίδομα μπορεί να χορηγείται σε περιπτώσεις άλλων μορφών εισοδήματος έως συγκεκριμένα όρια, γεγονός που δημιουργεί μια προφανή αναντιστοιχία.
Η αντίφαση αυτή ενισχύει το αίσθημα άνισης μεταχείρισης και αποκαλύπτει ένα σύστημα που εξακολουθεί να λειτουργεί με κατακερματισμένους κανόνες, χωρίς ενιαία κοινωνική λογική και χωρίς πραγματική στόχευση στην προστασία των πλέον αδύναμων ηλικιωμένων.
Καθώς η πολιτική συζήτηση για πρόωρες εκλογές φουντώνει, το Ασφαλιστικό επανέρχεται ως ένα από τα πιο ευαίσθητα και εκρηκτικά κοινωνικά πεδία. Οι συνταξιούχοι, που διαθέτουν ισχυρή εκλογική παρουσία και μακρά μνήμη απέναντι στις κυβερνητικές επιλογές, αναμένεται να ζητήσουν σαφείς απαντήσεις για τις χαμηλές συντάξεις, τις ανοιχτές αδικίες και την απουσία πραγματικής προστασίας απέναντι στην ακρίβεια. Το ερώτημα που μένει ανοικτό είναι αν τα κόμματα θα προσέλθουν σε αυτή τη μάχη με ουσιαστικές δεσμεύσεις ή με ακόμη μία σειρά υποσχέσεων χωρίς αντίκρισμα.
Πιο Δημοφιλή
Ο καλλιτέχνης-φάντασμα που κατέκτησε τον πλανήτη
Όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη αρχίζει να «σχεδιάζει» τη ζωή