Πώς η ακρίβεια έγινε ο μεγαλύτερος φοροεισπρακτικός μηχανισμός της κυβέρνησης
Τα πλεονάσματα και η πραγματική πηγή των εσόδων
Η κυβερνητική ρητορική εμφανίζει την οικονομία να παράγει πλεονάσματα ύψους 24 δισ. ευρώ τη διετία 2024-2025, ενώ παράλληλα προβάλλει τη μείωση δεκάδων φόρων ως βασικό επιχείρημα δημοσιονομικής επιτυχίας. Η εικόνα αυτή, όμως, χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση, καθώς η αύξηση των εσόδων δεν προκύπτει κυρίως από ουσιαστική φορολογική ελάφρυνση της πλειονότητας των πολιτών.
Η βασική εξήγηση βρίσκεται στην ακρίβεια, στον πληθωρισμό και στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω υψηλότερων τιμών. Όταν ακριβαίνουν τα καύσιμα, τα τρόφιμα, οι υπηρεσίες και οι καθημερινές συναλλαγές, αυξάνονται αυτομάτως και τα έσοδα από έμμεσους φόρους, χωρίς να χρειάζεται νέος φορολογικός νόμος.
Η αύξηση των τιμών λειτουργεί ως κρυφός φορολογικός μηχανισμός. Το κράτος εισπράττει περισσότερα μέσω ΦΠΑ και ειδικών φόρων, την ώρα που το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώνεται και η πραγματική αγοραστική δύναμη συρρικνώνεται.
Μειώσεις φόρων με περιορισμένο κοινωνικό αποτύπωμα
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών, την περίοδο 2019-2026 μειώθηκαν 83 άμεσοι και 25 έμμεσοι φόροι. Ωστόσο, η αριθμητική καταγραφή των μειώσεων δεν αποτυπώνει πάντοτε ποιοι ωφελήθηκαν και ποιοι συνεχίζουν να επιβαρύνονται.
Η μείωση των φόρων κληρονομιάς για μεγάλα περιουσιακά στοιχεία, η μείωση του φόρου στα μερίσματα στο 5% και οι επιλεκτικές μειώσεις ΦΠΑ αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογουμένων και δραστηριοτήτων. Δεν συνιστούν γενικευμένη ελάφρυνση για τη μέση οικογένεια, τον μισθωτό, τον μικρομεσαίο ή τον χαμηλοσυνταξιούχο.
Την ίδια στιγμή, ο ΦΠΑ παραμένει υψηλός σε βασικά αγαθά και καύσιμα, επιβαρύνοντας άμεσα την κατανάλωση και έμμεσα την παραγωγή και τη διακίνηση προϊόντων. Η αύξηση της τιμής της βενζίνης, για παράδειγμα, ενισχύει αυτόματα τις εισπράξεις του Δημοσίου μέσω ΦΠΑ, μετατρέποντας την ενεργειακή ακρίβεια σε πρόσθετο φορολογικό βάρος.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στους μισθούς. Από την ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού, ένα μέρος επιστρέφει στο κράτος μέσω φορολογίας και εισφορών, περιορίζοντας το καθαρό όφελος για τον εργαζόμενο και αυξάνοντας παράλληλα το κόστος για τις επιχειρήσεις.
Ο πληθωρισμός ως φορολογικός μηχανισμός
Η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Όταν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται για να ακολουθήσουν την ακρίβεια, χωρίς να προσαρμόζονται αντίστοιχα τα φορολογικά κλιμάκια, οι πολίτες μετακινούνται σε υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση, χωρίς πραγματική αύξηση εισοδήματος.
Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν τα αντικειμενικά κριτήρια φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών και η αύξηση των εσόδων από έμμεσους φόρους λόγω ακριβότερων προϊόντων. Ο πληθωρισμός αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ και βελτιώνει λογιστικά τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ, όμως την ίδια ώρα επιβαρύνει τον καταναλωτή και εξανεμίζει το διαθέσιμο εισόδημα.
Έτσι, η δημοσιονομική εικόνα εμφανίζεται βελτιωμένη, ενώ μεγάλο μέρος της κοινωνίας βιώνει μεγαλύτερη πίεση. Η ακρίβεια αυξάνει τα κρατικά έσοδα, οι έμμεσοι φόροι βαραίνουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα και η πραγματική φορολογική επιβάρυνση παραμένει υψηλή.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που παρουσιάζει μειώσεις φόρων στα χαρτιά, ενώ στην καθημερινότητα πολλών πολιτών η φορολογική πίεση διατηρείται ή και αυξάνεται. Η συζήτηση για τα πλεονάσματα, επομένως, δεν μπορεί να αποκοπεί από το ερώτημα ποιος τα πληρώνει και με ποιο κοινωνικό κόστος.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα