Σήμερα Γιορτάζουν:

ΝΙΝΑ

14 Ιανουαρίου 2026

Ρεκόρ επενδύσεων στην αγορά επαγγελματικών ακινήτων το 2025

Ανθεκτική και με έντονη δυναμική εμφανίστηκε και το 2025 η ελληνική αγορά επαγγελματικών ακινήτων, με τη δραστηριότητα σε μισθώσεις και επενδύσεις να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με την Cushman & Wakefield Proprius, η χρονιά έκλεισε με ιστορικό ρεκόρ συναλλαγών, καθώς ο συνολικός όγκος αυξήθηκε κατά 47% σε σύγκριση με το 2024, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή ανοδική πορεία που καταγράφεται από το 2020.

Οι συνολικές επενδύσεις σε εμπορικά ακίνητα εκτιμώνται στα 2,9 δισ. ευρώ, επίσης αυξημένες κατά 47% σε ετήσια βάση. Στο ποσό αυτό δεν συνυπολογίζεται η επένδυση της ION στο έργο της Lamda Development στο Ελληνικό, η οποία αντιμετωπίζεται ως ειδική περίπτωση λόγω μεγέθους. Ο κλάδος της φιλοξενίας αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα της επενδυτικής δραστηριότητας, προσελκύοντας κεφάλαια ύψους 1,4 δισ. ευρώ, ενώ ακολούθησαν τα γραφεία με 750 εκατ. ευρώ. Τα ξενοδοχεία απορρόφησαν το 44,5% του συνολικού όγκου και τα γραφεία το 27,3%.

Η εικόνα της αγοράς διαμορφώθηκε κυρίως από εγχώριους θεσμικούς επενδυτές και family offices. Μεταξύ των πιο ενεργών παικτών καταγράφονται η Alpha Bank, η Yoda Group, ο Γιώργος Προκοπίου, η Dimand και η Trastor ΑΕΕΑΠ, ενώ πρόσθετη κινητικότητα προήλθε από την αναδιάρθρωση της Prodea. Παράλληλα, οι τράπεζες εμφανίζουν αυξημένη επιστροφή στην αγορά ακινήτων σε σχέση με προηγούμενα έτη.

Στον ξενοδοχειακό τομέα, που διατήρησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, καταλυτική υπήρξε και η εξαγορά του Astir Pallas από τον Γιώργο Προκοπίου έναντι 700 εκατ. ευρώ, ενισχύοντας σημαντικά τον συνολικό όγκο της κατηγορίας. Στην αγορά γραφείων, η ζήτηση παραμένει συγκεντρωμένη σε σύγχρονα και ενεργειακά αποδοτικά ακίνητα, τα οποία υπερέχουν σαφώς έναντι παλαιότερων χώρων.

Αν και ξενοδοχεία και γραφεία κυριάρχησαν, η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση καταγράφηκε στο λιανεμπόριο. Οι επενδύσεις στη συγκεκριμένη κατηγορία ανήλθαν σε 560 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 143% σε σχέση με το 2024, εξέλιξη που αποδίδεται στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης σε επιλεγμένα retail assets. Παράλληλα, αυξανόμενο ενδιαφέρον εμφανίζεται και για εναλλακτικές κατηγορίες ακινήτων, όπως υποδομές εκπαίδευσης και φοιτητική στέγη.

Η έκθεση επισημαίνει ότι καθοριστικό ρόλο για την επόμενη φάση της αγοράς θα διαδραματίσει το ESG, καθώς διαμορφώνεται σαφής διάκριση ανάμεσα σε ακίνητα που πληρούν τα κριτήρια βιωσιμότητας και σε εκείνα που υστερούν, με άμεσες επιπτώσεις τόσο στη ζήτηση όσο και στις αποτιμήσεις. Οι αλλαγές στον τρόπο εργασίας και κατανάλωσης εντείνουν περαιτέρω τη διαφοροποίηση μεταξύ κατηγοριών και επιμέρους ακινήτων.

Σε ό,τι αφορά το ρίσκο, μεγαλύτερη έκθεση εμφανίζουν οι δευτερεύουσες αγορές και τα χαμηλότερης ποιότητας ακίνητα, όπου καταγράφονται περισσότερα κενά και αυξημένες χρηματοδοτικές πιέσεις. Αντίθετα, τα ποιοτικά και μοναδικά ακίνητα εξακολουθούν να επιτυγχάνουν premium αποτιμήσεις, με τις τιμές πώλησης συνολικά να παραμένουν σε γενικές γραμμές σταθερές. Σημαντικό μέρος της δραστηριότητας προήλθε από συναλλαγές χαρτοφυλακίων, κυρίως σε γραφεία και λιανική, με κυρίαρχη συμμετοχή εγχώριων θεσμικών επενδυτών.

Για το 2026, η Cushman & Wakefield Proprius διατυπώνει συγκρατημένη αισιοδοξία. Η αποκλιμάκωση των επιτοκίων και η βελτίωση της επενδυτικής εμπιστοσύνης εκτιμάται ότι μπορούν να στηρίξουν αυξημένη δραστηριότητα, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται σε θεσμικούς επενδυτές, ΑΕΕΑΠ, τράπεζες και ενδεχομένως σε πιο δυναμική παρουσία διεθνών κεφαλαίων. Παράλληλα, επισημαίνονται περιορισμοί, όπως η περιορισμένη διαθεσιμότητα μακροχρόνιων ιστορικών δεδομένων και το αποτύπωμα της πρόσφατης οικονομικής κρίσης και της πανδημίας.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο τουρισμός αναμένεται να συνεχίσει να λειτουργεί ως βασικός μοχλός της αγοράς, ενώ παράγοντες όπως η πολιτική σταθερότητα ενόψει των εκλογών του 2027 και ένα πιο ήρεμο διεθνές περιβάλλον μπορούν να ενισχύσουν το επενδυτικό κλίμα. Τα μεγάλα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη εκτιμάται ότι θα τροφοδοτήσουν περαιτέρω τη ζήτηση.

Ως προς τη σύνθεση των επενδυτών, οι συναλλαγές χαρτοφυλακίων αντιπροσώπευσαν λίγο πάνω από το 43% του συνολικού όγκου, ενώ οι διασυνοριακές ροές κινήθηκαν κοντά στο 30%, με το υπόλοιπο να προέρχεται από εγχώρια κεφάλαια. Από αυτά, το 46% προήλθε από family offices, το 9,25% από ΑΕΕΑΠ, το 9% από ξενοδόχους και το υπόλοιπο από εταιρείες ανάπτυξης, ιδιοχρησιμοποιήσεις και ιδιώτες επενδυτές. Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται αισθητά από την περίοδο 2017–2023, όταν κυριαρχούσαν οι ΑΕΕΑΠ και τα opportunistic funds, με σταθερή ωστόσο την έμφαση στην επιλεκτικότητα και στα ακίνητα με ισχυρά θεμελιώδη και σαφή προοπτική απόδοσης.