1,56 δισ. ευρώ σε κλειστό κύκλωμα δέκα εταιρειών, «φίλων» Μητσοτάκη και 62% απευθείας αναθέσεις
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι περιόρισε δραστικά τη γραφειοκρατία. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι στη θέση της αναπτύχθηκε ένα διαφορετικό και ιδιαίτερα δαπανηρό σχήμα, η συμβουλοκρατία. Η έκθεση «Consultocracy» των Vouliwatch και Solomon αποτυπώνει με συστηματικό τρόπο μια πρακτική που ήταν ήδη γνωστή στην πράξη. Το ελληνικό Δημόσιο μεταβιβάζει ολοένα περισσότερες κρίσιμες αρμοδιότητες σε ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες, με έντονη αύξηση του κόστους και ισχυρή συγκέντρωση της αγοράς σε περιορισμένο αριθμό αναδόχων.
Το 2017 καταγράφηκαν 90 συμβάσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών, συνολικής αξίας 3,4 εκατ. ευρώ, χωρίς καμία απευθείας ανάθεση. Το 2024 οι συμβάσεις ανήλθαν σε 569 με δαπάνη που άγγιξε τα 600 εκατ. ευρώ. Το 2025 φτάνουν τις 613, με κόστος άνω των 585,5 εκατ. ευρώ. Σε οκτώ χρόνια ο αριθμός των συμβάσεων εξαπλασιάστηκε και η συνολική δαπάνη αυξήθηκε κατά 17.000%. Η μεταβολή αφορά και τη φύση των αναθέσεων, καθώς πρόκειται για υπηρεσίες υψηλότερης αξίας, μεγαλύτερης διάρκειας και αυξημένης επιρροής στον σχεδιασμό πολιτικής. Η πανδημία επιτάχυνε τη δυναμική, με υπερδιπλασιασμό των συμβάσεων το 2022, ενώ τα επίπεδα δαπάνης διατηρήθηκαν και τα επόμενα έτη.
Από τις 3.079 συμβάσεις της περιόδου 2017–2025, οι 1.920, ποσοστό 62,4%, προχώρησαν μέσω απευθείας ανάθεσης χωρίς διαγωνιστική διαδικασία. Η πρακτική αυτή προβλέπεται θεσμικά, η συστηματική της εφαρμογή όμως περιορίζει την ανοικτότητα της αγοράς και επηρεάζει το πεδίο της λογοδοσίας. Όταν η πλειονότητα των συμβάσεων εκτελείται χωρίς ανταγωνιστική διαδικασία, ενισχύεται η εικόνα ενός κλειστού πλαισίου επαναλαμβανόμενων συνεργασιών.
Συνολικά 1.266 εταιρείες έλαβαν συμβάσεις στο εξεταζόμενο διάστημα, ωστόσο οι δέκα πρώτες συγκεντρώνουν σχεδόν 1,5 δισ. ευρώ, περίπου το 96% της συνολικής αξίας των 1,56 δισ. ευρώ. Κάθε μία από αυτές διαθέτει από 20 έως πάνω από 90 συμβάσεις, με συνολικό ύψος που κυμαίνεται από 65,4 εκατ. έως 222,8 εκατ. ευρώ. Η εικόνα παραπέμπει σε δομική εξάρτηση, με περιορισμένο αριθμό εταιρειών να διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τη δημόσια δαπάνη στον τομέα των συμβουλευτικών υπηρεσιών. Η αγορά εμφανίζει σαφή ιεράρχηση και σταθερότητα συνεργασιών, στοιχείο που, σύμφωνα με τους ερευνητές, αποτυπώνει παγιωμένο μοντέλο λειτουργίας.
Στην κορυφή των φορέων ως προς τις δαπάνες βρίσκεται η Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε., υπό την εποπτεία του Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, με ποσό που υπερβαίνει τα 483 εκατ. ευρώ, σχεδόν το ένα τρίτο του συνόλου. Ακολουθούν το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας με 371 εκατ. ευρώ, το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών με 119 εκατ. ευρώ, το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου με 82,2 εκατ. ευρώ και ο ΕΦΚΑ με 74,6 εκατ. ευρώ. Στην πρώτη δεκάδα περιλαμβάνονται επίσης τα υπουργεία Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών, Τουρισμού, Εργασίας και Παιδείας. Η συγκέντρωση προκύπτει από τον συνδυασμό αυξημένου αριθμού συμβάσεων και υψηλής μέσης αξίας, σε φορείς που βρίσκονται στον πυρήνα σχεδιασμού και υλοποίησης σύνθετων δημόσιων πολιτικών. Η έκθεση καταγράφει μετατόπιση αρμοδιοτήτων από τη μόνιμη διοίκηση προς εξωτερικούς αναδόχους και από τη θεσμική γνώση σε ιδιωτικά δίκτυα τεχνογνωσίας που επαναλαμβάνονται από σύμβαση σε σύμβαση. Η γραφειοκρατία περιορίστηκε σε επίπεδο διακηρύξεων, ενώ στη θέση της διαμορφώθηκε ένα σύστημα υψηλού κόστους, έντονης συγκέντρωσης και περιορισμένης διαφάνειας.
Πιο Δημοφιλή
Διεθνής αναγνώριση για την ελληνική πλαστική χειρουργική
«Φωνή που δεν σιωπά: Μας αφαιρούν το βήμα, αλλά όχι το δίκιο και τη φωνή μας !»
Το κόμμα των καθαρμάτων και η εξέγερση των «άπλυτων»