LIVE Ακούστε Live Πρωινό Βήμα
12 Οκτωβρίου 2026

Ρεύμα: Νέο σοκ με 218 ευρώ/MWh – Εγκαταλείπουν τα πράσινα τιμολόγια οι καταναλωτές

Νέα πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς προκαλεί η εκρηκτική άνοδος της χονδρεμπορικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία ξεπέρασε και πάλι το όριο των 200 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η εξέλιξη εντείνει την ανησυχία για πιθανές αυξήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος, σε μια περίοδο κατά την οποία εκατοντάδες χιλιάδες καταναλωτές αναζητούν μεγαλύτερη προστασία από τις διακυμάνσεις της ενεργειακής αγοράς.

Τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026, η τιμή στη χονδρεμπορική αγορά διαμορφώνεται στα 218,04 ευρώ ανά μεγαβατώρα, παρουσιάζοντας αύξηση 36,97% σε σύγκριση με την Κυριακή, όταν είχε διαμορφωθεί στα 159,18 ευρώ/MWh.

Πρόκειται για την υψηλότερη ημερήσια τιμή που καταγράφεται μέχρι στιγμής τον Οκτώβριο, επαναφέροντας το ζήτημα του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Η μεταβολή στη χονδρική αγορά δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα για τις μελλοντικές χρεώσεις, ιδιαίτερα στα τιμολόγια που συνδέονται με την πορεία των τιμών ενέργειας.

Η αύξηση μιας ημέρας δεν μεταφέρεται αυτομάτως και ισόποσα στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Ωστόσο, εάν οι υψηλές χονδρεμπορικές τιμές διατηρηθούν, μπορούν να επηρεάσουν το κόστος προμήθειας και τις χρεώσεις συγκεκριμένων προγραμμάτων.

Την ίδια στιγμή, τα επίσημα στοιχεία της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) αποκαλύπτουν σημαντική μεταβολή στις επιλογές των νοικοκυριών. Μέσα στο πρώτο επτάμηνο του 2026, περισσότερες από 280.000 οικιακές παροχές έπαψαν να εμφανίζονται στην κατηγορία των πράσινων τιμολογίων, ενώ ενισχύθηκε η παρουσία των σταθερών και των κυμαινόμενων προγραμμάτων.

Πάνω από 280.000 λιγότεροι μετρητές στα πράσινα τιμολόγια – Η στροφή σε μπλε και κίτρινα

Η έκθεση της ΡΑΑΕΥ για τον Ιούλιο του 2026 καταγράφει τη σταδιακή υποχώρηση των ειδικών πράσινων τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος, τα οποία εξακολουθούν πάντως να συγκεντρώνουν την πλειονότητα των οικιακών παροχών.

Τον Ιανουάριο, στα πράσινα τιμολόγια αντιστοιχούσαν 3.399.199 μετρητές, με μερίδιο αγοράς 57,28%. Μέχρι τον Ιούλιο, ο αριθμός είχε μειωθεί στους 3.118.078 μετρητές, περιορίζοντας το μερίδιό τους στο 52,54%.

Η συνολική καθαρή μείωση ανέρχεται σε 281.121 μετρητές, γεγονός που αποτυπώνει τη συνεχή αποδυνάμωση της συγκεκριμένης κατηγορίας κατά την περίοδο αναφοράς.

Η υποχώρηση συνεχίστηκε και τους θερινούς μήνες. Τον Μάιο τα πράσινα τιμολόγια συγκέντρωναν το 53,73% της οικιακής αγοράς, τον Ιούνιο το 53,17% και τον Ιούλιο το ποσοστό περιορίστηκε περαιτέρω στο 52,54%.

Μόνο μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου καταγράφηκαν 41.489 λιγότεροι οικιακοί μετρητές στα ειδικά τιμολόγια.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν την καθαρή μεταβολή των παροχών ανά κατηγορία και δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί από μόνα τους σε ποια συγκεκριμένα προγράμματα μετακινήθηκε κάθε καταναλωτής.

Ανοδική ήταν συνολικά η πορεία των μπλε σταθερών τιμολογίων από την αρχή του έτους. Τον Ιανουάριο αριθμούσαν 1.695.697 οικιακούς μετρητές, ενώ τον Ιούλιο είχαν φτάσει τους 1.865.831, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 170.134.

Το μερίδιό τους ενισχύθηκε από 28,57% σε 31,44%, αποτυπώνοντας την αυξημένη παρουσία προγραμμάτων στα οποία η τιμή της κιλοβατώρας παραμένει σταθερή για συγκεκριμένη συμβατική περίοδο.

Ωστόσο, μετά την άνοδο των πρώτων μηνών, καταγράφηκε μικρή υποχώρηση. Τον Μάιο οι παροχές στα σταθερά τιμολόγια είχαν φτάσει τις 1.890.500, τον Ιούνιο μειώθηκαν στις 1.879.013 και τον Ιούλιο στις 1.865.831.

Ιδιαίτερη δυναμική παρουσίασαν τα κίτρινα κυμαινόμενα τιμολόγια, τα οποία συγκέντρωσαν 951.178 οικιακούς μετρητές τον Ιούλιο, έναντι 839.703 τον Ιανουάριο.

Η αύξηση των 111.475 μετρητών ανέβασε το μερίδιό τους από 14,15% σε 16,03%. Μάλιστα, μόνο τον τελευταίο μήνα της καταγραφής προστέθηκαν 47.310 μετρητές στην κατηγορία αυτή.

Η ενίσχυση των κυμαινόμενων προγραμμάτων δεν αποτελεί εγγύηση χαμηλότερου λογαριασμού. Η τελική επιβάρυνση εξαρτάται από τον τρόπο υπολογισμού της χρέωσης, τις τιμές της αγοράς και τους επιμέρους συμβατικούς όρους κάθε προμηθευτή.

Αλλαγές και στα επαγγελματικά τιμολόγια – Η ΔΕΗ διατηρεί μερίδιο 71,27%

Η ανακατανομή των μετρητών καταγράφεται και στην επαγγελματική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, όπου τα ειδικά πράσινα προγράμματα παρουσιάζουν αντίστοιχη μείωση.

Οι επαγγελματικές παροχές στα πράσινα τιμολόγια υποχώρησαν από 951.561 τον Ιανουάριο σε 912.808 τον Ιούλιο, με το μερίδιό τους να μειώνεται από 58,81% σε 56,15%.

Αντίθετα, οι επαγγελματικοί μετρητές σε κυμαινόμενα προγράμματα αυξήθηκαν από 274.732 σε 306.742, με το αντίστοιχο μερίδιο να φτάνει το 18,87%.

Τα σταθερά τιμολόγια συγκέντρωναν τον Ιούλιο 405.962 επαγγελματικές παροχές, που αντιστοιχούσαν στο 24,97% της συγκεκριμένης αγοράς.

Από τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν κυμαινόμενα προγράμματα, το 54,57% έχει επιλέξει συμβάσεις στις οποίες η τιμή της κιλοβατώρας ανακοινώνεται στην αρχή του μήνα κατανάλωσης.

Το υπόλοιπο 45,43% βρίσκεται σε προγράμματα όπου η τελική χρέωση προσδιορίζεται μετά τη λήξη του μήνα, ανάλογα με τη διαμόρφωση της αγοράς.

Παράλληλα, η έκθεση της ΡΑΑΕΥ επιβεβαιώνει ότι η ΔΕΗ εξακολουθεί να κατέχει δεσπόζουσα θέση ως προς τον αριθμό εκπροσωπούμενων μετρητών στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Στο τέλος Ιουλίου, η επιχείρηση εκπροσωπούσε 5.485.953 μετρητές, με μερίδιο 71,27% επί του συνόλου της αγοράς.

Στη δεύτερη θέση βρισκόταν η Protergia, με 636.782 μετρητές και ποσοστό 8,27%. Ακολουθούσαν ο ΗΡΩΝ με 4,70%, η ΖeniΘ με 4,65% και η Enerwave με 4,33%.

Συνολικά, στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δραστηριοποιούνταν 23 προμηθευτές, αριθμός στον οποίο περιλαμβάνονται και πέντε προμηθευτές Καθολικής Υπηρεσίας.

Η ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση της αγοράς σε έναν πάροχο αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την αξιολόγηση του ανταγωνισμού, αν και το μερίδιο μετρητών δεν αποτυπώνει από μόνο του το σύνολο των συνθηκών ανταγωνισμού ή τη διαμόρφωση των τελικών τιμών.

Με τη χονδρεμπορική τιμή να διαμορφώνεται στα 218,04 ευρώ/MWh, η προσοχή στρέφεται πλέον στις χρεώσεις των επόμενων μηνών και στον βαθμό που ενδεχόμενη διατήρηση των υψηλών τιμών θα μεταφερθεί στη λιανική.

Για τους καταναλωτές, το βασικό ζήτημα παραμένει η επιλογή προγράμματος που ανταποκρίνεται στο πραγματικό προφίλ κατανάλωσής τους. Η σύγκριση πρέπει να περιλαμβάνει τη χρέωση ενέργειας, το πάγιο, τη διάρκεια της σύμβασης και τυχόν ρήτρες πρόωρης αποχώρησης.

Η νέα άνοδος στη χονδρική αγορά επαναφέρει την ανάγκη για διαφανείς χρεώσεις και αποτελεσματική προστασία των νοικοκυριών από τις έντονες διακυμάνσεις του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ δείχνουν ότι οι επιλογές των καταναλωτών ήδη μεταβάλλονται, την ώρα που η αβεβαιότητα για την πορεία των τιμών παραμένει σημαντική.