Συνταγματική αναθεώρηση σε κλίμα σύγκρουσης: Η ΝΔ ζητά συναίνεση, η αντιπολίτευση μιλά για εργαλειοποίηση

Με έντονο πολιτικό φορτίο και με την αντιπολίτευση να αρνείται προκαταβολικά τη συναίνεση, άνοιξε στη Βουλή η διαδικασία για τη συνταγματική αναθεώρηση. Ο πρόεδρος του Σώματος, Νικήτας Κακλαμάνης, ανακοίνωσε τη συγκρότηση της προβλεπόμενης Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία θα αριθμεί 42 μέλη και θα λειτουργήσει με διακομματικό προεδρείο, σε ένα πλαίσιο που από την πρώτη στιγμή προσλαμβάνει χαρακτήρα σκληρής θεσμικής και πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η κυβερνητική πλειοψηφία επιχειρεί να εμφανίσει τη διαδικασία ως αναγκαία θεσμική προσαρμογή στις σύγχρονες ανάγκες της χώρας. Η επιλογή του χρόνου, η ταχύτητα με την οποία προωθείται η διαδικασία και το περιεχόμενο των προτεινόμενων αλλαγών έχουν ήδη προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις. Η αντιπολίτευση καταλογίζει στη Νέα Δημοκρατία ότι μετατρέπει τον Καταστατικό Χάρτη της χώρας σε εργαλείο πολιτικού σχεδιασμού, σε μια περίοδο κατά την οποία το πολιτικό σκηνικό αναδιαμορφώνεται και τα σενάρια πρόωρης προσφυγής στις κάλπες παραμένουν ενεργά στο δημόσιο παρασκήνιο.

Η Ολομέλεια καλείται να εγκρίνει τη δίμηνη προθεσμία που προτείνεται για την ολοκλήρωση του έργου της Επιτροπής και την υποβολή της έκθεσής της. Μετά την κατάθεση της έκθεσης προβλέπεται να ακολουθήσει η πρώτη ψηφοφορία επί των αναθεωρητέων διατάξεων και, εντός μηνός, η δεύτερη ψηφοφορία. Το σφιχτό αυτό χρονοδιάγραμμα ενισχύει την πολιτική ένταση, καθώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης θεωρούν ότι η κυβέρνηση δεν επιδιώκει ουσιαστικό διάλογο, αλλά γρήγορη θεσμική κατοχύρωση των επιλογών της.

Η γραμμή της ΝΔ και η άρνηση συναίνεσης

Από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, η Ντόρα Μπακογιάννη υποστήριξε ότι η διαδικασία της αναθεώρησης απαιτεί ουσιαστική συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων. Απευθυνόμενη στην αντιπολίτευση, ανέφερε ότι ο ελληνικός λαός ζητά συνεισφορά και συγκεκριμένες θέσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση, απορρίπτοντας τη λογική της συνολικής άρνησης. Η βουλευτής της ΝΔ παρουσίασε την κυβερνητική πρόταση ως προσπάθεια διόρθωσης θεσμικών εκκρεμοτήτων του παρελθόντος και προετοιμασίας της χώρας για τις προκλήσεις του μέλλοντος.

Στο κέντρο των κυβερνητικών προτάσεων βρίσκονται η αλλαγή του πλαισίου για την ποινική ευθύνη υπουργών, η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, η καθολική αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, η προσιτή στέγη και οι αρχές που θα διέπουν την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης. Η κυβερνητική επιχειρηματολογία επιχειρεί να ενδύσει τις παρεμβάσεις με τον μανδύα του εκσυγχρονισμού. Το πολιτικό πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει η εμπιστοσύνη. Η αναθεώρηση του Συντάγματος απαιτεί αυξημένες θεσμικές εγγυήσεις και όχι απλή επίκληση καλών προθέσεων από την εκάστοτε πλειοψηφία.

Η κ. Μπακογιάννη απέρριψε την κριτική ότι η συζήτηση διεξάγεται σε περίοδο θέρους, σημειώνοντας ότι η Βουλή συνεδριάζει και το καλοκαίρι. Παράλληλα υποστήριξε ότι, με βάση τη θεσμική πρακτική, η προτείνουσα Βουλή κινεί τη διαδικασία κατά τον τελευταίο χρόνο της θητείας της. Επιχείρησε επίσης να απαντήσει στο επιχείρημα περί «λευκής επιταγής» προς την επόμενη Βουλή, τονίζοντας ότι η ΝΔ έχει αποκλείσει κάθε κυβερνητική συνεργασία με κόμματα που χαρακτηρίζει ακραία ή αντισυστημικά.

Η ίδια έθεσε το ζήτημα της επόμενης κοινοβουλευτικής σύνθεσης, εκτιμώντας ότι ενδέχεται να είναι πιο δυσλειτουργική και με ενισχυμένη παρουσία αντισυστημικών κομμάτων. Με αυτό το επιχείρημα κάλεσε τις θεσμικές πολιτικές δυνάμεις να σταθμίσουν εάν είναι προτιμότερο να αναζητηθούν οι 180 θετικές ψήφοι στην παρούσα Βουλή ή στην επόμενη. Η τοποθέτηση αυτή, ουσιαστικά, αποτυπώνει και τη βαθύτερη πολιτική στρατηγική της πλειοψηφίας: να διαμορφώσει τώρα τους όρους της αναθεωρητικής διαδικασίας, πριν η επόμενη κάλπη μεταβάλει τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Θοδωρής Ρουσόπουλος υπογράμμισε ότι η αναθεώρηση πρέπει να υπηρετήσει ισχυρότερους θεσμούς, σύγχρονα δικαιώματα και βαθύτερη εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία. Επέμεινε ότι το Σύνταγμα χρειάζεται προσαρμογή στις τεχνολογικές και γεωπολιτικές αλλαγές, διατυπώνοντας την ανάγκη για ισορροπία ανάμεσα στην αποτελεσματική διακυβέρνηση και τη λογοδοσία της εξουσίας. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο άρθρο 86 περί ποινικής ευθύνης υπουργών, όπου αναγνώρισε την ανάγκη λογοδοσίας, θέτοντας παράλληλα ζήτημα προστασίας της πολιτικής λειτουργίας από την ποινικοποίηση κυβερνητικών επιλογών.

Η αναφορά στο άρθρο 86 αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους πυρήνες της σύγκρουσης. Για την κυβέρνηση, η αλλαγή του άρθρου παρουσιάζεται ως θεσμική διόρθωση. Για μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης, η όποια μερική τροποποίηση δεν αρκεί, καθώς το υφιστάμενο σύστημα έχει ταυτιστεί στη δημόσια συνείδηση με την πολιτική ατιμωρησία και τη δυσκολία ουσιαστικού ελέγχου υπουργικών ευθυνών. Το ερώτημα που τίθεται πολιτικά είναι εάν η αναθεώρηση θα αποκαταστήσει τη λογοδοσία ή θα διατηρήσει, με νέα διατύπωση, τον πυρήνα της προστασίας της εξουσίας από τον δικαστικό έλεγχο.

Από την πλευρά του ΚΚΕ, ο Δημήτρης Κουτσούμπας εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στην κυβέρνηση, χαρακτηρίζοντας τη συνταγματική αναθεώρηση αντιδραστική και ξεκαθαρίζοντας ότι το κόμμα του δεν θα στηρίξει καμία πρόταση που κινείται σε αυτή την κατεύθυνση. Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι επισπεύδει τη διαδικασία και συνέδεσε την ταχύτητα των κινήσεων με πιθανούς εκλογικούς σχεδιασμούς. Μίλησε για αποπροσανατολιστική συζήτηση σε μια περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα με την κριτική του, η χώρα εμπλέκεται σε επικίνδυνες επιλογές και ο λαός δέχεται ψευδή διλήμματα από την κυβέρνηση και τη «βολική αντιπολίτευση».

Ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ επιτέθηκε και σε πολιτικές δυνάμεις ή πρόσωπα που εμφανίζονται ως νέα και άφθαρτα, υποστηρίζοντας ότι παρουσιάζουν την «ευρωπαϊκή κανονικότητα» ως δήθεν ασπίδα απέναντι στη διαφθορά. Η τοποθέτησή του κινήθηκε στη γνωστή γραμμή του κόμματος, σύμφωνα με την οποία η συνταγματική συζήτηση αξιοποιείται για να συγκαλυφθούν βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις, ενώ οι προτεινόμενες αλλαγές υπηρετούν το ίδιο σύστημα εξουσίας που παράγει ανισότητες.

Ακόμη πιο θεσμικά φορτισμένη ήταν η παρέμβαση του Θόδωρου Ξανθόπουλου από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ο οποίος δήλωσε κατηγορηματικά ότι το κόμμα του δεν παρέχει συναίνεση στην πρόταση της ΝΔ. «Δεν σας εμπιστευόμαστε», ήταν το πολιτικό μήνυμα που μετέφερε, περιγράφοντας την παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ στην Επιτροπή ως κριτική και επικριτική, με στόχο την ανάδειξη μιας διαφορετικής συνταγματικής πρότασης. Ο κ. Ξανθόπουλος έθεσε ως πρώτο ζήτημα την ίδια την τήρηση του Συντάγματος, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση έχει καταπατήσει κρίσιμες συνταγματικές εγγυήσεις.

Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε στις ανεξάρτητες αρχές, στις υποκλοπές, στην παρακολούθηση πολιτικών, στρατιωτικών, δημοσιογράφων και παραγόντων της δημόσιας ζωής, καθώς και στο άρθρο 16 για την ανώτατη εκπαίδευση. Η βασική αιχμή της τοποθέτησής του ήταν ότι μια κυβέρνηση που κατηγορείται για υπονόμευση θεσμικών εγγυήσεων δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ουδέτερος θεματοφύλακας της συνταγματικής αναθεώρησης. Καταλόγισε στην πλειοψηφία κομματική ιδιοτέλεια, επικοινωνιακή διαχείριση και εργαλειοποίηση μιας κορυφαίας θεσμικής διαδικασίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει στο επίκεντρο της δικής του πρότασης τον κοινωνικό χαρακτήρα του Συντάγματος, τα κοινωνικά δικαιώματα, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, το περιβάλλον, τον δημόσιο τομέα και τις νέες προκλήσεις του 21ου αιώνα. Ζητά τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης, την ενίσχυση του θεσμικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, την ουσιαστική κατάργηση των προνομίων της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας στο άρθρο 86 και διαφορετικό τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης μέσω εκλεκτορικού σώματος.

Ιδιαίτερη πολιτική φόρτιση προκάλεσε και η αναφορά στην έννοια της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Η κυβερνητική πλευρά μιλά για επαναπροσδιορισμό της μονιμότητας μέσω της αξιολόγησης. Η αντιπολίτευση βλέπει σε αυτή τη διατύπωση προαναγγελία αποδυνάμωσης μιας βασικής συνταγματικής εγγύησης του δημοσίου συμφέροντος. Το θέμα αποκτά βαρύτητα, επειδή συνδέεται ευθέως με τη λειτουργία του κράτους, την ανεξαρτησία της διοίκησης από κομματικές πιέσεις και την ασφάλεια των δημοσίων λειτουργών απέναντι στην εκάστοτε πολιτική εξουσία.

Από την Πλεύση Ελευθερίας, ο Αλέξανδρος Καζαμίας κατηγόρησε τη Νέα Δημοκρατία ότι χρησιμοποιεί τη συνταγματική αναθεώρηση ως τακτική μετατόπισης της δημόσιας προσοχής από τα σκάνδαλα διαφθοράς της κυβέρνησης. Σύμφωνα με την τοποθέτησή του, η κυβέρνηση επιχειρεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το βασικό πρόβλημα της χώρας είναι η ανάγκη προσαρμογής του Συντάγματος στις συνθήκες του 2026, ενώ το πραγματικό ζήτημα εντοπίζεται στην απονομιμοποίηση της κυβερνητικής διαχείρισης και στο σύστημα εξουσίας που, κατά την κριτική της Πλεύσης, έχει εγκαθιδρυθεί.

Η Πλεύση Ελευθερίας δηλώνει ότι θα καταψηφίσει την πρόταση της ΝΔ, διατηρώντας παράλληλα ενεργή παρουσία στην Επιτροπή. Στόχος της, όπως διατυπώθηκε, είναι να αναδείξει την κυβερνητική υποκρισία και να προωθήσει ριζικές αλλαγές, ιδίως στο άρθρο 86. Η θέση της Πλεύσης είναι ότι το άρθρο για την ευθύνη υπουργών πρέπει να καταργηθεί ολοσχερώς και να μην περιοριστεί σε μια διορθωτική παρέμβαση που θα αφήνει άθικτο τον πυρήνα της προστασίας πολιτικών προσώπων.

Η σύνθεση της Επιτροπής και το χρονοδιάγραμμα

Η πρόταση που εισηγείται ο Νικήτας Κακλαμάνης προβλέπει Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος με 42 μέλη και διακομματικό προεδρείο. Η πλειοψηφία προτείνει για πρόεδρο τον Μάκη Βορίδη και για εισηγητή τον Ευριπίδη Στυλιανίδη. Η επιλογή των προσώπων έχει τη δική της πολιτική σημασία, καθώς η ΝΔ επιλέγει στελέχη με σαφές ιδεολογικό και θεσμικό αποτύπωμα, σε μια διαδικασία που η κυβέρνηση παρουσιάζει ως ευρεία εθνική θεσμική άσκηση.

Από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας στην Επιτροπή μετέχουν οι Χαράλαμπος Αθανασίου, Γεώργιος Βλάχος, Μάκης Βορίδης, Δημήτριος Καιρίδης, Παναγής Καππάτος, Θεόδωρος Καράογλου, Ιωάννης Κεφαλογιάννης, Ελευθέριος Κτιστάκης, Ευστάθιος Κωνσταντινίδης, Γεώργιος Κωτσός, Ζέττα Μακρή, Άννα Μάνη-Παπαδημητρίου, Νότης Μηταράκης, Ντόρα Μπακογιάννη, Ανδρέας Νικολακόπουλος, Γιάννης Οικονόμου, Νικόλαος Παναγιωτόπουλος, Ζωή Ράπτη, Θόδωρος Ρουσόπουλος, Θεόδωρος Σκυλακάκης, Ευριπίδης Στυλιανίδης, Άγγελος Συρίγος και Μάξιμος Χαρακόπουλος.

Από το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής συμμετέχουν οι Νάντια Γιαννακοπούλου, Παναγιώτης Δουδωνής, Ευαγγελία Λιακούλη, Δημήτριος Μάντζος και Γεώργιος Νικητιάδης. Από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ συμμετέχουν οι Γεώργιος Γαβρήλος, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, Γεώργιος Παπαηλιού και Γεώργιος Ψυχογιός. Από το ΚΚΕ έχουν οριστεί οι Ιωάννης Γκιόκας, Ιωάννης Δελής και Μαρία Κομνηνάκα.

Από την Ελληνική Λύση μετέχουν οι Στυλιανός Φωτόπουλος και Κωνσταντίνος Χήτας. Από το Δημοκρατικό Πατριωτικό Κίνημα «ΝΙΚΗ» συμμετέχει ο Γεώργιος Ρούντας. Από την Πλεύση Ελευθερίας συμμετέχει η Ζωή Κωνσταντοπούλου, ενώ από τους ανεξάρτητους βουλευτές μετέχουν ο Νάσος Ηλιόπουλος, η Ελένη Καραγεωργοπούλου και η Θεοδώρα Τζάκρη.

Η διαδικασία ξεκινά σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβερνητική πλειοψηφία επιδιώκει να διαμορφώσει την ατζέντα της επόμενης πολιτικής φάσης. Η απουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από τη συζήτηση στην Ολομέλεια δεν αφαιρεί το πολιτικό βάρος της παρέμβασής του, καθώς στην πρόσφατη ανάρτησή του υποστήριξε ότι οι προτεινόμενες αλλαγές μπορεί να θεωρούνται τολμηρές, τις χαρακτήρισε όμως αναγκαίες για μια χώρα που θέλει να κινηθεί με αυτοπεποίθηση στο μέλλον. Η κυβερνητική αφήγηση επιμένει ότι ο ορίζοντας των αλλαγών είναι η επόμενη δεκαετία και όχι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Η αντιπολίτευση, από την πλευρά της, διαβάζει αλλιώς τη συγκυρία. Η ταχύτητα των διαδικασιών, η επιλογή επίμαχων θεμάτων και η επιμονή της ΝΔ να ανοίξει τη συνταγματική συζήτηση σε περιβάλλον ευρύτερης πολιτικής πίεσης τροφοδοτούν την κατηγορία ότι το Σύνταγμα χρησιμοποιείται ως πεδίο πολιτικής αναδιάταξης. Η κυβέρνηση ζητά συναίνεση πάνω σε προτάσεις που ακουμπούν τον σκληρό πυρήνα του πολιτεύματος. Η αντιπολίτευση απαντά ότι συναίνεση χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς χρόνο και χωρίς καθαρή θεσμική πρόθεση μετατρέπεται σε επικύρωση κυβερνητικού σχεδιασμού.

Το διακύβευμα υπερβαίνει την τεχνική επεξεργασία συνταγματικών άρθρων. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική δημοκρατία αντιλαμβάνεται τη λογοδοσία, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη σχέση δημόσιου και ιδιωτικού στην εκπαίδευση, τη θέση των δημοσίων υπαλλήλων, την κοινωνική προστασία και τη θωράκιση των πολιτών απέναντι σε μια εκτελεστική εξουσία που διεκδικεί μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνταγματική αναθεώρηση μετατρέπεται σε καθρέφτη της βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κυβέρνηση, τα κόμματα και την κοινωνία.

Η Βουλή εισέρχεται έτσι σε μια από τις κορυφαίες θεσμικές διαδικασίες με φορτισμένο πολιτικό υπόβαθρο και περιορισμένο χρόνο ουσιαστικής διαβούλευσης. Η κυβέρνηση οφείλει να αποδείξει ότι η αναθεώρηση δεν υπηρετεί συγκυριακές ανάγκες εξουσίας. Η αντιπολίτευση οφείλει να μετατρέψει την άρνηση συναίνεσης σε συγκεκριμένη θεσμική πρόταση. Το Σύνταγμα, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως επικοινωνιακό εργαλείο. Αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου κρίνεται η ποιότητα της δημοκρατίας, η έκταση της λογοδοσίας και τα όρια της πολιτικής ισχύος.