Συντάξεις: Στο Ελεγκτικό Συνέδριο ο υπολογισμός της ΕΑΣ και τα αναδρομικά
Μικρότερες κρατήσεις από την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων ενδέχεται να προκύψουν για περίπου 450.000 συνταξιούχους, εφόσον αλλάξει ο τρόπος υπολογισμού της. Η υπόθεση συζητήθηκε στις 4 Νοεμβρίου στη μείζονα Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την απόφαση να αναμένεται τους πρώτους μήνες του 2027.
Κατά τη διαδικασία, ο Γενικός Επίτροπος Επικρατείας, Γεώργιος Βοΐλης, εισηγήθηκε αναμόρφωση της παρακράτησης. Η πρόταση προβλέπει επιβολή της εισφοράς στο τμήμα της σύνταξης που ξεπερνά το όριο απαλλαγής, αντί της εφαρμογής του συντελεστή στο συνολικό ποσό.
Η εισήγηση θέτει υπό εξέταση μια επιβάρυνση που περιορίζει κάθε μήνα το καθαρό εισόδημα συνταξιούχων με υψηλότερες κύριες συντάξεις. Η τελική έκβαση παραμένει ανοιχτή, καθώς το Δημόσιο υπερασπίστηκε στο δικαστήριο τη συνταγματικότητα του υφιστάμενου καθεστώτος.
Εάν η Ολομέλεια υιοθετήσει την προτεινόμενη κατεύθυνση και ακολουθήσουν οι αναγκαίες νομοθετικές παρεμβάσεις, θα μπορούσε να προκύψει ουσιαστική μείωση των μηνιαίων κρατήσεων. Παράλληλα, εξετάζεται το ζήτημα πιθανών αναδρομικών επιστροφών, με διαφορετικές προϋποθέσεις από εκείνες που θα διέπουν τις μελλοντικές παρακρατήσεις.
Η προτεινόμενη αλλαγή και η πιθανή μείωση της ΕΑΣ
Με βάση το καθεστώς που περιγράφεται, η ΕΑΣ για το 2026 αφορά κύριες συντάξεις άνω των 1.468,01 ευρώ. Τα ποσοστά παρακράτησης κυμαίνονται από 3% έως 14%, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης.
Το επίδικο ζήτημα είναι η βάση επί της οποίας εφαρμόζονται οι συντελεστές. Σήμερα, όταν ξεπερνιέται το σχετικό όριο, η εισφορά υπολογίζεται στο σύνολο της σύνταξης. Η εισήγηση προτείνει να εξαιρείται το ποσό μέχρι το όριο απαλλαγής και η επιβάρυνση να αφορά προοδευτικά τα υπερβάλλοντα κλιμάκια.
Στη συγκεκριμένη προσέγγιση, τα πρώτα 1.468,01 ευρώ θα παραμένουν εκτός εισφοράς. Οι συντελεστές θα εφαρμόζονται στα υψηλότερα τμήματα της σύνταξης, σύμφωνα με τη μέθοδο που ενδεχομένως θα καθοριστεί.
Το σκεπτικό της πρότασης συνδέεται με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας. Κατά την εισήγηση, η επιβολή του ποσοστού στο συνολικό ποσό μπορεί να οδηγεί σε δυσανάλογη επιβάρυνση.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα συνταξιούχου με κύρια σύνταξη 2.200 ευρώ. Με συντελεστή 7%, η μηνιαία παρακράτηση διαμορφώνεται σε 154 ευρώ.
Εφόσον υιοθετηθεί η απαλλαγή του αρχικού τμήματος και η εισφορά περιοριστεί στο υπερβάλλον ποσό, η κράτηση θα μπορούσε να μειωθεί αισθητά. Δεν υπάρχει ακόμη οριστικός υπολογισμός της ελάφρυνσης, καθώς εκκρεμεί η δικαστική κρίση και ο ακριβής μηχανισμός εφαρμογής.
Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τη διαμόρφωση των κλιμακίων, τους συντελεστές και τις διατάξεις που ενδεχομένως θα ακολουθήσουν. Συνεπώς, το συγκεκριμένο παράδειγμα αποτυπώνει τη σημερινή επιβάρυνση και τη δυνατότητα περιορισμού της, χωρίς να προσδιορίζει ένα κατοχυρωμένο νέο ποσό.
Αντίστοιχη προοπτική ελάφρυνσης υπάρχει για υψηλότερες συντάξεις, στις οποίες εφαρμόζονται μεγαλύτερα ποσοστά εισφοράς. Οι εκτιμήσεις για περίπου 450.000 ενδιαφερόμενους περιλαμβάνουν συνταξιούχους του Δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα.
Η έκταση εφαρμογής οποιασδήποτε αλλαγής θα εξαρτηθεί από το περιεχόμενο της απόφασης και το νομοθετικό πλαίσιο που θα διαμορφωθεί. Η εκτίμηση του αριθμού των ενδιαφερομένων δεν ισοδυναμεί με ήδη θεμελιωμένο δικαίωμα μείωσης για όλους.
Οι εκπρόσωποι του Δημοσίου υποστήριξαν ότι η σημερινή ρύθμιση υπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και ζήτησαν να διατηρηθεί ως συνταγματικά συμβατή. Η θέση αυτή επιβεβαιώνει ότι η αναμόρφωση της ΕΑΣ εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διαφωνίας.
Τα αναδρομικά, οι προσφυγές και η απόφαση του 2027
Ξεχωριστό σκέλος αποτελεί η τύχη των ποσών που έχουν ήδη παρακρατηθεί. Μια ευνοϊκή κρίση για τον τρόπο υπολογισμού θα μπορούσε να δημιουργήσει βάση αναδρομικών αξιώσεων, χωρίς να συνεπάγεται αυτοδίκαιη επιστροφή χρημάτων σε κάθε συνταξιούχο.
Ο Γενικός Επίτροπος πρότεινε η αναδρομικότητα να περιοριστεί σε όσους έχουν ήδη προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Η εισήγηση συνδέει τον περιορισμό αυτό με την ανάγκη να συγκρατηθεί η οικονομική επιβάρυνση που θα προκαλούσε μια γενικευμένη επιστροφή κρατήσεων.
Η διάκριση ανάμεσα στη μελλοντική ελάφρυνση και στις αναδρομικές απαιτήσεις είναι καθοριστική. Ακόμη και αν αλλάξει ο υπολογισμός για το επόμενο διάστημα, οι επιστροφές προηγούμενων ετών μπορεί να υπαχθούν σε ειδικότερους όρους και χρονικούς περιορισμούς.
Σε κάθε περίπτωση, η τοποθέτηση του Γενικού Επιτρόπου αποτελεί εισήγηση και όχι απόφαση της Ολομέλειας. Το δικαστήριο μπορεί να καθορίσει διαφορετικά την έκταση της αναδρομικότητας, τις κατηγορίες που καλύπτονται και τον χρόνο από τον οποίο θα παράγονται αποτελέσματα.
Στις πιθανές διεκδικήσεις υπεισέρχεται και το ζήτημα της παραγραφής. Η δυνατότητα αναζήτησης παλαιότερων ποσών συναρτάται με το ασφαλιστικό καθεστώς, τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης και τον χρόνο άσκησης των σχετικών ένδικων μέσων.
Η απόφαση που αναμένεται στις αρχές του 2027 θα αποσαφηνίσει την κατεύθυνση για το μέλλον της εισφοράς. Στο πεδίο της κρίσης βρίσκεται η διατήρηση του σημερινού τρόπου παρακράτησης ή η μετάβαση σε προοδευτική επιβάρυνση αποκλειστικά πάνω από το όριο απαλλαγής.
Για τους συνταξιούχους που επιβαρύνονται με ΕΑΣ, μια μείωση θα μπορούσε να ενισχύσει το καθαρό μηνιαίο ποσό της σύνταξης, πέρα από την επίδραση των γενικών αυξήσεων του 2027.
Μέχρι την έκδοση της απόφασης, οι μικρότερες κρατήσεις και οι επιστροφές παραμένουν ενδεχόμενα υπό δικαστική εξέταση. Το περιεχόμενο της κρίσης θα καθορίσει τόσο την πιθανή οικονομική ελάφρυνση όσο και τις προϋποθέσεις αναδρομικών διεκδικήσεων.
Πιο Δημοφιλή