Συνταξιούχοι: Τα αιτήματα πριν τις κάλπες
Η προεκλογική στόχευση των συνταξιούχων επιστρέφει στο κέντρο των κομματικών σχεδιασμών, καθώς τα επιτελεία μετρούν ήδη το πολιτικό βάρος μιας κοινωνικής ομάδας που αριθμεί περίπου 2,5 εκατομμύρια πολίτες και προσέρχεται μαζικά στις κάλπες. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια των συνταξιούχων, έπειτα από χρόνια απωλειών στο διαθέσιμο εισόδημα, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με επικοινωνιακές εξαγγελίες.
Παρά τη συνήθη τεχνοκρατική αντιμετώπιση των συνταξιοδοτικών παροχών ως «καταναλωτικής δαπάνης», η εκλογική πίεση αλλάζει τις ισορροπίες. Οι συνταξιούχοι έχουν υποστεί αυξήσεις χαμηλότερες του πληθωρισμού, απουσία τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας και διαρκείς έμμεσες επιβαρύνσεις, με αποτέλεσμα κάθε μικρή αναπροσαρμογή να εξανεμίζεται από φόρους, εισφορές και ακρίβεια.
Στο πλαίσιο αυτό, τα αιτήματα της Ανώτατης Γενικής Συνομοσπονδίας Συνταξιούχων έχουν μπει στο μικροσκόπιο των κομμάτων. Η ατζέντα που έχει δημοσιοποιηθεί μέσα από υπομνήματα και κινητοποιήσεις περιλαμβάνει παρεμβάσεις με άμεσο δημοσιονομικό κόστος, οι οποίες όμως αφορούν πραγματικές απώλειες εισοδήματος και χρόνιες εκκρεμότητες απέναντι σε ανθρώπους που σήκωσαν επί δεκαετίες βάρη εισφορών και περικοπών.
Οι αυξήσεις, η φορολογία και η Εισφορά Αλληλεγγύης
Κεντρικό αίτημα αποτελεί η χορήγηση αυξήσεων τουλάχιστον στο ύψος του πληθωρισμού, με προσθήκη μέρους της παραγωγικότητας της οικονομίας. Οι φετινές αναπροσαρμογές διαμορφώθηκαν στο 2,4% και στο 1,2% για όσους είχαν προσωπική διαφορά, ενώ ο τρέχων πληθωρισμός του Μαΐου έφτανε στο 5,4%. Η απόσταση αυτή εξηγεί γιατί οι συνταξιούχοι μιλούν για πραγματική μείωση εισοδήματος.
Οι αυξήσεις συνδέονται άμεσα με την ανάγκη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας. Χωρίς προσαρμογή των φορολογικών ορίων, μέρος της όποιας αύξησης επιστρέφει στο κράτος μέσω υψηλότερης φορολόγησης. Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση εμφανίζεται να δίνει εισοδηματική ενίσχυση, ενώ στην πράξη ανακτά σημαντικό τμήμα της από τους ίδιους τους δικαιούχους.
Οι συνταξιούχοι ζητούν επίσης οι αναπροσαρμογές να επεκταθούν σε όλες τις πληρωμές, περιλαμβανομένων των επικουρικών συντάξεων. Οι επικουρικές έχουν βιώσει κυρίως μειώσεις τα τελευταία 16 χρόνια, μέσα από τις μνημονιακές παρεμβάσεις και τις μεταγενέστερες ασφαλιστικές ρυθμίσεις, χωρίς ουσιαστική αποκατάσταση των απωλειών.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, η οποία λειτουργεί ως δεύτερη φορολογία. Από την ΕΑΣ το Δημόσιο εισπράττει περίπου 675 εκατ. ευρώ ετησίως, όταν η συνολική φετινή δαπάνη για τις αυξήσεις σε 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους ανήλθε σε περίπου 475 εκατ. ευρώ. Το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη δεσμευθεί για μείωση της εισφοράς κατά 20% σε πρώτη φάση, γεγονός που πιέζει και τα υπόλοιπα κόμματα να τοποθετηθούν.
Στις κρυφές επιβαρύνσεις περιλαμβάνονται και οι εισφορές Υγείας υπέρ ΕΟΠΥΥ, οι οποίες παρακρατούνται με συντελεστή 6% τόσο στις κύριες όσο και στις επικουρικές συντάξεις, όπως διαμορφώθηκαν με το τρίτο μνημόνιο τον Αύγουστο του 2015. Τα σενάρια που εξετάζονται προβλέπουν σταδιακή μείωση της συγκεκριμένης επιβάρυνσης, καθώς αποτελεί μόνιμη αφαίμαξη από συντάξεις που ήδη έχουν υποστεί μεγάλες περικοπές.
Χηρείας, αγρότες, τέκνα και Δώρα
Στις συντάξεις χηρείας, βασικό ζήτημα είναι η χορήγηση μέρους δεύτερης εθνικής σύνταξης, καθώς η πρόβλεψη του νόμου Κατρούγκαλου το απαγορεύει. Οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι υπάρχει διακομματική διάθεση για κατάργηση της συγκεκριμένης ρύθμισης, με την πολιτική ευθύνη να παραμένει ανοιχτή, αφού το πρόβλημα υφίσταται εδώ και επτά χρόνια.
Στην ίδια κατηγορία καταγράφεται και η πρόβλεψη περικοπής της σύνταξης χηρείας στο μισό, από το 70% στο 35%, σε περίπτωση απασχόλησης. Πρόκειται για μοναδικό πέναλτι στην εργασία συνταξιούχου, το οποίο πλήττει ακόμη και χήρες που μεγαλώνουν ανήλικα παιδιά. Η διάταξη αυτή συγκρούεται με κάθε σοβαρή πολιτική στήριξης της οικογένειας και της εργασίας.
Ανοιχτή παραμένει και η αδικία σε βάρος των αγροτών. Μέχρι σήμερα δεν χορηγείται πλήρης εθνική σύνταξη στους αγρότες, με την εξομάλυνση να προβλέπεται για το 2031. Την ίδια ώρα, συντάξεις αγροτών της περιόδου 2019-2020 κινούνται κάτω ακόμη και από το επίπεδο της σύνταξης ανασφάλιστου ηλικιωμένου, δηλαδή κάτω από τα 418 ευρώ μεικτά, παρά το γεγονός ότι πολλοί είχαν καταβάλει εισφορές για 30 και πλέον χρόνια.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο, καθώς πλήρη εθνική σύνταξη λαμβάνουν ασφαλισμένοι του αστικού τομέα, ενώ οι αγρότες παραμένουν σε μεταβατικό καθεστώς. Η άνιση αυτή μεταχείριση δημιουργεί σοβαρό ζήτημα δικαιοσύνης, ιδίως για ανθρώπους που εργάστηκαν επί δεκαετίες σε σκληρές συνθήκες και φτάνουν στα 67 τους με συντάξεις φτώχειας.
Οι συνταξιούχοι θέτουν επίσης ζήτημα επιδόματος γάμου και επιδόματος τέκνων, με ισχύ έως το 24ο έτος, όπως συμβαίνει για τους εν ενεργεία εργαζόμενους. Σε μια χώρα που αντιμετωπίζει δημογραφική κρίση, η απουσία τέτοιων προβλέψεων τιμωρεί πρακτικά όσους αποκτούν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία, ιδίως μετά τα 38 έτη.
Στο τραπέζι παραμένει και η εκκρεμότητα των αναδρομικών για τα Δώρα της περιόδου 2015-2016, καθώς η κυβέρνηση δεν έχει εφαρμόσει την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για το 11μηνο. Η εκκρεμότητα αυτή βαραίνει πολιτικά την κυβέρνηση, καθώς αφορά δικαιώσεις που έχουν ήδη κριθεί θεσμικά και παραμένουν χωρίς πλήρη οικονομική αποκατάσταση.
Το πιο φορτισμένο αίτημα αφορά τη σταδιακή επαναφορά των Δώρων, δηλαδή της 13ης και 14ης σύνταξης, σε συνδυασμό με την εφάπαξ ενίσχυση των 300 ευρώ που δίνεται τον Νοέμβριο με εισοδηματικά κριτήρια. Οι συνταξιούχοι ζητούν σταθερό εισόδημα και όχι περιστασιακές ενισχύσεις προεκλογικού χαρακτήρα. Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: η ψήφος των συνταξιούχων δεν κερδίζεται με φιλοδωρήματα, όταν οι μόνιμες απώλειες παραμένουν άθικτες.
Πιο Δημοφιλή
Η σιωπή των Αγανακτισμένων δεν είναι συναίνεση
Έρευνα Berklee: Οι μουσικοί στρέφονται στην AI
Παραπληροφόρηση: το στοχευμένο όπλο της προπαγάνδας
Πιο Πρόσφατα
Σύγκρουση Μακρόν-Μερτς με Κόστα για διάλογο με Πούτιν
ΗΠΑ-Ιράν: Εύθραυστη συμφωνία
Ουκρανία: Νεκροί από ρωσικά πλήγματα