Σήμερα Γιορτάζουν:

ΥΠΑΠΑΝΤΗ

2 Φεβρουαρίου 2026

Συστημικός ανθελληνισμός και εθνική αποσύνθεση στη σύγχρονη Ελλάδα

Πριν από το 1821 οι Ρωμιοί ζούσαν μέσα σε έναν κατακερματισμένο κόσμο. Μοραΐτες και Ρουμελιώτες, Μακεδόνες και Βλάχοι, νησιώτες, καπεταναίοι, κλέφτες και αρματολοί, Αρβανίτες, αγρότες και κληρικοί. Κοινότητες κλειστές, με διακριτές ιεραρχίες, διαφορετικές αντιλήψεις και συγκρουόμενα συμφέροντα. Η συνύπαρξη δεν στηριζόταν σε κοινή ταυτότητα. Τη συγκρατούσε η παρουσία του ίδιου δυνάστη.

Το 1821 οι επιμέρους ομάδες συντάχθηκαν σε μια εύθραυστη συμμαχία. Η κινητήρια δύναμη ήταν η επιβίωση, ατομική και συλλογική. Από αυτή τη συνθήκη γεννήθηκε το ελληνικό κράτος, μέσα από τη σύγκρουσή του με το Ισλάμ. Πρόκειται για θεμελιώδες στοιχείο που αποσιωπάται συστηματικά. Η «Μεγάλη Ιδέα» και το βασίλειο του Όθωνα λειτούργησαν ως ενοποιητικά αφηγήματα. Το κράτος συγκροτήθηκε πριν διαμορφωθεί η κοινωνία. Το κενό παρέμεινε και απλώς καλύφθηκε με τον χρόνο.

Δύο αιώνες αργότερα η Ελλάδα επιστρέφει δομικά στην προεπαναστατική της μορφή. Οι σύγχρονες φυλές δεν ορίζονται από γεωγραφία ή όπλα. Συγκροτούνται μέσα από κόμματα, οικογενειακά δίκτυα, γραφειοκρατίες, επαγγελματικές συντεχνίες, πολιτικές ελίτ. Στον ρόλο των Φαναριωτών εμφανίζεται η φυλή των Βρυξελλών. Ο κοινωνικός ιστός διασπάται σε μικρές στρατηγικές επιβίωσης. Κάθε ομάδα κινείται αυτοτελώς, με όρους αντιπαράθεσης.

Ο δημόσιος χώρος χωρίζεται από τον ιδιωτικό. Ο προστατευμένος διαχωρίζεται από τον αναλώσιμο. Το ιστορικό άλμα προς τα πίσω αποκτά πραγματικό περιεχόμενο, καθώς απουσιάζει ο κοινός παρονομαστής. Πριν από το 1821 υπήρχε ο Οθωμανός ως ενοποιητικός αντίπαλος. Σήμερα δεν λειτουργεί αντίστοιχος εξωτερικός παράγοντας. Ο τουρκικός κίνδυνος υποβαθμίζεται στο δημόσιο πεδίο. Η πολιτική ενέργεια διοχετεύεται σε ξένα μέτωπα και συνθήματα. Στο εσωτερικό κυριαρχεί μια ιδεολογία διάλυσης.

Πρόκειται για έναν συστημικό ανθελληνισμό. Εδράζεται στην αντίληψη ότι ο ίδιος ο λαός αποτελεί το πρόβλημα. Η ιστορική συνέχεια αντιμετωπίζεται ως βάρος. Η έννοια του εντοπίου και του ανήκειν τοποθετείται στο πεδίο της καχυποψίας. Αυτή η στάση δεν περιορίζεται σε περιθώρια. Διατρέχει την πολιτική εξουσία, τη διοίκηση, την ακαδημαϊκή κοινότητα και τον πολιτισμό.

Αποτυπώνεται στην κανονικοποίηση της κοινωνικής αδικίας. Εκδηλώνεται στην απαξίωση της εργασίας και στην επιβράβευση της πρόσβασης. Ένας άνθρωπος με δεκαετίες προσφοράς θεωρείται δημοσιονομικό βάρος και οδηγείται σε σύνταξη πείνας. Η πολιτική τάξη κατοχυρώνει γενναιόδωρα προνόμια έπειτα από μια κοινοβουλευτική θητεία. Η εθνική ταυτότητα παρουσιάζεται ως στοιχείο προς περιορισμό στο όνομα μιας αόριστης προόδου. Η δήλωση αντινατιβισμού από τον ίδιο τον πρωθυπουργό συμπυκνώνει αυτή τη λογική.

Το αποτέλεσμα είναι ιστορικά γνωστό. Η απουσία εθνικής ταυτότητας οδηγεί σε συνολική αποτυχία. Η χώρα συνεχίζει να υπάρχει ως χώρος, ως αγορά, ως διοικητική οντότητα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συλλογική υπόσταση εξανεμίζεται. Η πολιτική μετατρέπεται σε τεχνική διαχείριση. Η δημοκρατία περιορίζεται στη φορολογική της διάσταση. Η Ελλάδα παύει να παράγει Ιστορία.

Το πιο επώδυνο συμπέρασμα αφορά το μέλλον. Οι φορείς της αλλαγής έχουν χαθεί. Η νεολαία μεταναστεύει. Η δημογραφική κατάρρευση συνδέεται με την απουσία οράματος. Η κοινωνική σύγκρουση δεν αποκτά πολιτική έκφραση. Αποσύρεται στο ιδιωτικό πεδίο μέσα από πλέγματα κοινών συμφερόντων. Όταν μια κοινωνία αδυνατεί να θυσιάσει κάτι για τη συλλογική της σωτηρία, έχει ήδη επιλέξει την ιστορική της έξοδο.

Η Ελλάδα προσομοιάζει σε χώρες που διαλύθηκαν αθόρυβα. Παρέμειναν παρούσες μετά το ιστορικό τους τέλος. Μια επικράτεια χωρίς κατακτητή και χωρίς κοινό σκοπό. Ένας χώρος χωρίς συλλογικό «εμείς». Η παρακμή ενσωματώνεται στην καθημερινότητα. Η χώρα δεν σβήνει με κραυγές. Σβήνει μέσα από τη διαχείριση. Πρόκειται για ένα τέλος σιωπηλό, βαθύ και οριστικό.