Το νέο κυβερνητικό σκάνδαλο που ξεσπά με αφορμή την εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης στην Κρήτη έχει αναστατώσει την ελληνική κοινωνία, η οποία παρακολουθεί αποσβολωμένη την πύκνωση των αποκαλύψεων από τα μέσα ενημέρωσης, εκεί όπου διαφαίνονται υπαινιγμοί εμπλοκής πολιτικών προσώπων και παραγόντων της Εκκλησίας.
Η δημόσια σφαίρα πλημμυρίζει από ερωτήματα για το πώς ένα πολυσχιδές δίκτυο παρανόμων δραστηριοτήτων μπόρεσε να ριζώσει και να εξαπλωθεί σε βάθος χρόνου, αξιοποιώντας προσβάσεις και σχέσεις που το διαχέουν στους αρμούς της κρατικής μηχανής. Δημοσιεύματα και ρεπορτάζ καταγράφουν ένα κλίμα βαριάς καχυποψίας, περιγράφοντας μια κοινωνία που νιώθει ότι οι θεσμοί λυγίζουν υπό το βάρος ενός μίγματος διαφθοράς, πελατειακών σχέσεων και συγκάλυψης.
Σε αυτό το πλαίσιο ο δημοσιογράφος Μανώλης Κοττάκης επισημαίνει ότι στα Χανιά η δράση της «μαφίας» και η βαθιά διείσδυσή της μέσα στο κράτος και στους θεσμούς –από τη Δικαιοσύνη και την Αστυνομία έως Ένοπλες Δυνάμεις, Λιμενικό, Εκκλησία, μέσα ενημέρωσης, τράπεζες, αυτοδιοίκηση και κορυφαία πολιτικά πρόσωπα– «δεν εξέπληξε κανέναν», δίνοντας το στίγμα μιας παθογένειας που, όπως υπονοείται, ήταν γνωστή αλλά ανεκτή.
Αντίστοιχα, το πολιτικό πόρταλ fantomas.gr περιγράφει έναν πολυετή κύκλο γνωριμιών των καθοδηγητών του κυκλώματος με πολιτικούς εντός και εκτός νησιού, αναφορές σε συναλλαγές με παράγοντες της τοπικής Εκκλησίας οι οποίοι, κατά το δημοσίευμα, είχαν ενταχθεί στη δομή την ώρα που ορισμένοι προβεβλημένοι πολιτικοί τους θεωρούσαν «πνευματικούς» τους, αλλά και ένα πλέγμα κρατικών λειτουργών πρόθυμων να διευκολύνουν «επενδύσεις» των μελών της οργάνωσης με ανταλλάγματα.
Το ίδιο δημοσίευμα αγγίζει τα λεπτά ζητήματα των διασυνδέσεων με αστυνομικούς για παροχή προστασίας ή ακόμη και τροφοδοσία με ναρκωτικά, των αντιπαραθέσεων με στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. που επιχείρησαν να ελέγξουν το κύκλωμα, του ρόλου τριών δικαστών –δύο εκ των οποίων ανώτεροι– που, όπως προκύπτει από υποκλαπείσες συνομιλίες, φέρονται να συνέδραμαν σε μη προφυλακίσεις ή σύντομες αποφυλακίσεις ατόμων με ποινική δράση, καθώς και ενός κύκλου στρατιωτικών σε τοπικές μονάδες και στη βάση της Σούδας που, πάντα κατά τις ίδιες πληροφορίες, είχαν ενταχθεί σε δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών. Το παζλ αυτό, κατά την εικόνα που δίνουν οι αποκαλύψεις, συνθέτει την πολύμηνη και πολυπλόκαμη έρευνα των διωκτικών και δικαστικών αρχών για λαθρεμπόριο και διαφθορά στα Χανιά και σε άλλες περιοχές του νησιού.
Την ίδια στιγμή ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης θέτει ένα διαφορετικό ερμηνευτικό πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι όταν οι συμπτώσεις επαναλαμβάνονται παύουν να είναι συμπτώσεις και μετατρέπονται σε «κανόνα» που πρέπει να αναζητηθεί. Συνδέει τα γνωστά στοιχεία της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ με ένα «μαφιόζικο σύστημα» που εκτείνεται, όπως γράφεται, από «γαλάζιους» κομματάρχες της επαρχίας έως κρατικούς οργανισμούς και υπουργεία, προκαλώντας πολιτικές αντιδράσεις λόγω της οξύτητας των υπαινιγμών και της διάχυσης ευθυνών προς την κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας.
Μέσα από αυτή τη ρητορική αναδύεται η αίσθηση ότι η υπόθεση της Κρήτης δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά συμπτωματολογία ενός ευρύτερου συστήματος εξουσίας, όπου η πελατειακή διαχείριση, η ασυλία ισχυρών και η καταστρατήγηση κανόνων θολώνουν τα όρια μεταξύ κράτους και ιδιωτικών συμφερόντων. Το συμπέρασμα που βγαίνει από αυτές τις αναγνώσεις είναι πως η έννοια του δημόσιου συμφέροντος δοκιμάζεται: τα πολλαπλά κέντρα ισχύος δημιουργούν την εντύπωση ότι η «βρωμιά» και η «δυσωδία» δεν είναι στιγμιαία φαινόμενα, αλλά σημάδια βαθύτερης αποσύνθεσης.
Σε αυτό το φορτισμένο περιβάλλον ανασύρονται παλαιότερα περιστατικά που κάποιοι θεωρούν ενδεικτικά μιας «υπόγειας» ατζέντας αποσταθεροποίησης, με επίκεντρο την Κρήτη. Αναφέρεται η τηλεοπτική διαφήμιση του 2011 για τη Vodafone, στην οποία είχε εμφανιστεί η ανύπαρκτη σημαία της «Ανεξάρτητης Κρήτης», γεγονός που προκάλεσε έντονη κατακραυγή και οδήγησε στην απόσυρση και αντικατάσταση του σποτ, συνοδευόμενη από δημόσια συγγνώμη της εταιρείας.
Στο ίδιο μοτίβο μνημονεύεται και παλαιότερη διαφήμιση του ΟΠΑΠ, στην οποία, σύμφωνα με τις αναφορές, απουσίαζαν από χάρτη της Ελλάδας συγκεκριμένες περιοχές, μεταξύ των οποίων τμήματα της Κρήτης, προκαλώντας τότε ερωτήματα για την αβλεψία ή τον συμβολισμό των επιλογών. Για τους υποστηρικτές αυτών των αναφορών, τέτοιες λεπτομέρειες, έστω και αν εξηγήθηκαν ως λάθη ή ατυχείς δημιουργικές επιλογές, συνιστούν ενδείξεις μιας διαρκούς «προετοιμασίας εδάφους» στο επίπεδο των συμβόλων.
Η Κρήτη προβάλλεται ως κομβικός γεωστρατηγικός χώρος: ελέγχει, λόγω θέσης, θαλάσσιες οδούς που συνδέουν Ευρώπη, Αφρική, Μέση Ανατολή και Ασία· αποτελεί γεωπολιτικό μπαλκόνι στα ενεργειακά περάσματα της Ανατολικής Μεσογείου και, όπως υποστηρίζουν αναλύσεις που επικαλούνται «ειδικούς», διαθέτει πλούσια κοιτάσματα ορυκτού πλούτου που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν ευρωπαϊκές ανάγκες για χρόνια.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, παλαιότερες πολιτικές δηλώσεις αναγιγνώσκονται εκ νέου: υπενθυμίζεται αναφορά του 2011, όπου ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, σε εκδήλωση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στον Άγιο Νικόλαο, μίλησε για ιστορικούς δεσμούς της Κρήτης με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, διατυπώνοντας την επιθυμία διατήρησης και ενίσχυσής τους. Αυτή η αποστροφή, ερμηνευμένη εκ των υστέρων, παρουσιάζεται από επικριτές ως γλώσσα που υπονοεί «ιδιαιτερότητα» πέραν του εθνικού κορμού, τροφοδοτώντας θεωρίες περί σχεδίων «αυτονόμησης».
Στην ίδια κατεύθυνση ανασύρονται στιγμιότυπα από την επίσημη επίσκεψη, το 2018, του τότε πρίγκιπα της Ουαλίας Καρόλου, με αναλύσεις που διερωτώνται για το πραγματικό περιεχόμενο των συνομιλιών του στην Αθήνα και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την Κρήτη, με υπαινιγμούς για γεωστρατηγικές επιδιώξεις ισχυρών δυνάμεων και το νησί ως εν δυνάμει «αεροπλανοφόρο», υποβαθμίζοντας τον ρόλο της ελληνικής επικράτειας. Τέτοιες ερμηνείες, παρότι αμφιλεγόμενες, χρησιμοποιούνται για να συνδεθεί η τρέχουσα υπόθεση με μια μεγαλύτερη αφήγηση διεθνών σχεδίων και επιρροών.
Επιστρέφοντας στο πεδίο της άμεσης πολιτικής αντιπαράθεσης, στο στόχαστρο μπαίνουν δηλώσεις της Ντόρας Μπακογιάννη τα τελευταία χρόνια για την πορεία των ελληνοτουρκικών και τον ενεργειακό σχεδιασμό στη Μεσόγειο. Παρά τη διαβεβαίωση ότι «δεν υπάρχει ταμπού» στη συνεκμετάλλευση –θέση που παρουσιάστηκε ως ρεαλιστική ανάγνωση διεθνών πρακτικών με παράδειγμα τη συμφωνία Ισραήλ–Λιβάνου–, η κριτική εστιάζει στην πολιτική σημειολογία της χρονικής στιγμής και στο μήνυμα που εκπέμπεται όταν ζητήματα όπως η επέκταση των 12 μιλίων ή η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο μπαίνουν «στον πάγο».
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε το στιγμιότυπο προσαγωγής κατηγορουμένου για την υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης στα Χανιά, ο οποίος, βλέποντας τις κάμερες, φώναξε προς τους δημοσιογράφους «Στης Ντόρας Μπακογιάννη το σπίτι να πάτε». Αυτή η φράση, που αναπαράχθηκε σε μη συστημικά μέσα, προκάλεσε ερωτήματα και σχόλια ως προς το τι ακριβώς υπονοούσε, τροφοδοτώντας περαιτέρω πολιτική πόλωση, χωρίς ωστόσο να έχει αποσαφηνιστεί θεσμικά η βαρύτητα της αναφοράς.
Στο υπόστρωμα όλων αυτών αιωρείται η ιδέα ότι όταν η κρατική διαφθορά φτάνει σε οριακό σημείο, αναπτύσσονται φυγόκεντρες δυνάμεις στην περιφέρεια, οι οποίες αναζητούν θεσμικά ρήγματα για να διεκδικήσουν χώρο και επιρροή. Η αφήγηση που αναδύεται θέλει μια «τεράστια εγκληματική οργάνωση» να λειτουργεί ως υπόβαθρο και μοχλός για πιθανές προσπάθειες αποσταθεροποίησης, με την υπόνοια ότι μυστικές υπηρεσίες ή εξωθεσμικοί μηχανισμοί μπορεί να αξιοποιούν την εγκληματικότητα ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης ή κοινωνικής αποδιοργάνωσης.
Πρόκειται για ερωτήματα βαριά, που δεν επιδέχονται εύκολες απαντήσεις και απαιτούν πλήρη θεσμική διερεύνηση: υπάρχουν συνδυαστικές επιχειρήσεις υπηρεσιών; Ποια είναι η πραγματική έκταση των διασυνδέσεων του κυκλώματος; Πώς θωρακίζονται οι θεσμοί απέναντι σε κύματα διαφθοράς που διαπερνούν οριζόντια τη διοίκηση; Και, κυρίως, με ποιον τρόπο η δικαιοσύνη μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, όταν οι πολίτες νιώθουν ότι η ατιμωρησία έχει γίνει «κανονικότητα»;
Η ελληνική κοινωνία στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν κολακεύει: όσα αναδύονται από την υπόθεση της Κρήτης, όπως περιγράφονται στα σχετικά ρεπορτάζ και τις δημόσιες τοποθετήσεις, δεν περιορίζονται σε έναν κλειστό κύκλο παρανόμων αλλά αγγίζουν ευρύτερα τη σχέση κράτους–πολίτη, τη διαφάνεια, την ισονομία και την πολιτική λογοδοσία.
Η αίσθηση της παρακμής και της σήψης που μεταφέρεται από τις αφηγήσεις αυτές λειτουργεί διαβρωτικά για το κοινωνικό σώμα, δηλητηριάζοντας την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και ενισχύοντας την πεποίθηση ότι η ισχύς υπερισχύει του δικαίου. Αν όμως κάτι καθιστά την υπόθεση υπαρξιακή για τη δημοκρατία, αυτό είναι η ανάγκη να αποδειχθεί έμπρακτα ότι οι θεσμοί διαθέτουν τα αντανακλαστικά και τα εργαλεία για να αναμετρηθούν με δίκτυα που διαχέονται σε δομές εξουσίας.
Η πλήρης διαλεύκανση, η απόδοση ευθυνών όπου υπάρχουν, η προστασία μαρτύρων, η ενίσχυση εσωτερικών ελέγχων και η αποκατάσταση διαφάνειας είναι οι μόνες οδοί που μπορούν να επανασυστήσουν την εμπιστοσύνη. Διαφορετικά, οι σκιές θα συνεχίσουν να πυκνώνουν και οι «εξηγήσεις» θα υποκαθιστούν την αλήθεια, αφήνοντας χώρο σε κάθε είδους σενάρια για «σχέδια», «κύκλους» και «υπηρεσίες» που δρουν στο ημίφως. Μέχρι να δοθούν οι αναγκαίες απαντήσεις, το ερώτημα θα αιωρείται: πόσο βαθιά φτάνει η ρίζα της παρανομίας και πόσο ανθεκτικό είναι το θεσμικό ανάχωμα που καλείται να την ξεριζώσει;
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα