Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΤΥΧΙΟΣ

ΠΑΓΚΑΛΟΣ

7 Απριλίου 2026

Ξεδιάντροπο σχέδιο αντικατάστασης πληθυσμού στο όνομα του δημογραφικού

Ινστιτούτα που εμφανίζονται ως επιστημονικοί φορείς για το δημογραφικό προχωρούν πλέον ανοιχτά σε εισηγήσεις που προκαλούν σοκ, προβάλλοντας ως «λύση» την οργανωμένη αντικατάσταση του ελληνικού πληθυσμού, σε μια κατεύθυνση που παρουσιάζεται ως μονόδρομος και εντάσσεται πλήρως στη λογική της παγκοσμιοποίησης, η οποία μετατρέπει τα έθνη σε απρόσωπες μάζες χωρίς ιστορική και πολιτισμική συνέχεια.

Το ΙΔΕΜ εισηγείται χωρίς περιστροφές ότι η Ελλάδα πρέπει να πετύχει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο 700 χιλιάδων ατόμων έως το 2050, δηλαδή 28 χιλιάδες νέες εισροές κάθε χρόνο για τα επόμενα 25 χρόνια, παρουσιάζοντας αυτή την κατεύθυνση ως αναγκαία για να καλυφθεί η μείωση των εργαζομένων, μια προσέγγιση που μεταφράζεται ευθέως σε πληθυσμιακή αναδιάταξη τεράστιας κλίμακας και σε αλλοίωση της κοινωνικής σύνθεσης της χώρας.

Η ανάλυση που συνοδεύει αυτές τις προτάσεις εμφανίζει τη δημογραφική κατάρρευση ως μη αναστρέψιμη εξέλιξη, ιδιαίτερα ως προς τη μείωση των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, οδηγώντας με μαθηματική ακρίβεια στο συμπέρασμα ότι η μόνη διέξοδος είναι η εισαγωγή ξένου πληθυσμού, σε ένα γνώριμο μοτίβο όπου οι «ειδικοί» θέτουν τις παραμέτρους έτσι ώστε να καταλήγουν στο αποτέλεσμα που εξ αρχής επιδιώκουν.

Την ίδια στιγμή, κάθε ουσιαστική αναφορά σε πολιτικές που θα ενίσχυαν την ελληνική οικογένεια και τη γεννητικότητα απουσιάζει, καθώς δεν τίθενται στο επίκεντρο ζητήματα όπως η στήριξη της πολυτεκνίας, η αντιμετώπιση της ατεκνίας, η ενίσχυση της παιδείας, η προστασία της ζωής ή η καλλιέργεια συλλογικής ευθύνης για τη δημογραφική συνέχεια, ενώ παραμένει εκτός συζήτησης και η αξιοποίηση του ελληνισμού της διασποράς, σαν να θεωρούνται όλα αυτά αδιάφορα μπροστά στην επιλογή της μαζικής εισαγωγής πληθυσμών.

Η πραγματικότητα καταρρίπτει την απλοϊκή οικονομική ερμηνεία του προβλήματος, καθώς ακόμη και σε περιόδους ακραίας φτώχειας, όπως πριν τον πόλεμο, οι γεννήσεις ήταν πολλαπλάσιες σε σχέση με σήμερα, γεγονός που αποδεικνύει ότι η σημερινή κατάρρευση συνδέεται με βαθύτερες αλλαγές αξιών και στάσεων ζωής που αγνοούνται επιδεικτικά.

Η κατεύθυνση που προωθείται μοιάζει με σχέδιο μετατροπής της χώρας σε χώρο υποδοχής πληθυσμών, όπου η κοινωνία αντιμετωπίζεται ως «σύστημα» που χρειάζεται εξωτερική ενίσχυση, με όρους που παραπέμπουν σε διαχείριση και όχι σε εθνική πολιτική, ενώ ταυτόχρονα υποβαθμίζονται οι επιπτώσεις που σχετίζονται με τη συνοχή, την ασφάλεια και τη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας.

Οι συνέπειες μιας τέτοιας στρατηγικής επεκτείνονται πέρα από τα οικονομικά μεγέθη και αγγίζουν τον πυρήνα της κοινωνίας, καθώς η εισαγωγή μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων με διαφορετικά χαρακτηριστικά δημιουργεί συνθήκες που επηρεάζουν τη δομή, τη λειτουργία και τη φυσιογνωμία της χώρας, χωρίς να υπάρχει σαφής απάντηση για το πώς θα διασφαλιστεί η ισορροπία.

Εναλλακτικές λύσεις που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον ελληνικό πληθυσμό και να στηρίξουν τη δημογραφική ανάκαμψη παραμένουν στο περιθώριο, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η επιλογή της μαζικής εισαγωγής πληθυσμών δεν είναι απλώς μια τεχνική πρόταση αλλά συνειδητή κατεύθυνση.

Η ακαδημαϊκή οξυδέρκεια τέτοιων… φωστήρων, επεκτείνεται μόνο μέχρι τα πληθυσμιακά ελλείμματα, αδιαφορώντας για τους εθνικούς κινδύνους από την ασυμφωνία πολιτισμών, την εισαγωγή θεοκρατικών ιδεών, την τρομοκρατία, τον αφανισμό του ελληνικού στοιχείου, τις γεωπολιτικές απειλές και τόσα άλλα ζητήματα.

Με ένα απλό πακέτο μέτρων που θα στόχευε στην αποθάρρυνση της ασυδοσίας των αμβλώσεων, αμέσως η χώρα θα μετρούσε δεκάδες χιλιάδες επιπλέον γεννήσεις ετησίως. Με ένα ακόμα πλαίσιο κινήτρων για επιστροφή ομογενών ή μετοικισμό ελληνορθόδοξων ή άλλων φίλιων πληθυσμών (πχ. από Συρία, Αρμενία ή Λίβανο), θα μπορούσε να επιτευχθεί μια επιπλέον σημαντική ανακούφιση του προβλήματος.

Όμως είναι παραπάνω από εμφανές ότι αυτές οι λύσεις δεν είναι επιθυμητές από το νεοταξικό σύστημα. Η μετακίνηση πληθυσμών και η προώθηση της παγκοσμιοποίησης είναι οι μόνες επιτρεπτές πολιτικές, σε μια Ευρώπη που επιθυμεί μανιωδώς να γίνει το πρώτο μοντέλο γκλομπαλιστικής αυτοκτονίας.