Η στρατιωτική επιχείρηση που εξελίσσεται εναντίον του Ιράν από το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζεται επισήμως να έχει συγκεκριμένους στόχους: την εξουδετέρωση του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης, τον περιορισμό της ανάπτυξης βαλλιστικών πυραύλων και τον τερματισμό της υποστήριξης που παρέχει η ιρανική ηγεσία σε οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, οι Χούθι, η Χαμάς και άλλες δυνάμεις του λεγόμενου «άξονα της αντίστασης». Πίσω από αυτούς τους στόχους, ωστόσο, διαμορφώνεται ένας ευρύτερος στρατηγικός σχεδιασμός που συνδέεται με την επιδίωξη αλλαγής του καθεστώτος στην Τεχεράνη και τη μετατροπή του σε ένα σύστημα εξουσίας που θα είναι στραμμένο προς τη Δύση και θα συνεργάζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ισραήλ για τη διαχείριση των ενεργειακών και οικονομικών πόρων της χώρας.
Η επίτευξη μιας τέτοιας μεταβολής προϋποθέτει τη σοβαρή αποδυνάμωση του ιρανικού καθεστώτος σε πολλαπλά επίπεδα. Οι συνεχείς βομβαρδισμοί επιδιώκουν να προκαλέσουν απώλειες τόσο στο στελεχιακό δυναμικό όσο και στις στρατιωτικές υποδομές και στην οικονομική λειτουργία του κράτους, ώστε η ηγεσία της Τεχεράνης να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δραματικό δίλημμα ανάμεσα στην πλήρη καταστροφή και σε μια πολιτική διευθέτηση που θα επιβληθεί από τις δυνάμεις που συμμετέχουν στην επίθεση.
Η αποδυνάμωση αυτή θα μπορούσε να έχει και εσωτερικές πολιτικές συνέπειες. Σε περίπτωση που η κεντρική εξουσία χάσει σημαντικό μέρος της δυνατότητας ελέγχου της επικράτειας, είναι πιθανό να προκύψουν εκτεταμένες κοινωνικές αναταραχές, είτε ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών είτε υπό την επίδραση διεθνών πιέσεων. Σε ένα τέτοιο σενάριο η ικανότητα του κράτους να καταστείλει διαδηλώσεις και εξεγέρσεις θα μπορούσε να περιοριστεί σημαντικά.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ο ρόλος των εθνοτικών μειονοτήτων του Ιράν. Δύο από αυτές θεωρούνται κρίσιμες για την ισορροπία δυνάμεων στη χώρα: οι Κούρδοι που ζουν κυρίως στις δυτικές επαρχίες, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία και το Ιράκ, και οι Μπαλούχοι που κατοικούν στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας στα σύνορα με το Πακιστάν.
Οι Κούρδοι διαθέτουν μακρά παράδοση ένοπλης αντίστασης απέναντι στην κεντρική εξουσία και ένα σημαντικό δυναμικό οργανωμένων ενόπλων δυνάμεων, αποτελούμενο από έμπειρους μαχητές που έχουν συμμετάσχει σε συγκρούσεις επί δεκαετίες. Παράλληλα έχουν αναπτύξει πολιτικές δομές που θα μπορούσαν να αναλάβουν διοικητικές λειτουργίες σε περίπτωση αποδυνάμωσης του κρατικού ελέγχου.
Οι Μπαλούχοι εμφανίζουν επίσης ιστορική αντιπαράθεση με την Τεχεράνη και διατυπώνουν αιτήματα για μεγαλύτερη αυτονομία, χωρίς όμως να διαθέτουν την ίδια στρατιωτική ισχύ με τους κουρδικούς σχηματισμούς.
Τις τελευταίες ημέρες καταγράφεται έντονη κινητικότητα γύρω από το ενδεχόμενο εμπλοκής των Κούρδων του Ιράν, οι οποίοι υπολογίζεται ότι αριθμούν μεταξύ 12 και 14 εκατομμυρίων. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους ηγέτες της αυτόνομης περιφέρειας του Νοτίου Κουρδιστάν στο βόρειο Ιράκ, τον Μασούντ Μπαρζανί και τον Μπαφίλ Ταλαμπανί, ενώ σύμφωνα με ανακοίνωση του Λευκού Οίκου η συζήτηση αφορούσε μεταξύ άλλων την αμερικανική βάση που λειτουργεί στην πρωτεύουσα της περιοχής, την Ερμπίλ.
Λίγες ημέρες αργότερα, τη νύχτα της Τετάρτης 4 Μαρτίου, αμερικανικά μέσα ενημέρωσης όπως το Fox News και το Axios επικαλέστηκαν ανώνυμο Αμερικανό αξιωματούχο για να μεταδώσουν ότι χιλιάδες Ιρακινοί Κούρδοι είχαν περάσει τα σύνορα προς το Ιράν και είχαν ξεκινήσει χερσαία επιχείρηση. Η είδηση αυτή δημιούργησε την εντύπωση ότι η αυτόνομη περιφέρεια του Κουρδιστάν εμπλέκεται άμεσα στον πόλεμο.
Η πληροφορία διαδόθηκε ταχύτατα μέσω ζωντανών τηλεοπτικών μεταδόσεων και αναπαράχθηκε από διεθνή μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα, μετατρεπόμενη σε μια παγκόσμια είδηση που πυροδότησε έντονες αντιδράσεις.
Σύμφωνα όμως με πληροφορίες από κουρδικές πηγές, δεν σημειώθηκε είσοδος δυνάμεων από το Ιρακινό Κουρδιστάν στο Ιράν. Αντίθετα, αναφέρεται ότι δυνάμεις του συνασπισμού πέντε κουρδικών κομμάτων του Ιράν ανέλαβαν τον έλεγχο ορισμένων πόλεων του ιρανικού Κουρδιστάν, όπως η Μεριβάν, η Σίρε και η Σερντέστ, μετά την αποχώρηση δυνάμεων του ιρανικού κράτους από τις περιοχές αυτές.
Δημοσιογράφοι του κουρδικού μέσου Rudaw επικοινώνησαν με εκπροσώπους των κυριότερων κουρδικών κομμάτων του Ιράν – του Δημοκρατικού Κόμματος του Ιράν του Κουρδιστάν, της οργάνωσης Komala, του Κόμματος Ελεύθερης Ζωής του Κουρδιστάν και του Κόμματος Ελευθερίας του Κουρδιστάν – οι οποίοι διέψευσαν κατηγορηματικά ότι δυνάμεις από το Ιράκ εισήλθαν στο ιρανικό έδαφος.
Στο σχετικό δημοσίευμα επισημαίνεται ότι κανένα από τα κόμματα του λεγόμενου Ανατολικού Κουρδιστάν, ή Rojhilat, δεν επιβεβαίωσε τις πληροφορίες για μετακίνηση δυνάμεων, δηλώνοντας ότι δεν έχουν αποσταλεί νέες στρατιωτικές μονάδες στο Ιράν.
Μετά τις διαψεύσεις αυτές αρκετά διεθνή μέσα ενημέρωσης αναθεώρησαν τις αρχικές αναφορές τους, επικαλούμενα το Rudaw ως πηγή, ενώ τα Fox News και Axios αφαίρεσαν τα σχετικά δημοσιεύματα και επικεντρώθηκαν στις επίσημες δηλώσεις του Λευκού Οίκου.
Οι αρχικές πληροφορίες για κουρδική εμπλοκή προκάλεσαν πάντως έντονη στρατιωτική και διπλωματική κινητοποίηση από την πλευρά της Τεχεράνης. Το Ιράν πραγματοποίησε επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον εγκαταστάσεων κουρδικών οργανώσεων που βρίσκονται στο Ιρακινό Κουρδιστάν, ενώ παράλληλα ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί ξεκίνησε σειρά τηλεφωνικών επαφών με περιφερειακούς ηγέτες.
Ο Αραγτσί επικοινώνησε αρχικά με τον πρόεδρο της Περιφερειακής Κυβέρνησης του Κουρδιστάν Νετζιρβάν Μπαρζανί και τον ηγέτη της Πατριωτικής Ένωσης του Κουρδιστάν Μπαφίλ Ταλαμπανί. Στη συνέχεια είχε συνομιλία με τον πρωθυπουργό του Ιράκ, στον οποίο μετέφερε τις ανησυχίες της Τεχεράνης για την ασφάλεια των συνόρων και την ανάγκη σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράν. Ο Ιρακινός πρωθυπουργός διαβεβαίωσε ότι το έδαφος της χώρας του δεν θα χρησιμοποιηθεί για επιθέσεις εναντίον του Ιράν.
Στο πλαίσιο αυτού του διπλωματικού κύκλου επαφών ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών επικοινώνησε επίσης με τον Τούρκο ομόλογό του Χακάν Φιντάν, τονίζοντας τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ Τεχεράνης και Άγκυρας απέναντι στις εξελίξεις στην περιοχή.
Τελικά, μετά τη σύγχυση που προκλήθηκε από τις αρχικές αναφορές, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ επιβεβαίωσε ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών είχε πράγματι συνομιλίες με συμμάχους και κουρδικούς παράγοντες στη Μέση Ανατολή, διευκρινίζοντας ότι δεν έχει εγκριθεί κανένα σχέδιο που να αφορά άμεση εμπλοκή κουρδικών δυνάμεων στον πόλεμο.
Παρά τις διαψεύσεις, το ενδεχόμενο ενεργοποίησης του κουρδικού παράγοντα παραμένει ένα σενάριο που απασχολεί τις στρατηγικές αναλύσεις για το μέλλον του Ιράν. Οι κουρδικές οργανώσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε μια τέτοια προοπτική, ιδιαίτερα μετά τις εξελίξεις στη Συρία, όπου αισθάνθηκαν ότι εγκαταλείφθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για τον λόγο αυτόν, σύμφωνα με πληροφορίες, ζητούν σαφείς και γραπτές εγγυήσεις πριν εμπλακούν σε οποιοδήποτε σχέδιο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτονόμηση του ιρανικού Κουρδιστάν και ενδεχομένως να ανοίξει τον δρόμο για βαθύτερες πολιτικές αλλαγές στην Τεχεράνη.
Πιο Δημοφιλή
CovidJustice.org: Γιατί ζητείται τώρα επίσημη καταδίκη της εποχής των lockdown
Η «κληρονομική δημοκρατία» και η σκιά μιας οικογένειας πάνω στους θεσμούς
Στο χείλος της ενεργειακής καταιγίδας
Aλυτρωτικό παραλήρημα στα σχολικά βιβλία της Aλβανίας
Πιο Πρόσφατα