Σκιές διπλωματίας στη Μέση Ανατολή: Ο Νετανιάχου ζητά εξηγήσεις από τον Λευκό Οίκο

Οι πρώτες ρωγμές στον μέχρι πρότινος συμπαγή στρατηγικό άξονα Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ αρχίζουν να διαφαίνονται στο παρασκήνιο της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, αποκαλύπτοντας τις υπόγειες εντάσεις που προκαλεί η προοπτική μιας πρόωρης διπλωματικής αποκλιμάκωσης με το Ιράν. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιοποίησε το Axios, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ζήτησε εξηγήσεις από τον Λευκό Οίκο, αφού ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών έλαβαν ενδείξεις ότι ενδέχεται να υπήρξαν έμμεσες επαφές μεταξύ αξιωματούχων της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ και του ιρανικού καθεστώτος.

Η ανησυχία της ισραηλινής ηγεσίας δεν είναι τυπική διπλωματική ευαισθησία. Αντανακλά τον φόβο ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να επιδιώξει μια κατάπαυση του πυρός πριν ολοκληρωθούν οι στρατιωτικοί στόχοι που έχει θέσει το Ισραήλ. Για το Τελ Αβίβ, το ζήτημα δεν είναι μόνο η άμεση εξέλιξη της σύγκρουσης αλλά και η ευρύτερη στρατηγική εξουδετέρωσης της ιρανικής επιρροής στην περιοχή. Οποιαδήποτε πρόωρη διαπραγμάτευση θα μπορούσε να θεωρηθεί, από ισραηλινής πλευράς, ως υπονόμευση αυτής της στρατηγικής.

Οι πληροφορίες που έφθασαν στις ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα δημιούργησαν την υποψία ότι είχε υπάρξει κάποια μορφή επικοινωνίας μεταξύ της Τεχεράνης και της αμερικανικής κυβέρνησης, πιθανότατα με αντικείμενο τη διερεύνηση όρων για κατάπαυση των εχθροπραξιών. Υπό το βάρος αυτών των πληροφοριών, ο Νετανιάχου επικοινώνησε τη Δευτέρα με αξιωματούχους του Λευκού Οίκου, ζητώντας σαφείς απαντήσεις για το αν πραγματοποιήθηκαν τέτοιες συνομιλίες ή αν υπήρξε ανταλλαγή μηνυμάτων.

Σύμφωνα με μία από τις πηγές που επικαλείται το Axios, η απάντηση που έλαβε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός ήταν κατηγορηματική. Ο Λευκός Οίκος διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει εμπλακεί σε οποιαδήποτε επικοινωνία με το Ιράν πίσω από την πλάτη του Ισραήλ. Η διαβεβαίωση αυτή επιχειρεί να αποτρέψει την εντύπωση ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει μονομερείς διπλωματικές κινήσεις χωρίς τον στενό συντονισμό με τον βασικό της σύμμαχο στη Μέση Ανατολή.

Αμερικανός αξιωματούχος, ο οποίος μίλησε υπό καθεστώς ανωνυμίας, υπογράμμισε ότι ο ειδικός απεσταλμένος της κυβέρνησης Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, καθώς και ο σύμβουλος και γαμπρός του προέδρου, Τζάρεντ Κούσνερ, βρίσκονται σε σχεδόν καθημερινή επικοινωνία με τον Νετανιάχου, με τον επικεφαλής της Μοσάντ Ντέιβιντ Μπαρνέα και με άλλους ανώτερους αξιωματούχους της ισραηλινής κυβέρνησης. Όπως σημείωσε ο ίδιος αξιωματούχος, ο συντονισμός μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ τον τελευταίο μήνα υπήρξε ιδιαίτερα στενός, γεγονός που – σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά – καθιστά αβάσιμους τους φόβους περί μυστικών επαφών.

«Γνωρίζουν ότι δεν μιλάμε με τους Ιρανούς», φέρεται να δήλωσε ο Αμερικανός αξιωματούχος, επιδιώκοντας να διαψεύσει τις υποψίες περί παρασκηνιακής διπλωματίας.

Παράλληλα, ωστόσο, άλλες πηγές με γνώση των εξελίξεων ανέφεραν ότι το ίδιο το Ιράν επιχείρησε τις τελευταίες ημέρες να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας προς την κυβέρνηση Τραμπ μέσω διαμεσολαβητών από χώρες του Κόλπου και άλλες κυβερνήσεις της περιοχής. Οι αμερικανικές αρχές, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, δεν απάντησαν σε αυτά τα μηνύματα, θεωρώντας τα περισσότερο ως απόπειρα τακτικού ελιγμού παρά ως σοβαρή διπλωματική πρωτοβουλία.

«Αντιμετωπίσαμε αυτά τα μηνύματα ως ανοησίες», δήλωσε χαρακτηριστικά ένας Αμερικανός αξιωματούχος στο Axios.

Την ίδια στιγμή, η εφημερίδα New York Times αποκάλυψε ότι πράκτορες του υπουργείου Πληροφοριών του Ιράν επιχείρησαν έμμεσα να προσεγγίσουν τη CIA μέσω υπηρεσίας πληροφοριών τρίτης χώρας, προτείνοντας τη διερεύνηση όρων για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Η πληροφορία αυτή δείχνει ότι η Τεχεράνη επιχειρεί να δημιουργήσει παράλληλα κανάλια επικοινωνίας, πιθανώς σε μια προσπάθεια να αποτρέψει την περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση.

Ωστόσο, η αμερικανική κυβέρνηση διέψευσε κατηγορηματικά οποιαδήποτε ενεργή επικοινωνία με την ιρανική ηγεσία. Σε ενημέρωση δημοσιογράφων την Τρίτη, Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι ούτε ο Στιβ Γουίτκοφ ούτε ο Τζάρεντ Κούσνερ έχουν πραγματοποιήσει οποιαδήποτε συνομιλία με κορυφαίους Ιρανούς αξιωματούχους, όπως ο Αλί Λαριτζανί ή ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, από την έναρξη της σύγκρουσης.

Την ίδια γραμμή υιοθέτησε και ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απέκλεισε δημοσίως την πιθανότητα διαπραγματεύσεων με το ιρανικό καθεστώς.

Παρά τις επίσημες διαψεύσεις, το επεισόδιο αυτό αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο από μια απλή διπλωματική παρεξήγηση. Δείχνει ότι ακόμη και μέσα στον στενό αμερικανοϊσραηλινό άξονα υπάρχουν πλέον διαφορετικές στρατηγικές αναγνώσεις για την εξέλιξη της κρίσης. Για το Ισραήλ, η σύγκρουση με το Ιράν αποτελεί υπαρξιακή αναμέτρηση που δεν μπορεί να λήξει χωρίς σαφή στρατιωτική αποδυνάμωση της Τεχεράνης. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντιθέτως, το διακύβευμα περιλαμβάνει και τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής, την αποφυγή γενικευμένου πολέμου και τη διαχείριση των διεθνών ισορροπιών.

Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και οι φήμες περί μυστικών επαφών αρκούν για να προκαλέσουν καχυποψία και πολιτική ένταση, υποδηλώνοντας ότι η γεωπολιτική σύμπλευση Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ, όσο ισχυρή κι αν παραμένει, δεν είναι απαλλαγμένη από εσωτερικές ρωγμές.