Σήμερα Γιορτάζουν:

ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ

ΣΥΛΒΕΣΤΡΟΣ

13 Απριλίου 2025

Στα ύψη οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς ιδιώτες

Μήνα με τον μήνα, το ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να συγκεντρώνει ολοένα και περισσότερα χρέη προς ιδιώτες και φορολογούμενους, με τα επίσημα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους να επιβεβαιώνουν τη σταθερή αυτή ανοδική πορεία των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του. Παρά το γεγονός ότι η οικονομία παρουσιάζει σημάδια σταθεροποίησης και η χώρα καταγράφει δημοσιονομικά πλεονάσματα, το κράτος εξακολουθεί να καθυστερεί σημαντικά την εξόφληση των οφειλών του.

Εντούτοις, η καθυστέρηση αυτή έχει ελάχιστες δημοσιονομικές συνέπειες για το ίδιο, καθώς το Δημόσιο επιβαρύνεται με μόλις 3% ετήσιο τόκο για τις καθυστερήσεις του, την ώρα που οι ιδιώτες φορολογούμενοι υποχρεώνονται να καταβάλλουν υπερημερίες με επιτόκιο 8,76% τον χρόνο, δηλαδή 0,73% κάθε μήνα. Η προφανής αυτή ασυμμετρία στο κόστος των καθυστερήσεων μεταξύ κράτους και πολιτών εξηγεί –έστω και εν μέρει– τον λόγο για τον οποίο το Δημόσιο, ακόμα και σε περιόδους πλεονασμάτων, συνεχίζει να συσσωρεύει οφειλές προς την αγορά, ενισχύοντας την ασφυκτική πίεση στην πραγματική οικονομία.

Το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα ανήλθε τον Ιανουάριο του 2025 στα 3,44 δισεκατομμύρια ευρώ, καταγράφοντας σημαντική αύξηση 12,4% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024, όταν το αντίστοιχο ποσό ήταν 3,05 δισ. ευρώ. Τα επίπεδα αυτά παραπέμπουν σε χρονιές κατά τις οποίες η χώρα βρισκόταν υπό καθεστώς Μνημονίων, όπως το 2017, οπότε και οι οφειλές ανέρχονταν στα 3,32 δισ. ευρώ.

Η εξέλιξη των χρεών αυτών καταγράφει μια ανησυχητική τάση επιστροφής σε παλαιότερες δύσκολες εποχές: από τα 2,8 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2023, τα χρέη μειώνονται χρονικά προς τα πίσω στα 2,37 δισ. το 2022, 1,9 δισ. τα έτη 2020 και 2021, 2 δισ. το 2018 και 3,32 δισ. το 2017. Σύμφωνα με τον ορισμό των ληξιπρόθεσμων, ως τέτοιες χαρακτηρίζονται οι οφειλές που δεν έχουν εξοφληθεί εντός 90 ημερών από την ημερομηνία δημιουργίας τους, γεγονός που αποτυπώνει τη συστηματική καθυστέρηση του κράτους στην εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων.

Οι βασικές πηγές αυτών των χρεών προκύπτουν από διάφορους φορείς της γενικής κυβέρνησης. Τα νοσοκομεία παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη αύξηση οφειλών, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 154 εκατομμύρια ευρώ σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2024, φτάνοντας συνολικά το ποσό των 1,318 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η πορεία αυτών των οφειλών είναι διαρκώς αυξητική τα τελευταία χρόνια, με ενδεικτικά στοιχεία να δείχνουν 344 εκατ. ευρώ το 2019, 502 εκατ. το 2020, 606 εκατ. το 2021, 907 εκατ. το 2022, 1,319 δισ. το 2023 και 1,164 δισ. στα τέλη του 2024.

Οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης παρουσίασαν επίσης αύξηση υποχρεώσεων, φτάνοντας τα 597 εκατ. ευρώ από 585 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα. Οι οφειλές των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) ανήλθαν στα 243 εκατομμύρια ευρώ, έναντι 231 εκατ. ευρώ ένα μήνα πριν, ενώ τα Νομικά Πρόσωπα της Γενικής Κυβέρνησης κατέγραψαν αύξηση από 179 εκατ. ευρώ σε 194 εκατομμύρια ευρώ.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις εκκρεμείς φορολογικές επιστροφές, οι οποίες αυξήθηκαν στα 915 εκατομμύρια ευρώ, από 731 εκατ. ευρώ έναν μήνα νωρίτερα. Από αυτό το ποσό, τα 205 εκατ. ευρώ αφορούν επιστροφές άμεσων φόρων, τα 570 εκατ. ευρώ έμμεσων φόρων και τα υπόλοιπα 119 εκατ. ευρώ μη φορολογικά έσοδα.

Παράλληλα, ένα σημαντικό μέρος των επιστροφών αυτών παραμένει αδρανές λόγω διαδικαστικών ζητημάτων. Ειδικότερα, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) δηλώνει αδυναμία να επιστρέψει πάνω από 200 εκατ. ευρώ σε χιλιάδες φορολογούμενους – φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις – εξαιτίας της απουσίας δηλωμένων τραπεζικών λογαριασμών (IBAN) ή λανθασμένων στοιχείων επικοινωνίας. Το αποτέλεσμα είναι να «παγώνουν» σημαντικές επιστροφές φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ, που θα μπορούσαν να τονώσουν την αγορά και τη ρευστότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Ετικέτες: