Σταθερά επιτόκια για ρυθμίσεις εν μέσω έκρηξης χρεών

Σταθερά επιτόκια στις ρυθμίσεις οφειλών έως το 2027

Παρέμβαση στο πλαίσιο ρύθμισης των φορολογικών οφειλών ενεργοποιεί η κυβέρνηση, σε μια συγκυρία κατά την οποία τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία παραμένουν διογκωμένα και η πίεση στους οφειλέτες εντείνεται. Με τροπολογία που ενσωματώθηκε στο νομοσχέδιο για το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, προβλέπεται η διατήρηση σταθερών επιτοκίων στις πάγιες ρυθμίσεις έως τις 30 Απριλίου 2027.

Η ρύθμιση αφορά φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν υπαχθεί σε σχήματα αποπληρωμής οφειλών προς την ΑΑΔΕ. Κεντρικός στόχος είναι να περιοριστεί η επιβάρυνση που προκαλεί η άνοδος του κόστους χρήματος, καθώς τα επιτόκια παραμένουν στα επίπεδα που ίσχυαν έως το τέλος Μαρτίου του 2024, ανεξαρτήτως των μεταβολών που έχουν μεσολαβήσει.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων χρεών έχει εκτοξευθεί στα 114 δισ. ευρώ. Από αυτό το ποσό, μόλις περίπου 5,26 δισ. ευρώ έχουν ενταχθεί σήμερα σε ενεργές ρυθμίσεις, στοιχείο που αποτυπώνει τη δυσκολία μεγάλου αριθμού φορολογουμένων να ενταχθούν ή να παραμείνουν συνεπείς σε ένα πρόγραμμα αποπληρωμής.

Τα νέα επιτόκια και η διαφορά για τους οφειλέτες

Με βάση το νέο καθεστώς, για ρυθμίσεις οφειλών έως 12 δόσεις, το επιτόκιο ορίζεται στο 4,34%, ενώ για περισσότερες δόσεις διαμορφώνεται στο 5,84%. Στις περιπτώσεις επανένταξης, όταν έχει προηγηθεί απώλεια παλαιότερης ρύθμισης, τα επιτόκια αυξάνονται, φτάνοντας στο 5,84% για έως 12 δόσεις και στο 7,34% για ρυθμίσεις με μεγαλύτερο αριθμό δόσεων.

Η κυβερνητική παρέμβαση αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με το σενάριο που θα ίσχυε χωρίς τη συγκεκριμένη νομοθετική πρόβλεψη. Σε αυτή την περίπτωση, τα επιτόκια θα είχαν ανέλθει στο 6,68% και στο 8,18% αντίστοιχα, ενώ θα παρέμενε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας ανόδου, ανάλογα με τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Πώς εφαρμόζεται η ρύθμιση και ποιοι είναι οι όροι

Το υφιστάμενο πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα αποπληρωμής οφειλών σε 2 έως 24 μηνιαίες δόσεις. Σε ειδικές περιπτώσεις, όπως χρέη που προκύπτουν από κληρονομιές ή από φορολογικούς ελέγχους, οι δόσεις μπορούν να φτάσουν έως και τις 48. Η διαμόρφωση του αριθμού των δόσεων συνδέεται με τη δυνατότητα πληρωμής του οφειλέτη, ενώ η ελάχιστη μηνιαία καταβολή παραμένει στα 30 ευρώ.

Για να ενεργοποιηθεί η ρύθμιση, απαιτείται η εξόφληση της πρώτης δόσης μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Από εκεί και πέρα, η αποπληρωμή συνεχίζεται σε μηνιαία βάση, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται αυστηρά οι όροι που συνοδεύουν την υπαγωγή.

Η ρύθμιση χάνεται εάν δεν πληρωθεί εγκαίρως δόση για δεύτερη φορά, εάν καθυστερήσει η τελευταία δόση για διάστημα μεγαλύτερο του ενός μήνα ή εάν δεν υποβληθούν οι απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις. Λόγο απώλειας συνιστά επίσης η μη τακτοποίηση νέων οφειλών μέσα σε τρεις μήνες, καθώς και η υποβολή ανακριβών στοιχείων κατά τη διαδικασία ένταξης.

Σε περίπτωση απώλειας της ρύθμισης, η συνολική οφειλή καθίσταται αμέσως απαιτητή και επανενεργοποιούνται τα μέτρα είσπραξης. Το νέο πλαίσιο επιχειρεί να συγκρατήσει το κόστος εξυπηρέτησης για όσους έχουν ήδη ενταχθεί σε ρυθμίσεις, χωρίς πάντως να αναιρεί τη μεγάλη έκταση του προβλήματος. Το γεγονός ότι μόνο περιορισμένο ποσοστό των ληξιπρόθεσμων χρεών παραμένει ρυθμισμένο δείχνει ότι η φορολογική πίεση παραμένει ισχυρή και η δυνατότητα σταθερής αποπληρωμής εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό ζητούμενο για χιλιάδες οφειλέτες.